Richard Sennett – Ο ξένος. Δυο δοκίμια για την εξορία

sennett_

Μπορεί ένα βιβλίο μόλις εκατόν σαράντα τριών σελίδων να περιλαμβάνει με πυκνή, δοκιμιακή πλην εύληπτη και σαφή γλώσσα του δυο όψεις της ξενότητας, που εκκινούν από παλαιότερες ιστορικές καταστάσεις, εφαρμόζουν όμως πλήρως στις σύγχρονες συγκυρίες της μετανάστευσης, της εξορίας και της ετερότητας; Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί. Ξεκινώ με το δεύτερο και εκτενέστερο δοκίμιο του βιβλίου, που τιτλοφορείται Ο ξένος. Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει καθώς αρχίζει και τελειώνει το δοκίμιό του με δυο εικαστικά παραδείγματα. Το πρώτο έργο τέχνης είναι Το μπαρ στα Φολί – Μπερζέρ [1881 – 1882] του Εντουάρ Μανέ.

Τα Φολί – Μπερζέρ ήταν ένας χώρος αισθησιακής ελευθεριότητας, όπου χόρευαν γυναίκες χωρίς εσώρουχο, με αποτέλεσμα, όποτε σήκωναν τα πόδια τους, να εκτίθεται το εφηβαίο τους σε κοινή θέα. Ήταν ένας χώρος κακόφημος, δημόσιος εντούτοις (και οπωσδήποτε όχι πορνείο), που τον κατέκλυζαν θορυβώδη πλήθη που έπιναν και ερωτοτροπούσαν σε μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, μακριά από τις έγνοιες της οικογενειακής εστίας. Μια τέτοια σκηνή θα αποδομήσει ο Μανέ. Βλέπουμε μια γυναίκα να στέκεται πίσω από τον πάγκο ενός μπαρ, σκεπτική, θλιμμένη και αγέλαστη, απομονωμένη, σε απόλυτα μετωπική στάση. Καθώς η μορφή της αντανακλάται μέσα στον καθρέφτη, εστιάζουμε την προσοχή μας στην μόνη σημαντική εμπειρία βάθος και προοπτικής σμίκρυνσης μέσα σε αυτόν. Ιδού το δράμα που εξυφαίνει ο καλλιτέχνης: κοιτάζω σε έναν καθρέφτη και αντικρίζω κάποιον που δεν είναι ο εαυτός μου.

Edouard_Manet_

Την ίδια στιγμή ένας άντρας που στέκει παράπλευρα μοιάζει να κάνει μια ανήθικη πρόταση σε μια νεαρή σερβιτόρα, η οποία αντιδρά με ανείπωτη θλίψη στο βλέμμα της. Δεν είναι η πρώτη φορά που απεικονίζει η μοναχική νεαρή γυναίκα σε έναν ανήθικο δημόσιο χώρο· είναι ένα ηθικολογικό θέμα που ο Ντεγκά είχε ζωγραφίσει στο Αψέντι [1876]. Τώρα η πραγματική ιστορία εκτυλίσσεται κάπου αλλού, έξω από τον καμβά. Αν ο Μανέ ήταν φιλόσοφος θα υποδείκνυε ως πραγματικό θέμα του πίνακά του το εξής: η στερεότητα των μη εκτοπισμένων πραγμάτων, όπως και του εαυτού όσων δεν έχουν βιώσει τον εκτοπισμό, αποτελεί στην πραγματικότητα την μέγιστη ψευδαίσθηση.

Το να είσαι ξένος σημαίνει να ζεις σαστισμένος σε έναν ξένο τόπο: ο μετανάστης βιώνει ένα πολιτισμικό σοκ και κλείνεται στον εαυτό του: ο εξόριστος ζει μια ζωή αδρανή, αδιάφορη, σε μια πόλη που παραμένει ξένη· ο εκπατρισμένος γρήγορα αρχίζει να ονειρεύεται την επιστροφή του… [σ. 76]

Degas - Absinthe

Μια αρχετυπική μορφή εξόριστου του 19ου αιώνα είναι ο Αλεξάντρερ Χέρτσεν, που αιχμαλώτισε σε μια αλησμόνητη πρόζα την καταραμένη σχέση ανάμεσα στον εθνικισμό και την κατάσταση του να είσαι ξένος. Ο ενταγμένος στις τάξεις του ρωσικού ριζοσπαστισμού Χέρτσεν εκδιώχθηκε από την Ρωσική Αυτοκρατορία και όταν τελικά του επιτράπηκε να επιστρέψει στην πατρίδα του έκανε πίσω. Εξακολούθησε να τρέφει παθιασμένο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην πατρίδα του αλλά δεν μπορούσε πλέον να ζήσει εκεί.

Ο ξένος έχει μια πιο ευφυή και πιο ανθρώπινη σχέση με την κουλτούρα του απ’ ότι αυτός που δεν έχει μετακινηθεί ποτέ και δεν έχει υποχρεωθεί να σταθμίσει τις διαφορές της μιας κουλτούρας από την άλλη. Η διαδικασία του να γίνεται κανείς ξένος είναι κάτι που επεξεργάζεται κανείς δημιουργικά, όταν μεταχειρίζεται τα υλικά της ταυτότητας με τον τρόπο που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης τα βουβά δεδομένα που πρέπει να αποτυπωθούν στο έργο του. Στην ουσία φτιάχνεις τον εαυτό σου. Και ο Χέρτσεν έπρεπε να βρει ένα νέο τρόπο να είναι Ρώσος.

Alexander_Herzen_

Αν το τραύμα της καταγωγής είναι το πρώτο τραύμα που χαρακτηρίζει τον Οιδίποδα, το τραύμα του πλάνητα αποτελεί το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα του. Ο Σοφοκλής όμως, στον Οιδίποδα επί Κολωνώ, εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδιαν την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το ξερίζωμα έχει ανάλογη αξία και κεντρική θέση στην ιουδαιοχριστιανική παράδοση. Οι Εβραίοι της Παλιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες και ο θεός τους Γιαχβέ τους υποσχόταν ότι τα θλιβερά ταξίδια τους είχαν κάποιο νόημα. Έτσι και οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και την έκθεση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία συνδέεται, ήδη από τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια κουλτούρα του δεύτερου τραύματος.

Ο λόγος που αποδίδεται τόσο μεγάλη αξία στον ξεριζωμό απορρέει από ένα βαθύ αίσθημα δυσπιστίας απέναντι στην ανθρωπολογία της καθημερινής ζωής. Τα καθημερινά πράγματα, καθαυτά, είναι μια ψευδαίσθηση – για τους Ορφικούς, τον Πλάτωνα, τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, τον Άγιο Αυγουστίνο. Το σημάδι του ξένου αποτελεί ένα ηθικό στίγμα ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη όποιος ζει σαν ξεριζωμένος μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δυο τραύματα στο σώμα του Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας, ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη. [σ. 113]

Οιδίπους επί Κολωνώ, 1989, Αλέξης Μινωτής

Τα πάθη του νεώτερου εθνικισμού συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους μέχρι τους αρχαίους τραγικούς, από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς πατέρες, υπήρχε ένα πάθος για εκτοπισμό, εις βάρος της κοινότητας. Ο Χέρτσεν άρχισε σύντομα να αντιλαμβάνεται ότι «δεν είχε πουθενά απολύτως να πάει και δεν είχε και λόγο να πάει οπουδήποτε». Συνειδητοποίησε την εσωτερική του δύναμη, την αίσθηση της ανεξαρτησίας, κι έτσι άρχισε να αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο έβλεπε τον κόσμο που τον περιέβαλλε: τώρα η μασκαράτα είχε τελειώσει, οι μασκαράδες είχαν βγάλει τις στολές, οι γιρλάντες είχαν πέσει από τα κεφάλια, οι μάσκες από τα πρόσωπα…

Παρέμεινε προσγειωμένος, προσπαθώντας να κατανοήσει πώς μπορεί ένας ξένος να τα βγάλει πέρα με την ίδια του την εθνικότητα. Για έναν άνθρωπο που έχει γίνει ξένος το έθνος εγκυμονούσε δυο κινδύνους: τον κίνδυνο της λήθης και τον κίνδυνο της μνήμης: αφενός την ταπείνωση λόγω της επιθυμίας του να αφομοιωθεί, αφετέρου την καταστροφή του από τη νοσταλγία. Πολλοί ξένοι από φόβο μήπως αποξενωθούν ή μήπως γίνουν βαρετοί στους άλλους, συμπεριφέρονταν σαν να μην υπήρξε ο κόσμος τους. Αυτούς τους ανθρώπους ο Χέτρσεν τους αντιμετώπιζε σα να περιέρχονταν σε ένα είδος εκούσιας αμνησίας. Στον πίνακα που ζωγραφίζει για την ζωή του ο ξένος μεγάλα κομμάτια είναι καλυμμένα με λευκό χρώμα. Η επιθυμία κάποιου για αφομοίωση μπορεί να βιωθεί ως μια δύναμη που δημιουργεί ένα αίσθημα ντροπής για τον εαυτό του, εξασθενίζοντας έτσι τη δύναμη του εγώ του. Συμπεριφέρεται ως λογοκριτής του εαυτού του, σα να υπάρχει κάτι επονείδιστο που πρέπει να μείνει κρυφό από τους άλλους.

RS3

Όμως ο Χέρτσεν, σοσιαλιστής εκ πεποιθήσεως, επέκτεινε τις σκέψεις του: ο ίδιος ο εκτοπισμός των ξένων τους παρείχε την πείρα να βλέπουν πέρα από τον εαυτό, να έρχονται σε επαφή με άλλους παρόμοια εκτοπισμένους με ένα πνεύμα συνεργασίας. Μόνο η γνώση της διαφοράς και η εμπειρία του εκτοπισμού μπορούν να ορθώσουν ένα φράγμα εμπειρίας ενάντια στις ορέξεις του κτητικού ατομικισμού. Ο εξόριστος μπορεί να υποδουλωθεί και από τις δυνάμεις της ίδιας του της μνήμης, που συνθέτουν μια καταπιεστική, δεσμευτική παράδοση.

Καθώς ο ξένος δεν μπορεί να γίνει πολίτης του κόσμου, καθώς δεν μπορεί να αποτινάξει τον μανδύα του εθνικισμού, ο μόνος τρόπος για να αντέξει το βαρύ φορτίο της κουλτούρας είναι να την υποβάλει σε κάποια είδη εκτοπισμού που κάνουν πιο υποφερτό τούτο το βάρος. Και σε αυτή την προσπάθειά του να εκτοπίσει την εικονοποιία της κουλτούρας και των παραδόσεων ο ξένος καταπιάνεται με ένα έργο παρόμοιο με αυτό του σύγχρονου καλλιτέχνη, του οποίου η δραστηριότητα κατά τον τελευταίο αιώνα αποσκοπεί όχι τόσο στην αναπαράσταση των αντικειμένων όσο στον εκτοπισμό τους.

marcel-duchamp-the-large-glass_

Ο Σένετ ολοκληρώνει το δοκίμιό του με ένα έργο τέχνης του Μαρσέλ Ντυσάν, το Μεγάλο γυαλί: Η νύφη που τη γδύνουν οι μνηστήρες (1927). Με την χρήση του γυαλιού ο καλλιτέχνης επιδίωκε να θέσει υπό αμφισβήτηση «τη συνήθη αισθητηριακή μαρτυρία που μας επιτρέπει να έχουμε μια κανονική αντίληψη ενός αντικειμένου». Τα αντικείμενα παύουν να υφίστανται ως υλικές εμπειρίες και τα αντιλαμβάνεται κανείς μέσα στα όρια της πραγματικότητας που ορίζει το γυαλί. Ο Ντυσάν ήθελε να βοηθήσει το νου να «δει» χωρίς να εξαρτάται από αυτό που βλέπει το μάτι. Το να μπορέσεις να συλλάβεις εκ νέου τους άλλους και τον εαυτό σου ως απτά, συγκεκριμένα ανθρώπινα όντα και όχι ως πολιτισμικούς τύπους μπορεί επίσης να εξαρτάται από τέτοιες αναπάντεχες τροπές· μια από αυτές είναι ο ίδιος ο εκτοπισμός.

Το δεύτερο δοκίμιο του συγγραφέα αφορά το ειδικότερο θέμα του εβραϊκού γκέτο στη Βενετία που επεκτείνεται στην ευρύτερη θεματική του τρόπου με τον οποίο «οι εξόριστοι φτιάχνουν μια πατρίδα». O εβραϊκός λαός έχει εξοικειωθεί με διάφορες μορφές εξορίες και επιβίωσε σε μικρούς θυλάκους εν μέσω ξένων, καταπιεστικών λαών. Οι Εβραίοι βίωσαν πολλές φορές τον εκτοπισμό, αλλά διατήρησαν την πίστη τους ανεξάρτητα από το πού ζούσαν· δημιούργησαν επίσης (συνήθως μικρές και απομονωμένες) κοινότητες όπου κι αν εγκαταστάθηκαν, αντιλαμβανόμενοι ακριβώς τον εαυτό τους μέσω του διαχωρισμού. Η περίπτωση του εβραϊκού γκέτο στην αναγεννησιακή Βενετία είναι περισσότερο πολύπλοκη: είναι η ιστορία μιας ομάδας εξορίστων που υπέστησαν τον διαχωρισμό παρά την θέλησή τους αλλά έπειτα αξιοποίησαν ακριβώς την κατάσταση του διαχωρισμού τους και διαμόρφωσαν νέες κοινοτικές μορφές.

map_

Η Βενετία ήταν αναμφίβολα η πόλη με τον πιο διεθνή χαρακτήρα την εποχή της Αναγέννησης αλλά σε αντίθεση με την αρχαία Ρώμη οι ξένοι που πηγαινοέρχονταν κατά πλήθη δεν ανήκαν σε μια κοινή αυτοκρατορία ή ένα κοινό έθνος· ήταν μόνιμοι μετανάστες. Από την μια πλευρά τα ανθρώπινα δικαιώματα εκλαμβάνονταν ως ανεξάρτητα τοπικής αναφοράς: επρόκειτο για δικαιώματα σύναψης συμβολαίου που ίσχυαν για όλους τους συμβαλλομένους, ανεξάρτητα από τον τόπο προέλευσης ή διαμονής. Η ιερότητα του συμβολαίου ήταν δεδομένη, ενώ η προφορικότητά του σχετιζόταν με το αφορολόγητο. Σε κάθε περίπτωση τα προφορικά αυτά συμβόλαια συνέδεσαν τα οικονομικά δικαιώματα με τα δικαιώματα ελευθερίας του λόγου.

Ο διαχωρισμός ενέτεινε την Ετερότητά τους, καθώς έπαψαν να κινούνται στον αστικό χώρο, ενώ προφανώς έθρεψε φαντασιώσεις που κατέκλυσαν το γκέτο. Η ίδια η εβραϊκότητά τους έμοιαζε να απειλείται όταν αποφάσιζαν να βγουν έξω. Η έκθεση στους άλλους συνιστούσε απειλή για την ταυτότητά τους. Η σχετική εμπειρία τους υπέδειξε έναν βιώσιμο τρόπο σύνδεσης της κουλτούρας και των πολιτικών δικαιωμάτων.

Map of Venice Ghetto, 1775

Η δημιουργία χώρων γκέτο στη Βενετία, για Εβραίους και άλλους ξένους, συνέδεσε τον τόπο με τα δικαιώματα και κατά έναν άλλο τρόπο. Η πόλη παρείχε προστασία στους ξένους μόνο αν βρίσκονταν στο δικό τους μέρος. Έτσι ο τόπος και το σώμα συνδέθηκαν άρρηκτα.  Το να είσαι Εβραίος έγινε πλέον μια χωρική εμπειρία. Η ακεραιότητα του ανθρώπινου σώματος ήταν εγγυημένη μόνο σε έναν απομονωμένο χώρο και προφανώς ενίσχυσε τον κοινοτικό δεσμό. Ο διαχωρισμός των περιθωριοποιημένων μετεξελίχθηκε σε μια θετική ανθρώπινη αξίας, ωσάν οι διαχωρισμένοι να είχαν προστατευτεί από μια μόλυνση. Ο χώρος του γκέτο εξιδανικεύτηκε ως «πραγματική» κοινότητα, ως οργανικός χώρος. Και πρώτοι οι Εβραίοι της αναγεννησιακής Βενετίας σκέφτηκαν ότι αυτός ο διαχωρισμός ενείχε, ειρωνικά, αυτή τη θετική αξία.

Ο συγγραφέας παρεμβάλλει ένα ενδιαφέρον υποκεφάλαιο σχετικά με την Ιστορία της πορνείας κατά την Αναγέννηση. Τι σχέση έχουν όμως οι Εταίρες και οι Εβραίοι; Οι δεύτεροι κλήθηκαν να φορέσουν ένα κίτρινο διακριτικό το 1397, ενώ το 1416 οι πόρνες και οι μαστροποί έλαβαν εντολή να φορούν κίτρινα μαντίλια. Ο εξαναγκασμός του κράτους σκόπευε στην επιβολή ελέγχου αλλά απέτυχε, καθώς το κίτρινο ένδυμα λειτουργούσε περισσότερο ως κράχτης παρά ως προειδοποίηση.

merchant of venice

Σε αντιστάθμισμα για τον διαχωρισμό και την απομόνωσή τους οι Εβραίοι εξασφάλισαν την προστασία της ζωής τους εντός των τειχών του γκέτο για όσο θα παρέμεναν εκεί. Η πόλη – κράτος ήταν πρόθυμη να διώκει τα βίαια εγκλήματα κατά των ξένων κοινοτήτων εφόσον οι ξένοι περιορίζονταν στις συνοικίες τους. Ένα δεύτερο αντάλλαγμα από την πολιτεία για τον εγκλεισμό τους ήταν η άδεια να χτίσουν συναγωγές. Τα κτίρια αυτά πλέον γίνονται το καθοριστικό δημόσιο ίδρυμα της εβραϊκής κοινοτικής ζωής και επηρέασαν βαθιά την έννοια της ιουδαϊκής ταυτότητας.

Ένα δεύτερο παρεκβατικό κεφάλαιο εστιάζει στον γραφέα, ποιητή, ραβίνο, μουσικό και πολιτικό ηγέτη Λεόν Μόντενα, τα κηρύγματα του οποίου προσέλκυσαν και Χριστιανούς, με αποτέλεσμα την γεφύρωση της πολιτισμικής απόστασης Εβραίων και Χριστιανών. Η συναρπαστική ιστορία του καταδεικνύει μεταξύ άλλων και πώς ένας κατεξοχήν κοσμοπολίτης και περιπλανώμενος Ιουδαίος έγινε Εβραίος με την πίστη του να έχει τα ίδια όρια με τον τόπο του.

Gisèle L'Épicier - L’étranger_

Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2015, μτφ. Παναγιώτης Σουλτάνης, επιμ. Γιώργος Διαμαντής, σελ. 143, [σειρά minima, 7] [The foreigner. Two essays on exile, 2011]

Στις εικόνες: Edouard Manet – Un bar aux Folies Bergère, Edgard Degas – Absinthe, Οιδίπους επί Κολωνώ [Εθνικό Θέατρο, 1989, Αλέξης Μινωτής], Alexander Herzen, Richard Sennett, Marchel Duchamp – La mariée mise à nu par ses célibataires, même (Le Grand Verre), , Κάτοψη και Χάρτης του Εβραϊκού Γκέτο στην Βενετία [1775] και γκραβούρα από τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπιρ, που επίσης εντάσσει στο δοκίμιό του ο συγγραφέας, Gisèle L’Épicier – L’étranger.

Νίκος Καρούζος – Πεζά κείμενα

KAROUZOS Peza Keimena_

Τα πεζά ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς»

Πιάνω στα χέρια μου το τεύχος υπ’ αρ. 88 – 89 του περιοδικού Η λέξη (Οκτώβρης – Νοέμβρης ’89), που είχα αγοράσει από ένα περίπτερο στην Θεσσαλονίκη. Ίσως ήταν το πρώτο αφιερωματικό τεύχος που αγόραζα και ο λόγος ήταν ο τιμώμενος ποιητής, ο πρώτος ποιητής που μου μίλησε με έναν τρόπο που μέχρι σήμερα πασχίζω να καταλάβω. Το αφιέρωμα στον Νίκο Καρούζο περιελάμβανε εξαιρετικά ενδιαφέροντα κείμενα από τον Τίτο Πατρίκο, Έκτορα Κακναβάτο, Ματθαίο Μουντέ, Γιώργο Βέη, Αλέξη Ζήρα, Κ. Αγγελάκη – Ρουκ, Αθηνά Παπαδάκη, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Κωστή Παπακόγκο, Ευγένιο Αρανίτση, Κώστα Σοφιανό, Θανάση Χατζόπουλο, Θ.Δ. Φραγκόπουλο, κ.ά., καθώς και μια συνομιλία του ποιητή με τους εκδότες του περιοδικού Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Νιάρχο. Ανοίγω το τεύχος και βλέπω τις κυκλωμένες από το μολύβι μου παραγράφους – όπως εκείνη από το κείμενο του Αρανίτση [σ. 894 – 895]:

Η ποίηση έχει καταστρέψει τη ζωή του Καρούζου σαν μια μοιραία και απαιτητική ερωμένη. Πρόκειται για έναν άνθρωπο που η συνείδησή του κατοικείται από λέξεις σε κατάσταση αναβρασμού. Ένας τέτοιος ψυχικός κόσμος στριφογυρίζει υποχρεωτικά μέσα στο παράδοξο. Υποφέρει αλλά δεν πλήττει ποτέ, γιατί η δουλειά του είναι να παράγει μια ανεξάντλητη πείρα σε μυστήρια και αντιξοότητες. Ποτέ δεν ελληνική ποίηση το τυχαίο και το αυθόρμητο δεν συνδυάστηκαν τόσο ιδανικά με λεπτές χημικές διεργασίες εμπνευσμένες απ’ την μυστικιστική πεποίθηση ότι η γλώσσα διαθέτει δυνατότης μαγείας, ιδιότητες παραισθησιογόνου, εκείνη την αρχαϊκή πνοή που αναταράζει τον μανδύα της γονιμότητας.

Λέξη Καρούζος

Είκοσι χρόνια μετά, κι έχοντας διασχίσει όλες τις συλλογές του ποιητή και άλλα αφιερώματα, όπως εκείνα των περιοδικών Το Δέντρο και Εμβόλιμον, που παρουσιάσαμε εδώ κι εδώ αντίστοιχα, φτάνω στην παρούσα έκδοση, που συγκεντρώνει πεζά κείμενα που γράφτηκαν στη διάρκεια των σαράντα ενός χρόνων μιας συνεχούς γραφής που δημοσιευόταν σε εκείνα τα λογοτεχνικά περιοδικά που επιθυμούσε να είναι «προσκεκλημένος» και να γράφει όποτε ήθελε και ό,τι τον ενδιέφερε, χωρίς κάποια μόνιμη συνεργασία. Η θεματολογία του ευρύτατη, αχανής: η ποιητική γραφή, η πνευματική του πορεία, η αντίστοιχη πορεία της πατρίδας του· η μουσική, το θέατρο, η ζωγραφική, ο θρησκευτικός λόγος, οι ομότεχνοι, οι αντίθετοι. Πρόκειται για δείγματα, όπως γράφει στην εισαγωγή της η επιμελήτρια, μιας ιδιότυπης πνευματικής εξωστρέφειας, που καταλήγει μέχρι και τους τελευταίους γραμμένους στίχους του στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει, στο Δόξασμα, που αναδημοσιεύεται στο ίδιο κείμενο· για κείμενα ενός ποιητή που δεν εγκατέλειψε αλλά ούτε και χαρίστηκε στο «εμείς».

Νίκος Καρούζος σε Κήπο

Εκείνος λοιπόν που έγινε γνωστός ως ο ποιητής της ρήξης, καθώς μέσα από τα ποιήματά του αρθρώνεται ένας διαρκής διάλογος – σύγκρουση, μια σκληρή και τρυφερή μέσα στην οραματική της διάσταση αναθεώρηση των πάντων, ο ποιητής στάθηκε μακριά από δόγματα, συρμούς και ομάδες, «διεθνής και ακάθεχτος», όπως έγραφε στην Ψυχαγωγία εις ύψος, στην συλλογή Συντήρηση ανελκυστήρων, που θυμάμαι είχα αγοράσει γοητευμένος από μικρός από τον τίτλο της, έγραφε στο κείμενο Τοποθέτηση, στο περιοδικό Τομές, το 1976:

Με ρωτούν ενίοτε τι βλέπω στην πολιτική πραγματικότητα σαν ορθότερο, «πού ανήκω». Λοιπόν, ανήκω, σεβόμενος ότι το αόρατο και αόριστο πρόσωπο του μέλλοντος, αλλ’ αυτό του παρόντος το ορατό και συγκεκριμένο, στην απλή και ελεύθερη λογική, που είναι πάντα κι αποκλειστικά ποσιμπιλιστική, προσφέροντας το βεβαιότερο πράγμα, το εφικτό – στα δίκαια αιτήματα που αντιμάχονται τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα της υπάρχουσας κοινωνίας. Όλα τα’ άλλα, τα ηχηρά και κραυγαλέα και άκρως θεωρητικά δεν έχουν εμφανή βάση σ’ αυτόν τον αστάθμητο κόσμο… [σ. 191]

Philippe Soupault_

…για να προσθέσει, πως σαν αδέσμευτος άνθρωπος πιστεύει «πως ο πραγματικά φυσικός δρόμος που θα μπορούσε να οδηγήσει κάποτε στην περιπόθητη σοσιαλιστική διοργάνωση της κοινωνικής πραγματικότητας είναι ακριβώς το πολύγνωμο δημοκρατικό πολίτευμα». Στο ίδιο τεύχος, τον ίδιο χρόνο και στην ίδια στήλη αφιερώνει ένα κείμενο στον Philippe Soupault, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, όπως γράφει περίπτωση αναμφισβήτητου ποιητή κι ενός από τους πρωτεργάτες της υπερρεαλιστικής ουτοπίας, που πιστώνεται εκτός από τα διαφόρων ειδών κείμενά του και την εντυπωσιακή νεκρανάσταση του Lautreamont, ίδιον των εξαίσια εισδυτικών πρωτοτύπων πνευμάτων.

O ίδιος ο Μπρετόν (προτού τον διαγράψει από την σουρεαλιστική ομάδα λόγω «λογοτεχνικής παρέκκλισης») κάπου στο περίφημο Μανιφέστο σημείωνε πως το 1919 ο Σουπώ έμπαινε σ’ ένα σωρό απίθανα σπίτια για να ρωτήσει τον θυρωρό και να εξακριβώσει αν έμενε εκεί ο Φίλιππος Soupault. Και αργότερα προσέθετε: Πιστεύω πως δεν θα αισθάνθηκε καμιάν έκπληξη από μια καταφατική απάντηση. Θα πήγε να χτυπήσει την πόρτα του. Ο Καρούζος εδώ υποστηρίζει ότι οι καλύτερες, και ουσιαστικά τολμηρότερες πραγματώσεις των υπερρεαλιστών είναι εκείνες που διατηρούν ή και επιτρέπουν έναν όποιο σύνδεσμο με το διάψυχο γεγονός της λογικής.

Gogol_1_

Ο Καραγκιόζης και ο Κόντογλου, ο Καβάφης και ο Παπαδιαμάντης, ο Σικελιανός και ο Καραγάτσης, ο «πολυβότανος» Πεντζίκης και ο Μανουήλ Πανσέληνος, ο Γιώργος Μακρής κι ένας εμπεδόκλειος αλήτης μέσα σ’ ένα ταξί με τον Παύλο Valery, έχουν όλοι θέση στην σκέψη του Καρούζου, που συλλογίζεται σε άλλα κείμενα για την ελευθερία, την γλώσσα, τους κοινωνικούς αγώνες, την σοσιαλιστική ηθική, το θέατρο (όπως ένα κείμενο για Το προξενιό της Αντιγόνης του Βασίλη Ζιώγα), την θρησκεία και την θεολογία, όπως ένα εξίσου έξοχο κείμενο για τις λατρευτικές σελίδες του Ν. Β. Γκόγκολ.

Η δοκιμιακή γραφή του ποιητή έχει την γλωσσική στόφα όλων των παλαιών δοκιμιογράφων. Στο κείμενό του για την στοχαστική διάσταση του Άγγελου Τερζάκη γράφει: Ο Τερζάκης είναι ένας γνήσια διαλογιζόμενος άνθρωπος, ένας αληθινός στοχαστής, με γνήσιο εσωτερικό υπόστρωμα, με γραφίδα περίτρομη κατάντικρυ στα φλέγοντα του πνεύματος, με συνεσταλμένη συλλογιστική, με πλήθος ακράτητα ερωτήματα και βαθύτατο πύρωμα σώψυχης αγωνίας. Η λέξη, Επιθεώρηση Τέχνης, Ζυγός, Διαγώνιος, Νέα Εστία, Ευθύνη, Καινούρια Εποχή, Σύνορο, Εκκλησιαστικά Προβλήματα, Κριτικά Φύλλα, Υδρία, Τομές, Τετράδια Ευθύνης, Τραμ, Το Περιοδικό, Πλανόδιον, Το Δέντρο …. δεκάδες περιοδικά και εφημερίδες φιλοξένησαν όλα αυτά τα κείμενα που επιχειρούν να παγιδεύσουν «το αόρατο στην ορατότητα», όπως μας συμβούλευε στην Εντύπωση από την συλλογή Ερυθρογράφος.

verne

Άμα διαβάζει κανείς Εμπειρίκο στα τόσο παλλόμενα πεζά του και τυχαίνει να ξέρει τις παλαιές καθαρευουσιάνικες μεταφράσεις του Ιουλίου Verne, είναι αδύνατο να μη συσχετίσει τις δυο γλώσσες γράφει ο Καρούζος στο κείμενό του Ιούλιος Verne και Ανδρέας Εμπειρίκος, σε κάποιο τεύχος του Τραμ το 1979. Εδώ ο συγγραφέας εκφράζει μια άποψη που κρέμεται, όπως γράφει, από την διαίσθησή του και μόνο: ο Εμπειρίκος διαμόρφωσε την μαγιά του γλωσσικού του πεπρωμένου από τέτοια διαβάσματα της παιδικής ηλικίας. Ο Καρούζος δεν θεώρησε σωστό να τον ρωτήσει σχετικά, γνωρίζοντας πως κάθε ποιητής είναι εξαιρετικά ευαίσθητος σε παρατηρήσεις επιδράσεων. Εν τούτοις σε κάποια ανάγνωση εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία σε κάποια από τις γνωστές οικιακές αναγνώσεις του Εμπειρίκου και σχολίασε: Είσθε ένας μυθικής, θα έλεγα, όσο κι απόμακρης γραφής Έλληνας Ιούλιος Verne του έρωτα. Ο Εμπειρίκος ενθουσιάστηκε με αυτά τα λόγια και μίλησε με ολόψυχο θαυμασμό για τον Ιούλιο Βερν, αν και κατάλαβε κάτι διαφορετικό από εκείνο που εννοούσε ο Καρούζος: ότι οραματιζόταν την ανώτερη εξέλιξη του ερωτικού παράγοντα στην ανθρώπινη μοίρα και την κατάφαση κάθε ερωτικής ελευθερίας.

ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΝΙΚΟΣ.1

Το προτελευταίο κείμενο του τόμου τιτλοφορείται Η νοσταλγία του παρελθόντος, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο, και αναφέρεται ως προσχέδιο για την αυτοβιογραφική ταινία του συγγραφέα και κατανέμεται σε δεκατέσσερις σκηνές (Ναύπλιο, 1982). Στην έβδομη σκηνή αναφέρεται στα μυκηναϊκά ερείπια, που του αρέσουν ακριβώς γιατί είναι τυφλά. Σε μια φιλοσοφία των ερειπίων θα άξιζε να γραφτεί πως τα καλώς, ας πούμε, σωζώμενα ερείπια, δεν προσφέρουν το βίωμα του απείρου, όσο τέτοιου είδους τυφλά ερείπια. Στην ενδέκατη σκηνή συμπυκνώνει την ιδέα του για την ποίηση, για την οποία τον ρωτούν κάθε τόσο, θυμάται την θέση της «ασιατικής φιλοσοφίας», πως όποιος δυναστεύεται από ερωτήματα δεν έχει την παραμικρή δυνατότητα να λάβει απόκριση. Και στην αμέσως επόμενη γράφει «περί ρουτίνας»:

Όπως έλεγε ο Novalis, δεν είναι τίποτα πιο ασυνήθιστο απ’ το ίδιο το συνηθισμένο. Η ποίηση τρέχει στους δρόμους. Κι ο ποιητής πιάνει κάποια ελάχιστα της φαντασμαγορικής αυτής διαδικασίας. Η βίωση προέχει. Για σκεφτείτε ένα μακρινό σαξόφωνο από ένα φωτισμένο παράθυρο, που μπορούμε να το απολαύσουμε ωσάν ηχητική μπαλάντα του άπειρου… Δεν είν’ έτσι; Η ποίηση βατεύει τα γεγονότα. Κι ανασταίνει το παραδείσιο στοιχείο οπουδήποτε… [σ. 314]

Εκδ. Ίκαρος, Α΄ έκδ. 1998, Β΄ έκδ. 2010, φιλολογική επιμέλεια: Ελισάβετ Λαλουδάκη, σελ. 324, με εντεκασέλιδη εισαγωγή της επιμελήτριας και ευρετήριο.

Στις εικόνες: Ο Ποιητής στον Κήπο, η κεφαλή του Φίλιππου Σουπώ, το μπλέ του Νικολάι Γκόγκολ, η πολυχρωμία του Ιουλίου Βερν, ο Καρούζος στον Δρόμο.