Beth Gibbons & Rustin Man – Out of season (Go Beat, 2002)

Τα Χριστούγεννα βρέθηκα σε μια πόλη του βορρά. Όλα ήταν παγωμένα, ακόμα και το σπίτι που έμεινα. Θυμάμαι τα χνωτισμένα τζάμια, τη μυρωδιά του κρύου και την μεγάλη επιθυμία για εξοστρακισμό εκείνου του παγωμένου αέρα. Υπήρχε όμως κι η θαλπωρούχα φωνή της Beth Gibbons κι οι γλυκόπιοτες δημιουργίες της. Με τύλιγαν ζεστά και μ’ αγκάλιαζαν, επιβίωσα! Λένε πως όταν συμπαθήσεις κάποιον μετά δεν είσαι ποτέ αυστηρός μαζί του. Και είσαι πολύ θετικά διακείμενος απέναντι σ’ οποιοδήποτε νέο του πόνημα. Έτσι δεν βλέπω κανέναν στη γωνία να περιμένει τη Beth…
Σα να τη βλέπω να ρουφά νωχελικά τον καπνό της, να κοιτάζει έξω απ’ το χνωτισμένο τζάμι και να μειδιά ελαφρά. «The thing that I’m into is the philosophy of the music. I love the surprise of things, the accidents… just the sound of a word, to try to express them in the best way, so that the emotion is totally revealed» λέει. Ο σκουριασμένος άντρας δίπλα της δηλώνει πως θέλανε να βγάλουν ένα δίσκο με ήχους από 40ς έως 70ς αλλά που συγχρόνως να έμοιαζε πως μόνο σήμερα θα μπορούσε να ηχογραφηθεί. Το οξύμωρο έπιασε. Beth Gibbons (Portishead, 1994-1998) and Paul Webb ή αλλιώς Rustin’ Man (Talk Talk) λοιπόν μαζί, σ’ έναν αποπλανητικό δίσκο. Φίλοι απ’ την εποχή που η Beth είχε κάνει audition για την post-Talk Talk μπάντα του Paul, τους O’rang, εμπνεύστηκαν κι έγραψαν το περισσότερο υλικό του «Out Of Season» στα σπίτια τους στις εξοχές του Devon και του Essex. Με αναφορές στη φύση και τις εποχές («Funny Time Of Year», «Resolve», «Sand River»), απ’ τις οποίες πάντα εμπνέεται, λέγοντας μας χαρακτηριστικά «while seasons stay the same, we nevertheless grow with age», αλλά με τον τρόπο που μπορεί να μιλά και για τα δικά μας αστικά περιβάλλοντα.
Δε μπορείς να μη γίνεις σκεφτικός, να μη μελαγχολήσεις, ίσως αντιτείνουν μερικοί. Η Beth υπεραμύνεται: «I find it really hard to write a happy song without it sounding somehow melancholic». Για τον Webb ο δίσκος ήταν η ευκαιρία ξεφύγει από τις ρυθμικές ντραμ εμμονές των O’ rang. Αλλά για την Gibbons (και εν αναμονή της νέας Portishead εμφάνισης) το δόσιμό της εδώ δε μπορεί να’ναι μια απλή περίπτωση. Είναι εκφραστικότατη, θερμή, δοσμένη. Πρώτο υλικό της εδώ και 5 τουλάχιστον χρόνια, το «Out of season» είναι ένα όντως εκτός εποχής μαγικό χαρμάνι μεταμεσονύκτιας τζαζ, γλυκών ψιθύρων, πικρών απολογισμών, σόουλ αγγιγμάτων, φολκ χαμηλόφωνων ραψωδιών, αρτ τεχνοτροπιών, με την ευφυιώς ταιριαστή «αναλογική» παραγωγή. Άλλωστε διακριτικά η  παρέα των Portishead ακολουθεί το ύφος των δυο μαγεμένων : o Adrian Utley είναι και στην κιθάρα και σε κάποιες ιδέες στην παραγωγή αλλά κι ο drummer Clive Deamer κι ο πιανίστας John Baggott από την live μπάντα των P. Από τους Τalk Τalk που τελικά είχαν όλοι τους πολύ παραπάνω ψωμί να δώσουν, οι Lee Harris και Simon Edwards. Έγχορδα, χάμμοντς, πιάνα, Wurlitzer, φυσαρμόνικες κι άλα εφφέ στέκουν ακίνητα μπροστά από τις σκούρες ορχηστρικές κουρτίνες του φόντου – σα νάσαι σ’ένα μικρό πανδοχείο στη μέση του πουθενά, σε κάποια βόρεια ευρωπαϊκή πόλη.

Φυσικά τα κοινά με τους Porties σταματάν σε δυο κομμάτια : τα «Romance» και «Rustin Man». Γιατί στα υπόλοιπα 8 κομμάτια (λίγα πράγματι, αλλά όλα ένα κι ένα) η Beth εμβαθύνει σε τόσες διαφορετικές φωνές, αντιμετωπίζει το κάθε της κομμάτι σαν νέο ρόλο, αγγίζοντας παλιά κλίματα της Billie Holiday, της Johnny Mitchel, του Nick Drake (έχει ένα κομμάτι ολόδικό του, το ομώνυμο!), του Έλβις (στο κορυφαίο «Τom the model»). Παρέα με την ακουστική κιθάρα της, τις μικρές πρέζες ηλεκτρικής, και τις 40ς ορχηστικές υποκρούσεις η Μπέθ ξεφεύγει απ’ τις τριπ χοπ αγχολογίες της και απλώνει πάνω τους τη λειωμένη βουτυρένια της φωνή. «And the moments that I enjoy / a place of love and mystery / I’ll be there anytime» ψιθυρίζει με τον αισθαντικότερο δυνατό τρόπο η Beth στο «Mysteries», ένα απ’ τα ομορφότερα τραγούδια της, για να συνεχίσει : «God knows, how I adore life / When the wind turns on the shores lies another day».

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Destroyer – Destroyer’s Rubies (Merge, 2006)

destroyersrubies.jpgΕίναι ο έβδομος δίσκος των Destroyer, ύστερα από τα We’llBuild Them a Golden Bridge (1996, Tinker), Thief (2000, Catsup Plate), Streethawk: A Seduction (2001, Misra), This Night (2002, Merge), Your Blues (2004, Merge), Notorious Lightning And Other Works (2005, Merge). Τους γνώρισα με αυτόν εδώ, και σε αντίθεση με άλλους ομότεχνους, μου αρέσει σφοδρά να παραδέχομαι ότι γνώρισα ένα συγκρότημα στον τρίτο, έβδομο ή εικοστό δίσκο του. Ότι δεν το παρακολούθησα από τα σπάργανα, ότι δεν το εντόπισα όταν πρωτόβγαινε. Όχι μόνο δε νοιώθω καμία ενοχή γι’ αυτό, αλλά και χαίρομαι, σκεπτόμενος τι μουσικές έχουν βγει και παραβγεί, περιμένοντας απλώς να τις ανακαλύψουμε. Όπως με τα βιβλία τελικά.
Το πρόσωπο πίσω από το σχήμα είναι ο Dan Bejar (Βανκούβερ, Καναδάς), μέλος των εξαιρετικών σε ορισμένες περιστάσεις The New Pornographers (στους οποίους πάντως ο ίδιος δε θεωρεί τον εαυτό του επίσημο μέλος, ενώ και πρακτικά δεν συμμετέχει σε οτιδήποτε κάνουν). Η σαρδόνια ποπ του κυρίου αυτού κάνει το πρέπον στους δύο δασκάλους του: τον Μπάουι και τον Ντύλαν: τους θυμάται και μετά τους πετάει στη γωνία. Στην ουσία δεν είναι παρόμοιες οι φωνές, αλλά η ερμηνεία και κάτι περισσότερο: η αίσθηση της ερμηνείας. Εδώ κάπου μπαίνει η αβάσταχτη γοητεία της glam και folk παρακμής. Ο Tyrannosaurus Rex είναι για μένα ο συνδετικός κρίκος των πάντων εδώ.
destroyer.jpgΈτσι, με τέτοια γκλαμάτη φόρτιση και μεενίοτε θεατρικά φωνητικά, όταν σε κάθε κομμάτι κάπου στο μέσο μας αρχίζει τα «la la la» ή «ba ba ba» όχι μόνο δεν γίνεται ενοχλητικός, αλλά απολαυστικός. Αν πρέπει να διαλέξω οπωσδήποτε κάτι, παίρνω αμέσως το κορυφαίο Dangerous Woman Up to a Point (που ξεκινά με την ηρωίδα να συζητά σε μια πλατεία περί λογοτεχνίας), το εναρκτήριο δεκάλεπτο Rubies και τον τρόπο με τον οποίο αφήνει ένα jazz-piano να οδηγήσει ένα γκροτέσκο Looters’ Follies στα τάρταρα. Θα μας πετάξει και το 3000 Flowers, απλώς σα δείγμα τι ροκ κομμάτια μπορεί να συνθέσει και θα πάρει Neil Young/Crazy Horse κλίση στο κλείσιμο.
Με όλα αυτά, μου δημιουργήθηκε η εικόνα ενός τύπου που στέκεται στην άκρη του λιμανιού και παραληρεί ανάμεσα σε μπουκαλιές κρασί. Γι’ αυτό και ο τύπος μου θυμίζει, χωρίς να μου τον θυμίζει, τον καλό μου Nikki Sudden. Αν και σε ένα χυμώδες λογοπαίγνιο κάπου σε ένα blog διάβασα πως συν τοις άλλοις ο Bejar γυροφέρνει ανάμεσα σε 4 Κέβιν: Coyne, Ayers, Rowlands, Junior. Δεν θα έπαιρνα όρκο για τους δύο τελευταίους πάντως, αλλά ο blogger φαίνεται πως ξέρει από μουσική.Εδώ και μία δεκαετία ο κύριος αυτός γράφει, ηχογραφεί και παίζει ως Destroyer, με διάφορες μετακινήσεις, αλλαγές και αλλαξοκωλιές. Όμως, δεν έχουμε εδώ one man show, εφόσον κάθε φορά οι διαφορετικοί μουσικοί δίνουν γερό στίγμα. Ίσως γι’ αυτό και ο κάθε δίσκος του έχει ειδοποιούς -αν και λεπτεπίλεπτες- διαφορές από τους προηγούμενους, απ’ ό,τι διαβάζω. Όλοι δε ψηφίζουν ως περισσότερο πιασάρικο το Streethawk: A Seduction.
Ακόμα και μέσα σε όλο αυτό το παρακμιακό μπαράζ, ο τύπος διατηρεί την ισορροπία μεταξύ εκκεντρικότητας και κομψότητας. Οι πυκνές και απολαυστικές συνεντεύξεις του προοιωνίζουν  ορισμένους πολύ γερούς στίχους, στους οποίους δεν διστάζει να βάλει και τη βία πάσης φύσεως – ειδικώς τη βία που έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Σαν συγγραφέας, μάλιστα, ξαναβάζει τον ήρωα ενός προηγούμενου κομματιού σε κάποιο μεθεπόμενο, άρα ξαναβρίσκουμε τους ίδιους ζωγράφους, ιερείς, ερωτομανείς ή ερωτολειπείς. Αυτοί που περνούν βέβαια τα πάνδεινα στις ιστορίες του είναι οι κριτικοί («You can huff and you can puff but you’ll never destroy that stuff» και άλλα συναφή). Ευτυχώς, δεν ανήκω στο είδος, αν και δε θα με χαλούσε καθόλου να στιχουργηθώ με τέτοιες μουσικάρες.
Πρώτη δημοσίευση εδώ.