(δε)κατα, τεύχος 37 (άνοιξη 2014)

ΔΕΚΑΤΑΑφιέρωμα λιμάνια

Εκατόν είκοσι σελίδες ορθάνοιχτες μπροστά σε κάθε είδους λιμάνι, γεμάτες αλμύρα και σκουριά, πλημμυρισμένες από λέξεις απόπλου και εικόνες κατάπλου, διάστικτες με φράσεις ανοιχτών οριζόντων και λιμενικών μνημών – ιδού ο ιδανικός τρόπος να εορταστεί το δέκατο έτος κυκλοφορίας του περιοδικού. Οι Γιώργος Μπλάνας, Φίλιππος Δρακονταειδής, Γιώργος Βέης, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μηνάς Βιντιάδης, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιώργος Ρούβαλης, Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Γιώργος Ανωμερίτης, Δήμητρα Χριστοδούλου, Miguel Florez Nohesell, Robert Herschbach, Κώστας Δανούσης, Ελένη Πέγκα, Ρήγας Καππάτος, Έλσα Κορνέτη, Λάμπρος Σκουζάκης, Κώστας Ζωτόπουλος, Κώστας Χατζηαντωνίου, Γιάννης Τζώρτζης, Παντελής Απέργης, Γιούλη Βολανάκη, Γιώρος Μητσάκης, Παναγιώτης Βούζης, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Οικονόμου, Παυλίνα Παμπούδη, Ρίβα Λάββα, Παναγιώτης Ράμμης, Χρύσα Φάντη, Διαμαντής Μπασαντής, κ.ά. γράφουν για το λιμάνι ως χώρο εμπορίου, ως τόπο μετάβασης ανάμεσα σε δύο συνθήκες, ως ξεχωριστό και διακριτό μικρόκοσμο εντός της κοινωνίας, ως ανάμνηση, ως συναίσθημα, για τη στιγμή στη ζωή του κάθε ταξιδιώτη μετά την άφιξη ή πριν την αναχώρηση, την μελαγχολία της ματαίωσης και του ανεκπλήρωτου και γενικά για όλες τις όψεις του πλέον ταξιδευτικού και αταξίδευτου τόπου.

ουκρανία 2014Στις πίσω σελίδες ο Γιώργος Μπλάνας καταθέτει το πυκνότερο σημείωμα για την Ουκρανία και την κατάσταση εξαίρεσης της ζωής. Η ανακάμπτουσα αυτοκρατορική πολιτική της Γερμανίας με το ρυπαρό ένδυμα της Ε.Ε. πυροδότησε μια ακόμα βόμβα από αυτές που κοιμούνται στην Ανατολή. Γνωρίζουν βέβαια οι Γερμανοί κεφαλαιούχοι και γαιοκτήμονες πως οι εθνικές βόμβες της Ανατολικής Ευρώπης είναι ιστορικά μορφώματα και όχι συμπτώματα υπανάπτυξης. Οι λαοί της αναγκάστηκαν επί αιώνες να διαχειριστούν πολύπλοκα προβλήματα και κατέκτησαν τις ισορροπίες τους με πολύ κόπο. Επιβιώνουν, γράφει ο Μπλάνας, επειδή ξεχνούν την ίδια στιγμή που θυμούνται. Ξεχνούν τις αντιπαλότητές τους για χάρη της επιβίωσής τους και θυμούνται ποιο είναι, για να επιβιώσουν ως αυτοί που είναι. Και φυσικά τα γνωρίζουν αυτά οι ηγεμόνες του ευρωπαϊκού «φετίχ» και χτυπούν στο μαλακό υπογάστριο.

Το κλειδί φυσικά αποτελεί η μεταπολιτική ή βιοπολιτική: η πολιτική που ισχυρίζεται πως έχει ξεπεράσει τις ιδεολογίες και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη διαχείριση από «ειδήμονες» οι οποίες δεν αναγνωρίζουν υψηλότερο αγαθό από την ανθρώπινη ζωή. Κι έτσι από τη στιγμή που η κοινωνία δεν περιέχει ιδεολογίες και συλλογικά οράματα, το μόνο που απομένει είναι ένα απολιτικό πλήθος, τα μDolo-Adoέλη του οποίου ενδιαφέρονται μόνο για τη ρύθμιση των συμφερόντων του. Όταν χρειαστεί, ο πόλεμος θα θέσει σε παρένθεση την πολιτική και η πολιτική την ηθική.

Στις ίδιες επικράτειες ο Θανάσης Σπυράτος από τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα γράφει την ανταπόκρισή του από το στρατόπεδο προσφύγων Dolo Abo στην Αιθιοπία, στα σύνορα με την Σομαλία. Εδώ οι άνθρωποι δε σκέφτονται το μέλλον, γιατί γνωρίζουν όσο απρόβλεπτο μπορεί να είναι και πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί κάθε σχεδιασμός. Οι γηγενείς αδυνατούν να απαντήσουν σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με το δικό τους μέλλον. Τους έχει πάρει άλλωστε χρόνια να τελειώσουν κάποιο σχολείο, με τις αλλεπάλληλες διακοπές του. Ακόμα και στις πιο σκληρές συνθήκες, τα παιδιά συνεχίζουν τα παίζουν, με την εξαιρετικά εφευρετική τους ικανότητα να μετατρέπουν τα πάντα σε παιχνίδια. Ο ανταποκριτής απορεί: εξαγριωνόμαστε αν κάποιος μας βρίσει, αλλά όχι όταν βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις, που θεωρούμε μέχρι και φυσιολογικές.

limani-thessaloniki3Η βαθιά λογοτεχνία δεν αναπαρίσταται ως εικόνα, λέει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης στην ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη. Ο συγγραφέας μοιράζεται τις σκέψεις του, μεταξύ άλλων, για τους νεότερους συγγραφείς αλλά και συνομίληκούς του στους διακρίνει έλλειψη ύφους, τόνου και προσωπικής φωνής, ενώ από την άλλη παραληρούν μπροστά σε μια ξένη μοντερνιά αντί να ανακαλύψουν το Ξεφλούδα, τον Πεντζίκη, τον Σκαρίμπα, αγνοούν ότι ο Λόρενς Στερν τα έκανε αυτά πριν τον Τζόις. Γι’ αυτό και η γλώσσα τους είναι παγερή, εσπεράντο ελληνικά. Όσον αφορά το μέλλον της τέχνης του λόγου, βλέπει το πέρασμά της σε υποκατηγορίες, με την έμφαση να δίνεται όχι στην γλώσσα αλλά στην θεματική διεύρυνση, στην ευκολία και στο ξάφνιασμα. Κάπου τριγύρω, πέντε συγγραφείς [Ζυράνα Ζατέλη, Αχιλλέας Κυριακίδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Ντίνος Σιώτης, Γιώργος Χουλιάρας] καταθέτουν ισάριθμους λόγους υπέρ του αριθμού 100 – και, όπως αντιλαμβάνονται όσοι έχουν ταχεία αντανακλαστικά λογοτεχνικής επικαιρότητας, πρόκειται για τα σκονάκια τους στην παρουσίαση του βιβλίου 100 του Γιάννη Ευσταθιάδη. [σ. 192]

Τώρα, α-λλού

loureed1Το Mic.gr προσκάλεσε τους συνεργάτες του να «γράψουν» από κοινού μια κασέττα με Lou Reed, με το τραγούδι που έκαστος επιθυμεί να μοιραστεί. Το Πανδοχείο ζήτησε μια θέση κάπου στην δεύτερη πλευρά, για να «αντιγράψει» το τελευταίο τραγούδι ενός δίσκου. Ολόκληρη η κασέττα και οι σημειώσεις της εδώ.

Sad Song [Berlin, 1973]

Ως ένας απόλυτα αφοσιωμένος ακόλουθος του John Cale ήταν αδύνατο να σταματήσω να ακούω τον Lou Reed. Κάπως είχα στο μυαλό μου, πως όσο οι τρισμέγιστες διαφορές (ευτυχώς) κατέκαψαν κάθε εκφυλιστική συνέχεια του Βελούδινου Υπογείου, άλλο τόσο οι ίδιες είναι που έφτιαξαν τις δυο προσωπικότητες – αυτές που είχα πάντα στο νου όταν με βεβαιότητα μονολογούσα πως το ροκ εντ ρολλ έχει πεθάνει μόνο για τους νεκρούς. Αλλά και αντίστροφα: η απόλυτη αντίθεσή τους έφτιαχνε αυτό που είναι αυτή η μουσική και καμία άλλη. Η απόλυτη σκέψη και η απόλυτη δράση. Το νεωτερικό και το αρχέγονο. Και χίλιες δυο άλλες τετριμμένες λέξεις.

Αυτός λοιπόν που μέσα από τους εφιάλτες της ζωής του είναι ο μόνος που δικαιούται να μιλάει για Τέλειες Μέρες, με προσκαλούσε συχνότερα από οπουδήποτε αλλού στο δικό του Βερολίνο. Σ’ αυτή την παροιμιώδη του αποτυχία, στην ομιχλώδη και καταθλιπτική (όπως και η συμβολισμένη πόλη) του ομολογία αδυναμίας. Εδώ συναντήθηκαν οι Καμμένοι Έρωτες, η Αυτοκτονία, η Ζωή που Άδειασε, εδώ σαν να συνάντησε τους Velvets, τον Cale, την Nico – θα μπορούσε να είναι τραγούδι τους καθενός τους – εδώ σαν να κάλεσε και τα φαντάσματα των φίλων, που φαντάζεται να τον συνοδεύουν στο ρεφραίν, εδώ μαtumblr_lev6z3slxx1qzc5quo1_500ς διαβεβαίωσε πως όση ευφορία και να μας πυρπολεί, εμείς θα προτιμούμε τα λυπημένα τραγούδια, αλλά μόνο από αυτούς που Είναι αυτό που Τραγούδησαν.