Φώτης Τερζάκης – Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας

ΦΤ

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος παραλογισμού

Αν ο όρος φονταμενταλισμός είναι στην δημόσια γνώμη της Δύσης συνώνυμος με το πολιτικοποιημένο Ισλάμ, σε ποιο βαθμό είναι επαρκώς δικαιολογημένη αυτή η ταύτιση; Και πώς εξηγείται η μεταστροφή από τον αραβικό σοσιαλισμό στον ισλαμισμό που αναδύθηκε στα τέλη του 1970 με την Ιρανική Επανάσταση; Ήδη από την πρώτη έκδοση του βιβλίου [1998] ο συγγραφέας είχε διακρίνει ότι πρόκειται για φαινόμενα ψευδο – θρησκευτικά, πρωτίστως πολιτικού χαρακτήρα και είχε ήδη διατυπώσει την πρόταση ότι ο φονταμενταλισμός είναι μια μορφή καθυστερημένου ή ανεσταλμένου εθνικισμού.

Η επανέκδοση του πολύτιμου αυτού βιβλίου λαμβάνει υπόψη της όλα τα σύγχρονα καταιγιστικά δεδομένα. Η αρχή βέβαια βρίσκεται στον ενεργητικό ρόλο που έπαιξε η αμερικανική γεωπολιτική στην δημιουργία και την ενίσχυση ενός νεοπαραδοσιακού Ισλάμ, με την βλέψη να λειτουργήσει ως ανασχετικός μοχλός απέναντι στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά ρεύματα της δεκαετίας του 1960 στον αραβικό κόσμο. Την ίδια πολιτική είχαν εφαρμόσει άλλωστε οι Αμερικανικές Υπηρεσίες νωρίτερα, στην δεκαετία του 1950, με κονδύλια και χορηγίες στο έδαφος των ΗΠΑ για την αναβίωση των παραδοσιακών ασιατικών θρησκευμάτων, κυρίως του Ινδουισμού και του Βουδισμού, με την αντίστοιχη βλέψη να λειτουργήσουν ως πολιτιστικό φράγμα στην Σοβιετική επιρροή. Ας σημειωθεί ότι και εδώ υπήρξε μια ανάλογη απρόβλεπτη συνέπεια, καθώς στις τελευταίες συνυπήρξαν και ένα μέρος της αμερικανικής αντικουλτούρας του ’60.

1

Με ποιες μορφές εμφανίζεται λοιπόν ο σύγχρονος ανορθολογισμός – ιρρασιοναλισμός που καθορίζει σχεδόν κάθε κοινωνία; Η μοντέρνα εκδοχή του εκδηλώνεται αφενός στη λατρεία της επιστήμης και της τεχνικής (η κυρίαρχη μυθολογία του δυτικού κόσμου), αποσυνδεδεμένη από κάθε πλαίσιο αξιών,  και αφετέρου μια ακατάσχετη διάδοση εκλαϊκευμένων και ανορθολογικών συστημάτων πεποιθήσεων, όπως ο εσωτερισμός, η αστρολογία, το new age κλπ. αλλά και οι εκτεταμένες θρησκευτικές αναγνώσεις που καταλήγουν σε ριζικά πολιτικές πρακτικές – ακριβώς αυτές που σήμερα ορίζουμε ως φονταμενταλισμό.

Ο ανορθολογισμός κάποτε συνδέθηκε με τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα, ως μορφή κριτικής του αστικού φορμαλισμού και του στυγνού ορθολογισμού της εποχής και ενέπνευσε όλα σχεδόν τα ουτοπικά επαναστατικά κινήματά της. Η επανεμφάνισή του στην κουλτούρα των δεκαετιών 1960 και 1970 σήμαινε την εξέγερση της ατομικότητας, την προτεραιότητα στον συλλογικό αυθορμητισμό και την φαντασία αλλά και μια βαθιά εσωτερικότητα. Ο χιπισμός, η σεξουαλική επανάσταση, η αισθητική αναζήτηση του πρωτόγονου και του εξωτικού εξερευνούσαν τις δυνατότητες ανασύστασης της ανθρώπινης κοινότητας σ’ ένα πνεύμα εξισωτισμού. Όταν όμως οι εξελίξεις στις δυτικές κοινωνίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά απέρριψαν κάθε κοινωνικό μετασχηματισμό και το μόνο που απέμεινε ήταν η προβληματική πλευρά του φαινομένου, ο ανορθολογισμός μετατράπηκε σε ιδεολογία που διαφοροποιείται από τον μύθο ακριβώς επειδή διεκδικεί επίφαση ορθολογικότητας.

Osho-as-a-medium-during-energy-darshan_

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από την ανάλυση του Αντόρνο πάνω στο αστρολογικό φαινόμενο. Το μυστικό της επιτυχίας της αστρολογίας έγκειται στην μαζοχιστική παρόρμηση για υποταγή και καθοδήγηση, σαν ένα πρωτόγονο ψυχικό αντίδοτο στην ανασφάλεια της σύγχρονης ζωής. Ο σύγχρονος εσωτερισμός κατασκευάζεται από θραύσματα αρχαίων και κυρίως ασιατικών μυθολογιών, θρησκευτικών αφηγήσεων και μυστικών παραδόσεων, μαζί με πλευρές οικολογικών προβληματισμών που αποσπώνται από τα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα και και ανασυναρμολογούνται σε συγκρητικά συστήματα προς άμεση κατανάλωση για ένα διψασμένο για νόημα μαζικό κοινό.

Οι οπαδοί του πράγματι διψούν για μια φιλοσοφική ενόραση του κόσμου αλλά εδώ στην ουσία κόβουν δρόμο προς την φιλοσοφία και ο εσωτερισμός γίνεται ένα μαζικό υποκατάστατο αυθεντικής πνευματικότητας, σύμμετρο με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, καθώς η πώληση των προϊόντων του ακολουθεί τις τεχνικές του μάρκετινγκ. Άλλωστε από την δεκαετία του 1960 και μετά η δημιουργία εσωτερικών σχολών από «αυθεντικούς» Ανατολίτες μοιάζει να αντιστρέφει προς στιγμήν τη νεοαποικιακή εκμετάλλευση επινοώντας ένα υψηλά εξαγώγιμο εθνικό προϊόν, με τεράστια ακροατήρια. Η οργάνωση και τα κέρδη αυτών των «σχολών» δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν απ’ οποιαδήποτε υπερσύγχρονη πολυεθνική εταιρεία.

Osho_Drive_By

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Ίδρυμα Osho, που διαχειρίζεται η Osho Commune International. Ο επιλεγόμενος Όσσο ίδρυσε σε διάφορες χώρες ποικίλες σχολές με επιχειρηματικές δραστηριότητες όπως αλυσίδες εστιατορίων, καταστημάτων μακροβιοτικής κλπ., ενώ έφτιαξε δική του αυτόνομη πόλη στο Όρεγκον, με δική της νομοθεσία, δικαστήρια και αστυνομία που τελικά διακόπηκε βίαια από τις Ομοσπονδιακές Αρχές. Τελικά η Πούνα των Ινδιών, σε εκτάσεις που χαρίστηκαν από τους οπαδούς του, έγινε τόπος εγκατάστασης εκατοντάδων ανθρώπων με πλήθος δραστηριοτήτων. Μια από αυτές είναι η ομαδική παρακολούθηση βιντεοκασετών με ομιλίες του· τα μέλη της κοινότητας, φορώντας τις υποχρεωτικές βυσσινί ρόμπες ξεσπούν σε ζητωκραυγές, καθώς ο γκουρού επαναλαμβάνει τα σχετικώς απλοϊκά του μηνύματα. Για άλλη μια φορά μπορεί να παρατηρήσει κανείς την πνευματική υποβολή και τον βαθμό συνειδητής αυτοπαραίτησης εκατοντάδων πιστών από κάθε κριτική ικανότητα. Υπάρχει και μια ακόμα λεπτομέρεια: στα άσραμ του Όσσο τίποτα δεν θυμίζει Ινδία· η ατμόσφαιρα θυμίζει μάλλον πολυεθνικές δυτικών κρατών· άλλωστε στα κεντρικά υπερσύγχρονα κτίρια απαγορεύεται κάθε πρόσβαση εκτός από τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ειδικευμένοι χρηματιστές.

Η άλλη όψη του σύγχρονου ιρρασιοναλισμού είναι η λεγόμενη «επιστροφή του Θεού». Πρόκειται βέβαια για τον υπερβατικό Θεό των μεγάλων μονοθεϊσμών της Ανατολικής Μεσογείου (του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ) που από την πρώτη στιγμή της «ζωής» του υπήρξε ένας Θεός εμπλεκόμενος στα ιστορικά γεγονότα, συνδεδεμένος με την ιστορία συγκεκριμένων εθνοτήτων. Ακριβώς το στοιχείο του εθνικισμού διαφοροποιεί αυτές τις περιπτώσεις από τις προηγούμενες. Η μεγάλη θρησκευτική αναβίωση είναι διαπλεγμένη με διασταυρούμενους και αντιμαχόμενους εθνικισμούς. Η θρησκεία επανεπιστρατεύεται για να συμβολίσει πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Η Παλαιστίνη, για παράδειγμα, αποτελεί πεδίο αντιπαράθεσης Ισλάμ και Ιουδαϊσμού· ο Λίβανος μιας αντίστοιχης σύγκρουσης χριστιανικών και μουσουλμανικών πληθυσμών. Το θρησκευτικό στοιχείο αποτελεί ένα πρόσφορο ρητορικό όπλο για κάθε είδους ανταγωνισμό.

8_small

Ο μονοθεϊσμός περιελάμβανε και την προσταγή για εγκόσμια δράση, για την πραγμάτωση του ηθικού ιδεώδους της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η θρησκεία απέκτησε την μορφή της θεοδικίας, σύμφωνα με την οποία αν η κοινότητα εφαρμόζει με υπακοή της επιταγές της, τότε ακολουθεί η εγκόσμια ευτυχία και η πραγμάτωση μιας «ορθής» κοινωνίας. Έτσι οι πιστοί εμφανίστηκαν ως εντολοδόχοι μιας άνωθεν βούλησης και, όταν οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν, προχώρησαν σε ουσιαστική ανάληψη δράσης στο πολιτικό πεδίο. Στον μουσουλμανικό κόσμο η απρόβλεπτη τεχνοοικονομική ανάπτυξη της Δύσης με την αποικιακή επέκταση των δυνάμεών της ανέκοψε την αντίστοιχη ανάπτυξη του υπόλοιπου κόσμου και την πορεία προς την δημιουργία σύγχρονων εκκοσμικευμένων πολιτικών θεσμών. Ακόμα και οι δυο περιπτώσεις μοντέρνων λαϊκών κρατών της Τουρκίας και του Ιράν οφείλονταν στην δυτική παρέμβαση.

Ο «φονταμενταλισμός» σχετίζεται με έναν τύπο θρησκευτικότητας ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο, χαρακτηρίζεται από μισαλλοδοξία και επιθετικότητα σε όσους δεν συμμερίζονται τα πιστεύω του και είναι έτοιμος να επιβάλει την θέλησή του δια της ισχύος, ενώ είναι κυρίως στραμμένος στο παρελθόν και αντιμετωπίζει με εχθρότητα κάθε νεωτερισμό. Είναι εμφανές ότι από την δεκαετία του 1970 και μετά διαπέρασε και τις τρεις κοσμοϊστορικές θρησκείες. Ο χριστιανικός φονταμενταλισμός, για παράδειγμα, συνδέθηκε με την Νέα Δεξιά, πολέμησε φαινόμενα «ηθικής» κατάπτωσης και υιοθέτησε ρατσιστικούς και σεξιστικούς τρόπους δράσης

Sunday preaching by George Bellows, Metropolitan Magazine, May 1915

Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια οι δυτικές κοινωνίες ζουν κάτω από την απειλή του Ισλάμ, το οποίο παρουσιάζεται ως υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνος της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ. Ο ισλαμισμός πλέον εμφανίζεται ως διάδοχος του κομμουνισμού ως προς την ιδιότητα της έξωθεν απειλής. Βέβαια η σχετική πολιτική ρητορεία της Δύσης κάνει έναν διαχωρισμό: απαλλάσσει από τις κατηγορίες τους συμμάχους της Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Ιορδανία, Αίγυπτο κλπ., ενώ μοιάζει να αγνοεί την ιστορική προέλευση του φαινομένου: η επέκταση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, η τερατώδης απεικόνιση του Ισλάμ ως όπλο για την ανάσχεσή του, ο πολιτικός και στρατιωτικός διαμελισμός των ισλαμικών κρατών σε προτεκτοράτα και ζώνες επιρροής. Τα δυτικά κράτη δεν λεηλάτησαν απλώς τις περιοχές αλλά και σχεδίασαν μακρόπνοες επιχειρήσεις επενδύσεων, εφόσον βέβαια εμφανίζονταν ως σωτήρες των ιθαγενών. Η εγγενής κατωτερότητα των τελευταίων, μια απροκάλυπτη εκδήλωση ρατσισμού, υπήρξε ο ακρογωνιαίος λίθος της αποικιακής ιδεολογίας που απέκτησε ένα ευπρόσωπο επιστημονικό όνομα: Οριενταλισμός.

Εδώ κατασκευάζεται και το περίφημο δίπολο Δύση – Ανατολή, με την τελευταία να εκπροσωπεί όλες τις ενσαρκώσεις του δαιμονικού άλλου. Οι ΗΠΑ κατέλαβαν την θέση που άφησαν οι παλιές αποικιακές αυτοκρατορίες, ως οικονομικός κυρίαρχος και πολιτικός ρυθμιστής στην εύφλεκτη ζώνη τους, καθιστώντας το Ισραήλ ως τοποτηρητή των ευρύτερων συμφερόντων τους, στρέφοντας την ρατσιστική επιθετικότητα κατά των Αράβων. Ο Σιωνισμός δεν είναι παρά ο καινούργιος κληρονόμος του Οριενταλισμού και όλων των αντισημιτικών στερεοτύπων.

20150404023336

Τα αραβικά κράτη είχαν δυο επιλογές: να προσδεθούν στο άρμα της νεαποικιακής αμερικανικής κυριαρχίας ή να βρεθούν αντιμέτωποι με την υπερδύναμη. Σε κάθε περίπτωση οι λαοί έμειναν με ένα αίσθημα αδικίας, μειονεξίας, ταπείνωσης και οργής, ενώ η κοινωνική εξαθλίωση επιδεινώθηκε. Αναδύθηκε έτσι το αίτημα ενός εθνικού επαναπροσδιορισμού και ήταν θέμα χρόνου η επιστροφή στην παράδοση, σημαντική παράμετρος της οποίας είναι η θρησκεία, που έχει την δύναμη να επηρεάζει το ασυνείδητο ευρύτατων μαζών και να αποτελεί ένα είδος γλώσσας για πάσης φύσεως συλλογικά αιτήματα. Όπως επισημαίνουν πολλοί παρατηρητές, τα τζαμιά γεμίζουν όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως χώροι συγκέντρωσης ενάντια σ’ ένα καταπιεστικό κράτος και αδειάζουν μόλις οι Ισλαμιστές πάρουν την εξουσία.

Είναι εμφανές λοιπόν ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός δεν είναι ένα ειδικά ισλαμικό ή αραβικό φαινόμενο αλλά μια ευρύτερη τάση να αρθρωθούν εκ νέου σήμερα προβλήματα εθνικά, πολιτισμικά και κοινωνικά. …Ο φονταμενταλισμός είναι ένας καθυστερημένος εθνικισμός: η μονοθεϊστική πίστη επανεπιστρατεύεται ως ρητορικό όπλο […] και είναι ελάχιστα θρησκεία με την παραδοσιακή έννοια του όρου…

tomb_jonah2014-

Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα κεφάλαιο στον σύγχρονο ελληνικό φονταμενταλισμό, την Νεορθοδοξία, αναλύει τον ευρύτερο χαρακτήρα της θρησκευτικής αναβίωσης σε όλο τον κόσμο και επανέρχεται πλέον με όλα τα δεδομένα στους μηχανισμούς του ανορθολογικού και ιδίως στην ψυχολογία του θρησκευόμενου, οι αξιωματικές ιδέες του οποίου εκλαμβάνονται ως εμπειρικές βεβαιότητες τις οποίες σε περίπτωση αμφισβήτησης θα υπερασπιστεί με υπερβολική βιαιότητα αν χρειαστεί.

Το εξαιρετικά πυκνό βιβλίο ολοκληρώνουν τρία παραρτήματα με ισάριθμα άρθρα δημοσιευμένα στην Καθημερινή, την Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας και το περιοδικό Πανοπτικόν. Το πρώτο αναφέρεται στην μορφή που έχει πάρει η Ανατολή στην φαντασία μας: είναι ό,τι η εξορθολογισμένη και τεχνοκρατούμενη Δύση έχει αποκλείσει για τον εαυτό της και ως απωθημένο κατοικεί στο ασυνείδητό της. Η Ανατολή ενδύεται με όλες τις μεταφορές του Κακού ταυτίζεται με την λαγνεία, την σεξουαλική ελευθεριότητα, την υπερτροφία του πάθους. Στο δεύτερο αναπτύσσονται νηφάλιες σκέψεις για το δράμα της Μέσης Ανατολής, με αφορμή μια μελέτη, και στο τρίτο δοκιμάζεται μια αποτίμηση των αραβικών εξεγέρσεων. Για άλλη μια φορά τονίζεται ότι οι τελευταίοι στον κόσμο που θα ήθελαν έναν εκδημοκρατισμό του αραβικού κόσμου, είναι ο Ατλαντικός άξονας και το ηγεμονική μπλοκ της Δύσης· άλλωστε τον παρεμπόδισαν με κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο μέχρι τώρα.

All together now

Πόσο πολύπλοκο είναι το δίχτυ των δυνάμεων που επιβουλεύονται τις αραβικές εξεγέρσεις; Θα αντιληφθούν άραγε οι λαοί ότι δεν μπορούν να περιμένουν από καμία πολιτική ή «θρησκευτική» ηγεσία εκείνο που δικαιωματικά τους ανήκει και ότι δεν υπάρχουν ούτε θεολογικές ούτε νεοπαραδοσιακές λύσεις στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; Θα συνειδητοποιήσουν ότι οι πολιτισμικές διαφορές εμπεριέχουν απόλυτα ζωογονητική δύναμη; Ο εγγενής πόθος όλων των ανθρώπων στον κόσμο, όπου δεν προλαβαίνει ν’ ανασταλεί ή να παραμορφωθεί από ποικίλες μορφές εξουσιαστικής χειραγώγησης, είναι η ισότητα και η ελευθερία, η αυτοδιαχείριση της ζωής, ο αυτοκαθορισμός της μοίρας του ανθρώπου.

Οι εκδόσεις των συναδέλφων, 2013, [δεύτερη συμπληρωμένη έκδοση], σελ. 120.

Στις εικόνες: καταστροφές μνημείων από τους ισλαμιστές της ISIS, φανατικά κηρύγματα σε χριστιανικές εκκλησίες και εκστάσεις στις κοινότητες του Osho [Όσσοι πιστοί προσέλθετε να χαιρετήσετε τον γκουρού με το ταπεινό αυτοκίνητο], πλευρές ενός ανορθολογισμού που θέλει να εμφανίζεται ως θρησκευτικός και πνευματικός ενώ έχει απολύτως πολιτική και οικονομική βάση.

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.