MGMT – Oracular spectacular (Columbia, 2008)

 

Λένε πως δεν γίνεσαι συγγραφέας αν δεν διαβάζεις πολύ, δεν θα γράψεις άξια ποιήματα αν δεν περάσεις από εκατοντάδες στροφές άλλων, λένε πως δεν γίνεσαι μουσικός αν δεν ακούσεις πολλή μουσική. Όσο περισσότερα τα ερεθίσματα κι οι εμπειρίες, τόσο περισσότερο θα σε βοηθήσουν να πλησιάσεις αυτό που θέλεις να κάνεις. Πράγμα που στα μουσικά μεταφράζεται ως: να ακουστείς ο εαυτός σου, χωρίς να κρύψεις αλλά να αναδείξεις τις επιρροές που είναι αδύνατο να μην υπάρχουν.

Αδιαμφισβήτητοι έμπρακτοι υποστηρικτές της παραπάνω άποψης οι MGMT (προφέρεται «management», όχι «μα γαμώτο»), ένα ντουέτο δυο εικοσι+κατιάρηδων από το Μπρούκλιν. Ο παρθενικός υμένας των κυκλοφοριών τους σπάει σαν ένα πολύχρωμο και μουλτι-μελωδικό πυροτέχνημα, που φωτίζει βήμα βήμα την πορεία σύλληψης του δίσκου τους: τι άκουσαν, τι έπαιξαν. Τίποτα δεν κρύβεται εδώ!

Το επιλεγμένο χρονολόγιο ξεκινάει από τα pop-rock 70ς, ανθολογώντας αρχικά Bowie, T- Rex και άλλους γκλαμιάδες (Weekend Wars, Pieces Of What), ρίχνοντας διακριτικότερες πινελιές Electric Light Orchestra, Fleetwood Mac και …Blue Oyster Cult. Αυτό επεδίωξαν να παίξουν εδώ: κάτι παραπάνω από υπεργκλαμάτη (όχι γκλαμουράτη) ηλεκτρονικοποιημένη ποπ. Να χορεύεται και να μη χορεύεται, να ενθουσιάζει αλλά και να κοροϊδεύει, να παίζει με τους πάντες και τα πάντα αλλά να σε κάνει να τους παίρνεις πολύ στα σοβαρά. Γι’ αυτό και υποκλίνονται σε Queen και Sparks στο άψογο The Youth, γι’ αυτό και το δικό τους old school θα πάρει και λίγο από Daft Punk (Kids), ενώ για μπασταρδεμένο electro funk προτείνεται κοφτός Prince με μια περιποιημένη φαλτσέτο ερμηνεία α λα Bee Gees (Electric Feel).

Μέσα σε όλα αυτά θα μας πετάξουν στα μούτρα και μια απογειωτική ψυχεδελικότατη τσιχλόφουσκα (4th Dimensional Transition), για να μην τους πει κανείς πως άφησαν τα 60ς απ’ έξω. Και αλλού, ξανά οι Lips οι Flaming κι οι Rev οι Mercury, αφού -ω, τι έκπληξη- ο ταχυδακτυλουργός πάνω από την κονσόλα λέγεται Dave Fridmann. Κρίμα που το Time to Pretend θα το σιχαθούμε από το υπερβολικό ραδιοφωνικό παίξιμο, εφόσον οι ραδιοφονιάδες κατά κανόνα διατάζονται να παίζουν μόνο ένα συγκεκριμένο τραγούδι από κάθε δίσκο και σίγουρα θα είναι αυτό.

Η μόνη σχετική προϋπηρεσία που έχουν οι Andrew Van Wyngarden και Ben Goldwasser είναι μια σειρά από δεκαπεντάλεπτα σόου ηλεκτρονικού αυτοσχεδιασμού για τα οποία έγραφαν και διαφορετικό τραγούδι. Προφανώς αυτό υπήρξε η καλύτερή τους προπόνηση. Επιτέλους, οι Ween (το σχήμα των έξυπνων ιδεών και των αποτυχημένων εφαρμογών τους) τώρα δικαιώνονται, ο στίχος This is our decision to live fast and die young/ We’ ve got the vision, now let’s have some fun βρίσκει πειστική υπόκρουση και η Νέα Υόρκη δείχνει τα βλαστάρια της! Ικανοποιητικά oracular, κι εντελώς, μα εντελώς spectacular.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15453

Flashbulb – Soundtrack for a vacant life (Alphabasic, 2008)

 

Έγγραφη αναφορά της Μυστικής Αστυνομίας του Ήχου.
Συνιστούμε την προσοχή όλων για τον εμφανιζόμενο ως Flashbulb. Πρόκειται για έναν εκ φύσεως ύποπτο μουσικό. Δισκογραφεί με ένα σωρό ψευδώνυμα κι αντώνυμα (Acidwolf, CHR15TPUNCH3R, DJ ASCII, Dr. Lefty, Dysrythmia, Flexe, Human Action Network, Lucid32, rnd16, Sixty Six Ex, Q-Bit! – το θαυμαστικό δικό μας). Από το 1999 βέβαια κυκλοφορεί (και με τις 2 έννοιες) ως The Flashbulb αλλά κάθε αξιοπρεπής παράνομος έχει κι ένα στάνταρ όνομα. Έπειτα, μοιράζει απλόχερα ο ίδιος τη μουσική του μέσω διαδικτύου χωρίς μεσάζοντες. Τέλος, εμφανίζεται με μούσι και γυαλιά, προφανώς ψεύτικα.

Πρακτικό της συνεδρίασης των Ταμπελοφόρων Κριτικών.
Τα έχουμε βρει κι εμείς σκούρα με αυτόν. Ο υπεύθυνος της Intelligent Dance Music (IDM) τον έχει καταχωρίσει στις αρμοδιότητές του, αλλά συνάντησε τις αντιρρήσεις των ειδικών του breakcore κι οι δυο μαζί τους κατατακτητές του ambient και του film music. Και είμαστε ακόμα στην αρχή….Γιατί πραγματικά ο δαιμόνιος 30χρονος πολυμουσικός μας δεν έχει απλά παίξει σχεδόν όλα τα στυλ των παραπάνω ειδών αλλά το έχει κάνει με θαυμαστά αποτελέσματα.

Ληξιαρχείο του Σικάγο.
Μιλάτε για τον κατά κόσμον Benn Lee Jordan. Από τότε που όρισε ως βάση του την πόλη μας, συνθέτει με καταιγιστική έμπνευση πάσης φύσεως οργανικές συνθέσεις για σελλυλόιντ, παραστάσεις, εικόνες ή στο έτσι, ασχολήθηκε με παραγωγή και για να ξεφύγει από τα πολλά κουμπιά, το ρίξε στην τζαζ κιθαρίζοντας και ντραμάροντας. Με αυτό το όνομα έχει ήδη εκδοθεί 10 φορές: M³ (2000), These Open Fields (2001), Fly! (2002), Girls Suck But You Don’t (2003), Resent and the April Sunshine Shed (2003), Red Extensions of Me (2004), Kirlian Selections (2005), Reunion (2005), Flexing Habitual (2006), Welcome to Chicago (2007).

Τα αποτελέσματα του Εργαστηρίου του Πανδοχείου.
Το Soundtrack to a vacant life αποτελεί ίσως το πιο μελωδικό και εύληπτο έργο του Flashbulb, με την έννοια ότι δεν έχουμε εδώ εκείνες τις τεθλασμένες α λα Warp σκληρές ηλεκτρονικές γωνίες και του αυστηρού idm των προηγούμενων κυκλοφοριών του. Στην ουσία μας δίνει την αίσθηση ότι στοιχηματίζει με τον εαυτό του πως μπορεί να συνθέσει τριάντα διαφορετικά θέματα για φιλμ, ένα πολλαπλό σάουντρακ για μυριάδες ταινίες μικρού ή ατέλειωτου μήκους, εκτεινόμενος σε όλο το φάσμα της ηλεκτρονικής αλλά και κινηματογραφικής σύνθεσης. Με αυτή την προοπτική είναι αυτονόητο ότι χρησιμοποιεί ακουστικά όργανα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με αξιοσημείωτη παρουσία και πάλι των Claire Nicholson και Greg Hirte σε τσέλο και βιολί/βιόλα αντίστοιχα – ακούστε την έξοχη συμβολή τους στα Remember Tomorrow και Hello I’m Benn.
 

Φυσικά ακόμα κι έτσι η ποικιλία είναι απερίγραπτη: έξοχα post rock κιθαριστικά ξεσπάσματα (Kirlian Voyager, Forbidden Tracks), πιανιστικά μαργαριτάρια (La Tristesse Durera Toujours), οργιώδεις tribal ρυθμοί (Vicious Circle), americana κιθαρίσματα (Steel For Pappa), βαλκανίζοντα θέματα (Highway One) και κυρίως στραφταλίζοντα πληκτροφόρα instrumentals ασύλληπτης ομορφιάς και απλότητας μαζί (Warm Hands In Cold Fog, Ι Believed In God, Returning Flight Theme).

Ο Ben The Flashbulb ετοίμαζε αυτό το έργο επί δύο σχεδόν χρόνια και δεν πτοήθηκε από το άδοξο τέλος της τρίχρονης λαμπρής ζωής της Sublight Records που θα τον έβγαζε. Το κατοχύρωσε κι αυτό στην δική του Alphabasic και διέσπειρε τη μουσική του μέσω peer-to-peer και torrents, συνοδεύοντάς την με ένα κείμενο όπου προτρέπει τους «downloaders – pirates – pseudocriminals» να αγοράσουν από εκείνον ή να μοιράσουν απλόχερα.

http://myspace.com/bennjordan
http://www.bennjordan.com/blog/

Y.Γ. Τα εικονιζόμενα εξώφυλλα είναι από τους 2 προηγούμενους δίσκους του. Το αντίστοιχο του παρόντος μάλλον μοιάζει με την παραπάνω προσωπογραφία…

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=15274