Georg Trakl – Ποιήματα

Georg Trakl 0

Το μοναχικό τραγούδι ενός Κάσπαρ Χάουζερ του 20ού αιώνα

Η ποίηση του Γκεόργκ Τρακλ πάντα με προσέλκυε με έναν σκοτεινό, αδιευκρίνιστο τρόπο. Να είναι άραγε η καθαρή ουσία των λέξεων ή ίδια η προσωπικότητά του; Ακόμα κι αν η ανάγνωση των γραπτών του έχει αυτόνομο ενδιαφέρον, ορισμένα ερμηνευτικά κλειδιά είναι απολύτως απαραίτητα για την βαθύτερη κατανόηση της γραφής του. Κι έτσι αυτή η δίγλωσση έκδοση που περιλαμβάνει ολόκληρο το σημαντικότερο βιβλίο του Ο Σεβαστιανός μέσα στ’ όνειρο, το πρώιμο πεζό ποίημα Εγκατάλειψη (για πρώτη φορά στα ελληνικά) και τα σπουδαιότερα και εκφραστικότερα ποιήματα από ολόκληρο το ποιητικό του έργο, μας προσφέρει ακριβώς τέτοια κλειδιά.

Πρόκειται για τρία ειδικότερα κείμενα: ένα συμπαγές σώμα με εκτενή σχόλια και σημειώσεις πάνω στα ποιήματα, το τραγούδι του ξένου – ένα ευρύτερο σχόλιο στην ποίηση του Τρακλ κι ένα χρονολόγιο που περιλαμβάνει σημαντικά αποσπάσματα από σωζόμενες επιστολές. Δεν μπορείς να φανταστείς πόση είναι χαρά όταν όλα όσα για χρόνια πιέζονταν μέσα σου και ζητούσαν βασανιστικά την λύτρωση ξαφνικά και απροσδόκητα έρχονται με ορμή στο φως, ελευθερώνονται και σε ελευθερώνουν… έγραφε σε παιδικό του φίλο, λίγο καιρό μετά την δοκιμή γραφής των πρώτων του ποιημάτων. Αλλά ο ψυχισμός του ήταν ήδη ετοιμόρροπος.

Georg Trakl 3

Το 1904 ο Τρακλ δοκιμάζει για πρώτη φορά χλωροφόρμιο και οινοπνευματώδη ποτά· αρχίζει να καπνίζει και να επισκέπτεται τα χαμαιτυπεία. Σταδιακά εθίζεται σε τοξικές ουσίες, στα σκοτεινά δηλητήρια (κυρίως χλωροφόρμιο, όπιο, αργότερα κοκαΐνη και στα υπνωτικά χάπια Veronal). Εγκαταλείπει οριστικά το γυμνάσιο και αρχίζει πρακτική εκπαίδευση σε φαρμακείο του Ζάλτσμπουργκ· η επιλογή του επαγγέλματος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την εξάρτησή του από τα ναρκωτικά. Επέλεξε να εργαστεί στον λευκό άγγελο· αυτή ακριβώς ήταν η επωνυμία ενός φαρμακείου στο Ζάλτσμπουργκ. Αγοραφοβικός και φυγόκοσμος, δειλός και συνεσταλμένος στο έπακρο, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες· τις περισσότερες ώρες τις περνά στην αποθήκη του φαρμακείου, που είναι ένας χώρος στενός, αποπνικτικός, χωρίς παράθυρα, και όπου φυλάσσονται όλα τα παρασκευάσματα.

Η Φαρμακευτική είναι η οδός του· αλλά η εγκατάσταση στη Βιέννη το 1908 για σπουδές είναι εφιαλτική. Ζει σε μεγάλη μοναξιά σε φτηνά, καταθλιπτικά, κρύα και υγρά δωμάτια· αργότερα που ως Ανθυπολοχαγός υπηρετεί την θητεία του στην ίδια πόλη και δικαιούται να διατηρεί δωμάτιο. Από το παράθυρο έχω θέα σε μια μικρή, σκοτεινή αυλή. Όταν κοιτάζω έξω, πετρώνω από την απελπισία…έγραφε σε επιστολή του το 1910. Συμβαίνει συχνά να περιπλανιέμαι μέρες ολόκληρες στα γύρω δάση….ή σε δρόμους σε θλιβερούς κι έρημους τόπους έγραφε σε άλλο γράμμα, ένα χρόνο μετά. Καλά θα κάνει να αμύνεται κανείς μπροστά στην τέλεια ομορφιά, την οποία περιττεύει να κοιτάς σαν χαζός. Όχι, για εμάς το σύνθημα είναι ένα: Εμπρός προς τον ίδιο σου τον εαυτό! έγραφε σε τρίτη επιστολή, σε γνωστή του.

Bernd Streiter (German, 1962). Schlaf (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Η αγαπημένη του αδελφή Margarethe (ή Grete ή Gretl όπως την αποκαλούσε ο ίδιος) ήταν η μοναδική στην οικογένεια που ενδιαφέρθηκε για τον ποιητή, στο έργο του οποίου εμφανίζεται συχνά και επανέρχεται ολοένα ως Έφηβη, Καλογριά, Ξένη κλπ. Εγκατέλειψε μόλις έντεκα χρονών την πατρική εστία και κλείστηκε εσωτερική σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, μάλλον, όπως εικάζεται, εξαιτίας των στενών σχέσεων με τον αδελφό της. Εάν οι ερωτικές σχέσεις του Τρακλ με την αδελφή του υπήρξαν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να στόχευαν ενστικτωδώς σε ένα: να στηλιτεύσουν την κοινωνία και την οικογένεια που ζει μέσα στο ψεύδος, στην σεμνοτυφία και στην υποκρισία.

Το 1912 αποδέχεται τη θέση στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Βιέννη με εξαιρετικά χαμηλό μισθό. Παρουσιάζεται, παραμένει λίγες ώρες και την επομένη υποβάλλει την παραίτησή του. Επιστρέφει στο Ζάλτσμπουργκ και γράφει: Πόσο σκοτεινή είναι ετούτη η ρημαγμένη πόλη, όλο εκκλησίες και εικόνες του θανάτου. Αργότερα αναγκάζεται λόγω της μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας να πουλήσει τα βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης: Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι, Χόφμανσταλ, Ρεμπώ, Τσβάιγκ, Λενάου. Δεν γνώριζε πως λίγο αργότερα ο Βιττγκενστάιν θα διαθέσει ένα μέρος της τεράστιας πατρικής περιουσίας του ενισχύοντας άπορους ποιητές και καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Τρακλ, ο Ρίλκε, ο αρχιτέκτονας Άντολφ Λοος, ο ζωγράφος Όσκαρ Κοκόσκα κ.ά.

Georg Trakl 2

Οι νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση. / Κηδεύουν τον ξένο. Ύστερα αρχινά μια σιγανή βροχή που / λαμπυρίζει. / Ο γιος του Πάνα φανερώνεται με τη μορφή ενός εργάτη / Που περνά το μεσημέρι κοιμούμενος βαθιά πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο. / Σε μιαν αυλή είναι μικρά κορίτσια ντυμένα με ρούχα φτωχικά / Που σου σπαράζουν την καρδιά! Είναι δωμάτια / Γεμάτα μελωδίες και σονάτες. Είναι ίσκιοι / Που αγκαλιάζονται μπροστά σε τυφλούς καθρέφτες. / Αυτοί που αναρρώνουν ζεσταίνονται στα παράθυρα του νοσοκομείου. / Ένα λευκό ατμόπλοιο στο κανάλι μεταφέρει αιμόφυρτες επιδημίες. / Η ξένη αδελφή φανερώνεται πάλι σε κάποιου τ’ άσχημα όνειρα…

…έγραφε στον Ψαλμό, αφιερωμένο στον Καρλ Κράους. Στο παιδί Έλις ο Τρακλ δανείζεται το όνομα ενός Σουηδού εργάτη μεταλλείων Έλις Φρέμπομ, που έζησε τον 17ο αιώνα και σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα του γάμου του σε πολύ νεαρή ηλικία. Το συμβάν θεματοποίησαν ο E.T.A Hoffmann και ο Hugo von Hoffmannsthal σε διήγημα και έμμετρο δράμα αντίστοιχα. To σώμα του άτυχου νέου ανασύρθηκε ανέπαφο αρκετές δεκαετίες μετά τον θάνατό του, όταν η γυναίκα του ήταν ήδη σε βαθύ γήρας.

The Bear Press - Georg Trakl. Gesang des Abgeschiedenen. Sieben Farbholzschnitte von Hanns Studer_

O εκδότης Κουρτ Βολφ [Kurt Wolff] που εκείνα τα χρόνια είχε εκδώσει έργα του Φραντς Κάφκα, του Ρόμπερ Βάλζερ, της Έλζε Λάσκερ – Σύλερ, του Γκόντφιντ Μπένν κ.ά. κάνει δεκτά τα ποιήματά του· είναι το πρώτο και το τελευταίο βιβλίο που θα δημοσιεύσει όσο ζει. Στο Ίνσμπρουκ θα απαγγείλει για πρώτη και τελευταία φορά ποιήματά του. Η επιστράτευσή στον πόλεμο και ιδίως η παρουσία του στην μάχη του Γκρούντεκ (στη σημερινή Ουκρανία) θα σημάνει και την αρχή της ψυχικής του κατάρρευσης, καθώς θα βρεθεί μόνος περιθάλποντας ενενήντα περίπου βαριά τραυματισμένους στρατιώτες, αρκετοί από τους οποίους θα αυτοκτονήσουν μπροστά στα μάτια του. Λίγες μέρες αργότερα θα κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας και θα μεταφερθεί στην ψυχιατρική πτέρυγα του Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Κρακοβίας. Μια μέρα πριν τον θάνατό του από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία είκοσι επτά ετών, θα κάνει μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας με ισχυρή δόση κοκαΐνης. Τρία χρόνια μετά θα αυτοκτονήσει η αδελφή του, σε ηλικία είκοσι έξι ετών.

Χτυπημένος από ανείπωτους συγκλονισμούς, που δεν ξέρω αν είναι για να με καταστρέψουν ή για να με ολοκληρώσουν σαν άνθρωπο, αμφιβάλλοντας για κάθε καινούργιο ξεκίνημα και ενόψει ενός κατά κάποιον γελοίο τρόπο αβέβαιου μέλλοντος….  // Χαμένος ανάμεσα στη μέθη και τη μελαγχολία, μου λείπει η δύναμη να αλλάξω μια κατάσταση που μέρα με την ημέρα γίνεται όλο και πιο αδιέξοδη και δεν απομένει παρά μια επιθυμία μόνο, πως καλό θα ήταν να ξεσπάσει μια καταιγίδα για να με εξαγνίσει ή να με αφανίσει. [αποσπάσματα από επιστολές]

Georg Trakl 1_

Το τραγούδι του Κάσπαρ Χάουζερ αφορά μια από τις πιο αινιγματικές ιστορίες του 19ου αιώνα που δεν έχει διαλευκανθεί μέχρι σήμερα. Ο δεκαεξάχρονος νεαρός βρέθηκε σαν ουρανοκατέβατος σε πλατεία της Νυρεμβέργης το 1828, χωρίς να γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, μιλώντας πολύ λίγο. Ο θρύλος τον θέλει να έχει μεγαλώσει στην αγκαλιά της φύσης ή να κατάγεται από αριστοκρατική οικογένεια.

Ο αγνός και ανόθευτος νέος έγινε το σύμβολο της δολοφονίας της φύσης από τον «εκπολιτισμένο» άνθρωπο. Για την περίπτωση του Κάσπαρ Χάουζερ γράφτηκαν εκατοντάδες βιβλία και κείμενα ενώ ο Βέρνερ Χέρτζογκ γύρισε την περίφημη ταινία του. Η μοναδική αυθεντική φράση του σώζεται ήταν το: Θέλω να γίνω Ιππότης ενώ ο Τρακλ σε επιστολή στου έγραψε σε φίλο του: Τελικά θα παραμείνω για πάντα ένας κακόμοιρος Κάσπαρ Χάουζερ.

 Bernd Streiter (German, 1962). Begegnung (from the series dedicated to Austrian poet Georg Trakl), 1989

Το τραγούδι του μοναχικού έχει τις ρίζες του σ’ έναν κοινό τόπο της χριστιανικής γραμματείας: την αναχώρηση του μοναχού, την αποταγή των εγκοσμίων· ο μοναχός είναι ήδη μεταφορικά νεκρός για τον κόσμο ετούτο, καθώς ασκείται νύχτα – μέρα στη νέκρωση των παθών. Αν εμβαθύνει κανείς στο Όνειρο και σκοτισμός του νου θα δει καθαρά όλο το δράμα της ζωής του ποιητή. Όνειρο ήταν η ζωή που λαχταρούσε να ζήσει, σκοτισμός του νου είναι η ζωή όπως τελικά την έζησε.  Το Grodek, το τελευταίο ποίημα που μπόρεσε να ολοκληρώσει, ανακεφαλαιώνει σε λίγους στίχους όλη την τέχνη του Τρακλ. Μέσα από την πολεμική σύρραξη φανερώνεται καθαρά η δυνατή αντίθεση ανάμεσα στη Φύση και τον Άνθρωπο. Από την μια η γαλήνη της φύσης, από την άλλη ο δυσερμήνευτος, ακατανόητος αλληλοσπαραγμός, η εγγενής αδυναμία του ανθρώπου να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη ξενιτεία, γράφει ο μεταφραστής στο δεύτερο κείμενό του. Κάποτε, στην αδυσώπητη μοναξιά, η τρέλα γνέφει στον ξένο από μακριά. Αφετηρία και τέλος του ξένου είναι ο απέραντος χώρος του πνεύματος· εκεί ο ξένος ζει και αναπνέει ελεύθερα. Ο ξένος είναι ξένος γιατί δεν διακατέχεται από καμία ιδεολογία, ιδεοληψία, θρησκοληψία. Είναι ακόμα μοναχικός γιατί δεν ανήκει πουθενά: σε καμία οργάνωση, σε καμία πολιτική παράταξη, σε κανένα κόμμα, σύνδεσμο, σύλλογο, εκκλησία ή εταιρεία.

Masked Portrait (Georg Trakl) - Albert Bloch 1_

Ο ξένος περιφρονεί την ευτυχία, που είναι ο επιούσιος άρτος των πολλών. Το τραγούδι είναι ο τρόπος εξοικείωσης του ξένου με τον ανοίκειο κόσμο. Το τραγούδι του είναι ελεύθερο γιατί δεν ζητά τίποτα και από κανέναν. Έχει μάλιστα ένα κοινό σημείο με το τραγούδι του πουλιού: δεν απευθύνεται σε κανέναν ούτε ζητά ένα ακροατήριο. Τόσο ο ξένος όσο και ένα πουλί τραγουδούν γιατί μόνο έτσι ζουν μέσα στον κόσμο. Μόνο με αυτό τον τρόπο δεξιώνεται ο ξένος τον κόσμο. Η εστία του είναι ακριβώς το τραγούδι· και με αυτό φανερώνει τον κόσμο σε μια άλλη διάσταση, και όχι στην δεδομένη του μορφή. Η ανάγνωση των ποιημάτων του Τρακλ πρέπει οπωσδήποτε να υπολογίσει τις παραπάνω φράσεις του μεταφραστή.

Η ποίηση του Τρακλ είναι κρυπτική, αινιγματική, πολυσήμαντη αλλά όχι ηθελημένα ακατανόητη. Ο πολύτροπος, πρωτεϊκός της χαρακτήρας επιτρέπει πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις. Είναι από τους πρώτους που μαθαίνει να βλέπει την ωραιότητα στην ασχημία, στη σήψη, στην κατάρρευση, στην περιοδικότητα των πάντων, λέγοντας με διαφορετικούς τρόπους πως κατά βάθος η αλήθεια είναι φοβερή και αποκρουστική. Ωστόσο, τονίζει ο μεταφραστής, δεν είναι ο ποιητής της «παρακμής» αλλά μάλλον της ακμής τους ερχόμενου γένους, Αυτό είναι που θα ζητήσει να επιστρέψει πάση θυσία στην αλήθεια, την ωραιότητα, το μέτρο, την ολιγάρκεια, στις πρωταρχικές εστίες του ανθρώπου, που λησμόνησε στην παραφροσύνη των μεγαλουπόλεων.

1924

Εκδ. Περισπωμένη, 2014, μετάφραση – επίμετρο: Θανάσης Λάμπρου, 295 σελ. Περιλαμβάνονται σχόλια και σημειώσεις, συνοπτικό χρονολόγιο και βιβλιογραφικό σημείωμα.

Και η εικοσιεξάλεπτη σύνθεση Georg Trakl του ηλεκτρονικού γκουρού Klaus Schultze για τον συγγραφέα, από τον δίσκο του Χ [1978].

Τα δυο έργα του Bernd Streiter (1962) όπως και η τρίτη εικονογράφηση χρησιμοποιήθηκαν για εκδόσεις του ποιητή. Το τελευταίο πορτρέτο είναι του Albert Bloch.

George Orwell – Κάρολος Ντίκενς

Orwell - Dickens

Είναι γνωστό ότι ο Τζορτζ Όργουελ έχει γράψει εξαιρετικά δοκίμια για πλείστα λογοτεχνικά και πολιτικά θέματα· συνεπώς, όταν εκδόθηκε αυτοτελώς η μελέτη του για τον Κάρολο Ντίκενς από τον τόμο συλλογή των δοκιμίων του Decline of English Murder and other essays [1965], το ενδιαφέρον μου υπήρξε παραπάνω από αυξημένο, τόσο για την απομυθοποίηση πολλών θεσφάτων για τον μεγάλο βικτωριανό συγγραφέα όσο και για την γενικότερη ερμηνεία του έργου του υπό την πολιτική και ηθική σκέψη του Όργουελ. Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις σκέψεις του σε επτά άτιτλα κεφάλαια, που εμπλουτίζει με χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το έργο του Ντίκενς για να στηρίξει τις θέσεις του.

charles_dickens_wiki

Ο Όργουελ μπαίνει ευθέως στην προβληματική του. Ο ζοφερός οίκος, Δύσκολα χρόνια, ΌλιβερΤουίστ, Η μικρή Ντόρριτ: Ο Ντίκενς στα μυθιστορήματά του επιτίθεται στους θεσμούς τους αγγλικού κράτους με μια σφοδρότητα η οποία δεν ξαναφάνηκε έκτοτε. Αλλά αυτό κατάφερε να το κάνει χωρίς να γίνει μισητός – και κάτι ακόμα σπουδαιότερο: οι άνθρωποι ακριβώς που ήταν ο στόχος της επίθεσής του καταβρόχθιζαν τα βιβλία του σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνει ο ίδιος ένας εθνικός θεσμός. Με την στάση του αυτή προς τον Ντίκενς το αγγλικό κοινό έμοιαζε κάπως με τον ελέφαντα που δέχεται το χτύπημα του μπαστουνιού σαν ένα απολαυστικό ξύσιμο στη ράχη.

Ο Ντίκενς φαίνεται να ’χει καταφέρει να επιτίθεται σε όλους και να μην αντιπαθείται από κανέναν. Σαφώς δεν ήταν ένας προλεταριακός συγγραφέας, παρά την αντίθετη γνώμη (ή μάλλον υπονόηση) του Τσέστερτον. Αν αναζητήσει κανείς την εργατική τάξη στο αγγλικό μυθιστόρημα, μάλλον θα βρει ένα κενό. Ο αγροτικός εργάτης έχει μεγάλη παρουσία, αλλά το κανονικό προλεταριάτο της πόλης πάντα αγνοείται. Ο Ντίκενς εστιάζει αποκλειστικά στην εμπορική αστική τάξη του Λονδίνου και στα παράσιτά της και μόνο σε έναν βιομηχανικό εργάτη!

orwell_Ο Ντίκενς δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι, με την δεδομένη μορφή κοινωνίας, ορισμένα δεινά δεν μπορούν να θεραπευτούν. Ουδέποτε διανοήθηκε πως είναι δυνατόν να θεραπεύσεις μια νόσο καταπολεμώντας τα εξωτερικά της συμπτώματα. Η κριτική που ασκεί στην κοινωνία είναι σχεδόν αποκλειστικά ηθικολογική· εξ ου και η απουσία οποιασδήποτε εποικοδομητικής πρότασης μέσα στο έργο του. Επιτίθεται στο νομικό σύστημα, στην κοινοβουλευτική κυβέρνηση, στην εκπαίδευση και ούτω καθεξής, χωρίς ποτέ να λέει τι θα έβαζε στη θέση τους. Βέβαια και δεν είναι υποχρεωτική δουλειά ενός μυθιστοριογράφου ή ενός σατιρικού συγγραφέα να κάνει εποικοδομητικές προτάσεις, ωστόσο το ζήτημα είναι ότι η στάση του δεν είναι ούτε ανατρεπτική κατά βάθος.

Στόχος του στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο η κοινωνία όσο «η ανθρώπινη φύση». Πουθενά δεν επιτίθεται, λόγου χάριν, στην ατομική ιδιοκτησία ή στην ιδιωτική επιχείρηση. Δεν υπάρχει στα Δύσκολα χρόνια ούτε μια αράδα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαυτό σοσιαλιστική. Η τάση αυτού του βιβλίου είναι στην πραγματικότητα φιλοκαπιταλιστική, διότι η όλη του ηθική συνεχίζεται στην άποψη ότι όλοι οι καπιταλιστές θα πρέπει να γίνουν καλοί και όχι ότι θα πρέπει να ξεσηκωθούν οι εργαζόμενοι. Αυτό είναι το μήνυμα: εάν οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν καλά, ο κόσμος θα ήταν καλός. Εξ ου και η διαρκώς επανερχόμενη φιγούρα ιδίως στα πρώιμα ντικενσιανά μυθιστορήματα: ο καλός πλούσιος. Είναι συνήθως ένας «μεγαλέμπορος» (χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες), που συχνά μοιράζει γκινέες.

RO60064771

Αντίθετα, μια κραυγαλέα πληγή του καιρού του, η παιδική εργασία, σπάνια βρίσκει θέση στις σελίδες του. Τα παιδιά υποφέρουν περισσότερο στα σχολεία παρά στα εργοστάσια. Ο Ντίκενς είναι μειωτικά εχθρικός και απέναντι στο πλέον ελπιδοφόρο κίνημα της εποχής του, τον εργατικό συνδικαλισμό. Τον ίδιο αντίθετος είναι και ως προς κάθε ιδέα επανάστασης που μοιάζει με τέρας που καταβροχθίζει τα πάντα και άλλωστε υποκινείται από τον όχλο του Λονδίνου (σήμερα δεν υπάρχει όχλος, αλλά ένα υπάκουο κοπάδι, προσθέτει ειρωνικά ο Όργουελ). Η γαλλική επανάσταση συνέβη επειδή αιώνες καταπίεσης είχαν καταντήσει τους Γάλλους χωρικούς υπανθρώπους. Οι επαναστάτες στα μάτια του δεν είναι παρά αποκτηνωμένοι αγριάνθρωποι, έως και φρενοβλαβείς. Πρόκειται για μια αντίληψη αντίθετη στην «επαναστατική» στάση.

george-orwell_

Δεν έχουμε λοιπόν, μοιάζει να σκέφτεται ο Ντίκενς, παρά να ελπίζουμε στο μεμονωμένο άτομο, αρκεί να μπορέσουμε να το προλάβουμε σε πολύ νεαρή ηλικία. Ίσως έτσι εξηγείται εν μέρει η επίμονη ενασχόλησή του με την παιδική ηλικία. Και κανείς δεν έχει γράψει καλύτερα για την παιδική ηλικία και την απομόνωσή της. Κάθε είδους εκπαίδευση στην Αγγλία δέχεται την σφοδρή κριτική του Ντίκενς. Αλλά και εδώ η κριτική δεν είναι ούτε κατεδαφιστική ούτε εποικοδομητική· διακρίνει την ηλιθιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά είναι και αντίθετος με το νέο είδος σχολείου που αναδύθηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μάλλον προτείνει μια ηθικοποιημένη εκδοχή του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς τους ραβδισμούς, τυραννικότητα και τόσα πολλά αρχαία ελληνικά. Σε πολλές σελίδες είναι εμφανής η πλήρης απουσία κάθε εκπαιδευτικής θεωρίας.

Όπως φαίνεται σε κάθε επίθεση που έκανε ο Ντίκενς εναντίον της κοινωνίας, υπεδείκνυε μια αλλαγή πνεύματος περισσότερο παρά μια αλλαγή στην δομή. Ήταν εκτός των άλλων και ένας λαϊκός μυθιστοριογράφος, ικανός να γράφει για τους καθημερινούς ανθρώπους και την χαμοζωή τους. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους χαρακτηριστικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα: ένιωθαν άνετα μέσα στον κόσμο που ζούσαν, ενώ ένας σημερινός συγγραφέας είναι τόσο απελπιστικά απομονωμένος ώστε το τυπικά σύγχρονο μυθιστόρημα είναι ένα μυθιστόρημα γύρω από τον μυθιστοριογράφο.

Great Expectations_

Κι έτσι ο Ντίκενς γράφει για τα συνήθη θέματα: τον έρωτα, την φιλοδοξία, την φυλαργυρία, την εκδίκηση κλπ. εκτός από την εργασία. Οτιδήποτε την αφορά, βρίσκεται εκτός σκηνής· η αντίθεση με τον Τρόλλοπ λόγου χάριν είναι καταφανής. Αυτό που ώθησε τον Ντίκενς σε μια μορφή τέχνης για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος ήταν απλώς το γεγονός πως ήταν ένας ηθικολόγος, ήταν η συνείδηση ότι «έχει κάτι να πει». Είναι πάντα έτοιμος να κάνει κήρυγμα και αυτό είναι το μυστικό της δημιουργικότητάς του. Ο Ντίκενς έχει την ικανότητα να είναι πάντα διασκεδαστικός επειδή είναι εξεγερμένος εναντίον της εξουσίας κι η εξουσία είναι πάντα εδώ για να μας κάνει να γελάμε μαζί της.

 Ο ριζοσπαστισμός του είναι ασαφέστατος κι ωστόσο ξέρουμε ότι υπάρχει. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ηθικολόγο κι έναν πολιτικό. Δεν έχει εποικοδομητικές προτάσεις, ούτε και μια ξεκάθαρη αντίληψη για την φύση της κοινωνίας στην οποία επιτίθεται, παρά μόνο μια συγκινησιακή αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά. […] Αυτό κατά του οποίου εναντιώνεται δεν είναι τούτος ή εκείνος ο θεσμός αλλά, όπως το διατύπωσε ο Τσέστερτον, «μια έκφραση πάνω στο ανθρώπινο πρόσωπο». [σ. 83]

Orw

Ένας ευδιάθετος αντινομισμός ντικενσιανού τύπου, καταλήγει ο Όργουελ,  αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστκά της δυτικής λαϊκής κουλτούρας. Τα βλέπει κανείς στις λαϊκές ιστορίες και στα κωμικά τραγούδια, σε φανταστικές φιγούρες όπως Μίκυ Μάους ή ο ναύτης Ποπάυ (παραλλαγές και οι δυο του Τζακ του γιγαντοφονιά), στις λαϊκές διαμαρτυρίες εναντίον του ιμπεριαλισμού· είναι η αίσθηση ότι βρίσκεται πάντα στο πλευρό του αδύνατου εναντίον του δυνατού.

Εκδ. Ύψιλον / βιβλία, 2009, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, σελ. 87 [από τον τόμο Decline of English Murder and other essays, 1965]