Τζούλιαν Μπαρνς – Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Layout 1

Διαλεκτική πάνω στο άλεκτο

Πιο ενδιαφέρον και πιο απολαυστικό βιβλίο για το αναπόφευκτο δεν μπορεί να υπάρξει. Ο πνευματώδης Άγγλος συγγραφέας το κατορθώνει μ’ έναν φαινομενικά απλό τρόπο: το γράφει ταυτόχρονα ως προσωπικό αφήγημα και ως δοκιμιακή μελέτη. Το ένα είδος αναμειγνύεται με το άλλο και εμείς καταλήγουμε να διαβάζουμε ένα απολαυστικό βιβλίο για τον θάνατο χωρίς στιγμή να μας σκεπάζουν σκιές ή να σκιαζόμαστε.

Ο Μπαρνς επιδίδεται πρώτα σε μια μορφή …. επιλεγμένης αυτοβιογραφίας, διηγούμενος αμέτρητα περιστατικά από την ζωή του που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με το θέμα του: από τις απόψεις των μελών της οικογένειάς τους, μέχρι τις συζητήσεις με φίλους, τους εσωτερικούς προβληματισμούς, την επίδραση των γεγονότων. Φυσικά αυτό το μέρος προϋποθέτει και την ευρύτερη σκιαγράφηση προσώπων, τόπων και εποχής, που μαστορεύει με την γνώριμη συγγραφική του τέχνη. Από την άλλη καταγράφει και σχολιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχετικών σκέψεων και απόψεων από λογοτέχνες, μουσικούς και φιλοσόφους. Η ιδέα του θανάτου, ο βασανιστικός φόβος του, η φθορά και η θνητότητα, η αθανασία και το ξεγέλασμά του, οι τρόποι της υπέρβασής του, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες που επιχείρησαν να τον αντιμετωπίσουν, να τον αναλύσουν ή να τον αγνοήσουν, όλα έχουν την θέση τους σε αυτόν τον οδηγό για το αναπόφευκτο.

2

Αναμφίβολα η βασικότερη επικράτεια που οφείλει να διανύσει ο συγγραφέας είναι η θρησκεία. Ο Μπαρνς είναι απερίφραστα ειλικρινής: αν δήλωνε αθεϊστής στα είκοσι και αγνωστικιστής στα πενήντα και τα εξήντα, αυτό δεν οφείλεται στο ότι έχει αποκτήσει επιπλέον γνώσεις στο μεταξύ· απλώς με την πάροδο του χρόνου διαθέτει μεγαλύτερη επίγνωση της άγνοιας. Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι διαθέτουμε αρκετή γνώση ώστε να ξέρουμε; Ως νεοδαρβινιστές υλιστές του εικοστού πρώτου αιώνα, γράφει, πεπεισμένοι ότι το νόημα και ο μηχανισμός της ζωής έχουν αποσαφηνιστεί από το έτος 1859 και έπειτα, θεωρούμε τον εαυτό μας σοφότεροι από εκείνους τους εύπιστους, δουλοπρεπείς που πίστευαν στον θείο σκοπό, και στην τελική κρίση. Παρότι όμως είμαστε περισσότερο ενημερωμένοι, δεν είμαστε περισσότερο εξελιγμένοι και σίγουρα δεν είμαστε ευφυέστεροι απ’ αυτούς. Τι μας πείθει ότι η γνώση μας είναι τόσο οριστική;

Τα μέρη εκείνα του κόσμου όπου η θρησκεία έχει στερέψει και υπάρχει μια γενική παραδοχή ότι αυτό το σύντομο χρονικό διάστημα είναι το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, δεν είναι, εν γένει, πιο σοβαρά μέρη από εκείνα όπου τα κεφάλια γυρίζουν ακόμη στο άκουσμα της καμπάνας του καθεδρικού ή του μουεζίνη στο μιναρέ. Εν γένει παραδόθηκαν σε φρενήρη υλισμό· αν και το πολυμήχανο ανθρώπινο ον είναι απολύτως ικανό να κατασκευάσει πολιτισμούς όπου η θρησκεία συνυπάρχει με τον φρενήρη υλισμό (όπου η πρώτη ενδέχεται ακόμα να είναι η εμετική συνέπεια του δεύτερου): παράδειγμα η Αμερική. [σ. 85]

montaigne

Παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν πρόθυμα για το θάνατο και τον αφανισμό. Στο Παρίσι η παρέα των Φλωμπερ, Τουργκένιεφ, Γκονκούρ, Ντωντέ και Ζολά συζητούσαν το θέμα στα καθιερωμένα δείπνα τους. Ήταν όλοι αθεϊστές ή αγνωστικιστές που φοβόνταν τον θάνατο αλλά δεν τον απέφευγαν. Άνθρωποι σας εμάς, έγραψε ο Φλωμπέρ, θα έπρεπε να έχουν την θρησκεία της απελπισίας. Πρέπει να είμαστε ισάξιοι της μοίρας μας, δηλαδή απαθείς σαν εκείνης. Ο Σοστακόβιτς, μελαγχολικός στοχαστής του θανάτου, πίστευε ότι αν οι άνθρωποι άρχιζαν να συλλογίζονται τον θάνατο νωρίτερα, θα έκαναν λιγότερο ανόητα λάθη. Ο φόβος του θανάτου ίσως είναι το εντονότερο των συναισθημάτων. Οι απόψεις αυτές δεν εκφράστηκαν ποτέ δημοσίως, καθώς ο συνθέτης γνώριζε ότι ο θάνατος – εκτός αν ερχόταν με τη μορφή ηρωικού μαρτυρίου – δεν ήταν κατάλληλο θέμα για την σοβιετική τέχνη.

Ο σύγχρονος τρόπος σκέψης μας για τον θάνατο ξεκινάει από τον Μονταίν· αυτός είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στα σοφά πρότυπα του Αρχαίου Κόσμου και στην προσπάθειά μας να βρούμε μια σύγχρονη, ώριμη, άθρησκη αποδοχή του αναπόφευκτου τέλους μας. Για τον Μονταίν, ο θάνατος της νεότητας, που συχνά περνάει απαρατήρητος, είναι ο σκληρότερος θάνατος, αυτό που συνηθίζουμε ν’ αποκαλούμε «θάνατο» εν είναι παρά ο θάνατος του γήρατος. Το άλμα εδώ είναι πολύ ευκολότερο απ’ ό,τι η ύπουλη μετάβαση απ’ την παράτολμη νιότη στο γεμάτο δυστροπίες και πίκρες γήρας.

Jules Renard

Η θρησκεία πρόσφερε κάποτε παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής και ανταμοιβή στο τέλος της για τους πιστούς. Αλλά και πέρα απ’ αυτά τα δώρα, προσέδιδε στην ανθρώπινη ζωή μια αίσθηση γενικότερου πλαισίου· …η χριστιανική θρησκεία δεν άντεξε τόσο πολύ στο χρόνο μόνο και μόνο επειδή την πίστεψαν όλοι οι άλλοι, επειδή την επέβαλαν ο κανόνας και ο κλήρος, επειδή ήταν ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου, επειδή ήταν το μοναδικό παραμύθι που κυκλοφορούσε στην πόλη αι επειδή αν δεν το πίστευες μπορεί να έβρισκες πρόωρο θάνατο. Άντεξε στο χρόνο, επίσης, επειδή ήταν ένα όμορφο ψέμα, επειδή οι χαρακτήρες, η πλοκή, οι διάφορες ανατροπές, επιβλητική πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, όλα αυτά στοιχειοθετούσαν ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα…μια τραγωδία με αίσιο τέλος. Η ανάγνωση της βίβλου σαν να είναι λογοτεχνία, δεν πιάνει μια μπροστά στην αναγνωση της Βίβλου σαν να είναι αλήθεια…. [σ. 76 -77]

Ο σοβιετικός κομμουνισμός, το Χόλυγουντ και η οργανωμένη θρησκεία βρίσκονται πολύ πιο κοντά απ’ ότι γνώριζαν, καθώς τα εργοστάσια ονείρων παρήγαν πυρετωδώς την ίδια φαντασίωση.Η θρησκεία τείνει προς τον αυταρχισμό, όπως ο καπιταλισμός τείνει προς το μονοπώλιο. Με ποιον τρόπο διαχειρίζεται ή εμπορεύεται τον θάνατο; Γιατί χαρακτηρίζεται ως άσπλαχνη απάτη; Ποιους φυσικούς και μεταφυσικούς κανόνες γνωρίζει και τηρεί η νευρομηχανική της πίστης; Και, άραγε, όσοι πιστεύουν στον Θεό φοβούνται λιγότερο από τους άθεους;

4

Ο Φιλίπ Αριές παρατηρούσε ότι όταν ο θάνατος άρχισε πραγματικά να γίνεται αντικείμενο φόβου, έπαψε να συζητιέται· ο αγνωστικιστής Σώμερσετ Μωμ πίστευε ότι η καλύτερη στάση της ζωής ήταν η εύθυμη παραίτηση. «Περιμένοντας τον Θεό να αποκαλυφθεί, πιστεύω ότι η πρωθιέρειά του, η Τύχη, κυβερνά εξίσου αυτόν τον θλιβερό κόσμο» έλεγε ο Σταντάλ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κόσμος μας δεν έχει γίνει σοφότερος. Οι μεσαιωνικές Αρχές έσερναν ζώα στα δικαστήρια και έκριναν με κάθε σοβαρότητα τα παραπτώματά τους· εμείς τα κλείνουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα παραγεμίζουμε με ορμόνες και τα πετσοκόβουμε, έτσι ώστε να μας θυμίζουν όσο το δυνατόν λιγότερο κάτι που κάποτε κακάριζε ή βελάνιζε ή μουγκάνιζε. Ποιος κόσμος είναι σοβαρότερος απ’ τους δυο; Ποιος είναι ηθικά ανώτερος; [σ. 84]

Είναι πάντα γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίο ο Μπαρνς συλλογίζεται πάνω στον θάνατο εκκινώντας από τις παιδικές του αναμνήσεις, με τα δεδομένα της τότε ζωής και τις μοναδικές πηγές πληροφόρησης (το ραδιόφωνο από βακελίτη, η πελώρια τηλεόραση – ντουλάπι, η οικογενειακή Βίβλος, τα σημειώματα των εφημερίδων για θεατρικά που δεν έβλεπε ποτέ και βιβλία που δεν έμπαιναν ποτέ στο σπίτι) και φτάνει μέχρι βαθείς φιλοσοφημένους προβληματισμούς. Το περίφημο Ημερολόγιο του Ζυλ Ρενάρ, κείμενα και σκέψεις συγγραφέων όπως οι Σαιν Σιμόν, Καίσλερ, Σίνγκερ, Γουίλσον, Λάρκιν, Γουώρτον, Μπερνάρ, Σάνδη, Φόκνερ, Ροθ, Στάυρον, Ντωντέ, Ναμπόκοφ, κ.ά, φιλοσόφων από τον Α Τζ. Άυερ μέχρι τον…Ρίτσαρντ Ντώκινς αλλά και απλών φίλων και συγγενών και εγκιβωτισμένες ιστορίες όπως η συναρπαστική περίπτωση του του Γιουτζήν Ο’ Κέλυ που παρά το γεγονός ότι γνώριζε τον θάνατό του έζησε με ψυχραιμία και αξιοπρέπεια την ελάχιστη εναπομείνασα ζωή, όλα συγκροτούν μια αξιανάγνωστη επίτομη διαλεκτική πάνω στο πλέον άλεκτο της ζωής.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2008, μτφ. – επίμετρο βιογραφικών: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, σελ. 365 [Julian Barnes, Nothing to be frightened of, 2008].

Πρώτη δημοσίευση: mic. gr / Βιβλιοπανδοχείο, 177. (No) Fear is Man’s Best Friend.

Αγουστίν Γκαρσία Κάλβο – Περί Θεού

Print

Ο Αγουστίν Γκαρθία Κάλβο [Θαμόρα, Καστίλλη, 1926 – 2012] θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επίκεντρο του έργου του είναι η έκθεση της γελοιότητας της Πίστης στο Χρήμα και το Μέλλον, η αντίθεση στο Κράτος και το Κεφάλαιο, η αποκάλυψη του ψέματος της Πραγματικότητας και η ανάδειξη της ζωντανής κοινότητας και του κοινού λόγου. Έγραψε ακόμα πολιτικά δοκίμια, ποίηση και θέατρο και μετέφρασε μείζονα έργα της αρχαιοελληνικής και λατινικής γραμματείας. Εργάστηκε ως πανεπιστημιακός καθηγητής διαφόρων φιλολογικών ειδικοτήτων σε πανεπιστήμια της φρανκικής Ισπανίας και εκδιώχθηκε από την έδρα του λόγω της συνεισφοράς του στον σχηματισμό του κινήματος των acratas και της συμμετοχής του στις κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου. Με τον θάνατο του Φράνκο επέστρεψε στην Μαδρίτη και στην εργασία του και συνέχισε να συμμετέχει ενεργά στις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις της εποχής, ενώ από το 1997 διηύθυνε την εβδομαδιαία Πολιτική Συζήτηση (Tertulia politica) του Πολιτιστικού Κέντρου (Ateneo) του δήμου της Μαδρίτης, η οποία τώρα φέρει το όνομά του.

Το Περί Θεού έργο του, πυκνό και αποκαλυψιακό στην σκέψη, αναλυτικό και θυελλώδες στην γραφή, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ό,τι μας έχει απομείνει από λογική και συναίσθημα για να μιλήσει ενάντια στην Πίστη, το θεμέλιο της Εξουσίας και της Πραγματικότητας. Η κατασκευή του κειμένου μοιάζει να γίνεται ακριβώς μπροστά μας: ο ένας συλλογισμός ακολουθεί τον άλλον, η μια πρόταση εκχέεται στην επόμενη, οι επαγωγικές σκέψεις ξεδιπλώνονται σε πλήρη αλληλουχία. Έτσι τα οκτώ κεφάλαια που έχουν ειδική αρίθμηση (π.χ. 1.1) και εκτενή τίτλο, γραμμένο με κεφαλαία, χωρίζονται σε υποκεφάλαια με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (π.χ. 1.1.6), τα οποία συχνά μάλιστα τεμαχίζονται σε παραγράφους (χωρίς απαραίτητα να υπάρχει μια νέα πρόταση ή κάποια θεματική μεταβολή) και ορισμένα εξ αυτών έχουν ειδικότερα μέρη με μικρότερα γράμματα, ακριβώς για να ακολουθεί κανείς βήμα βήμα τις αδιανόητες και ταυτόχρονα εφιαλτικά λογικές αλληλουχίες της λαβυρινθώδους σκέψης του.

1351797645532

Καθώς κοιτούσα μέσα στον κόσμο που με περιέβαλλε τα πραγματικά πρόσωπα με τα οποία ο Θεός εμφανιζόταν, σκεφτόμουν σε τι χρησίμευε ο Θεός κι αυτό που συναντούσα / κι αυτό που συναντούσα, ξανά και ξανά, ήταν ο καθαγιασμένος φόβος, η δικαιολόγηση του θανάτου, της ενοχής και της τιμωρίας, τα δεσμά για σώματα ή συνειδήσεις, ο σχηματισμός άτακτων μαζών εργαζόμενους για το τίποτε, το ξεπούλημα της ζωής για το Μέλλον….αρχίζει ο συγγραφέας, προχωρώντας στην διαπίστωση πως και οι αλλαγές των προσώπων του Θεού και των ονομάτων Του δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από το να του φανερώνουν τη διατήρηση του Νόμου Του, της Εξουσίας Του και της Διολιότητάς Του, ενώ συνέχιζε να κυριαρχεί η υποταγή στον Κύριο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της αθανασίας της ατομικής ψυχής και εντέλει όλες οι αθλιότητες και τα ψέματα στα οποία βασιζόταν ο Θεός και που Του επέτρεπαν να συνεχίζει να επιτελεί την εργασία Του, τη διαχείριση του Θανάτου.

«Ας πάψουμε να χρησιμοποιούμε τα ονόματα που έχει ιδιοποιηθεί η εξουσία»!. Ο συγγραφέας επιθυμεί να θυμίσει στους ανθρώπους ό, τι γενικά διδάσκει, σ’ αυτό τον πόλεμο του λαού με την Εξουσία, η κοινή λογική: όταν η Εξουσία οικειοποιείται ένα όνομα και το χρησιμοποιεί κατηγορηματικά για τους σκοπούς της, το πιο υγιές που μπορεί να κάνει ο κόσμος είναι ν’ αρνηθεί αυτό το όνομα και να το παραχωρήσει ήσυχα στον Αφέντη· και δεν είναι ανάγκη να μένουμε προσκολλημένοι σε κανένα όνομα, για τον ίδιο λόγο που δεν μας είναι αναγκαία καμιά Πίστη. Υπάρχουν βέβαια και η σοφοί που προσπαθούσαν να χρησιμοποιούν αλλιώς αυτό το όνομα, αντιστρέφοντας το νόημά του, καθώς η γλώσσα είναι το μόνο ανθρώπινο όργανο που ξεγλιστρά από την Εξουσία (που ούτε καν την γνωρίζει) και από το Χρήμα (αφού η γλώσσα δίνεται σε όλους δωρεάν). Μέσα σ’ αυτή την αντίφαση γίνεται λόγος για τον Θεό σε ένα βιβλίο…

Apotegmas sobre el marxismo primera portada

Ποια είναι λοιπόν τα μείζονα πράγματα που λέει ο κόσμος περί Θεού; «Δεν υπάρχει Θεός», «Ό,τι υπάρχει είναι Θεός», «Ο Θεός υπάρχει». Ποιος όμως επινόησε το ρήμα υπάρχω [existir]; Πρόκειται για λέξη που δεν πήγαζε ούτε θα μπορούσε ποτέ να πηγάζει από τον λαό, αλλά κατασκευάστηκε στα γραφεία των φιλοσόφων και του ιερατείου, που υπηρετεί τον Αφέντη. Ο κίνδυνος επιτυχίας αυτού του τεχνάσματος είναι φοβερός, γιατί, είτε απλώς θέτεις το ζήτημα είτε το απαντάς, είναι το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση παρουσιάζεις και θεμελιώνεις τον Θεό στο πρώτο μέρος της πρότασης, και είναι μάταιο ό,τι κι αν κάνεις στο δεύτερο. Φυσικά, ο Θεός υπάρχει: πώς να μην υπάρχει, εφόσον εξαρχής θέτω το ζήτημα της ύπαρξής του; Κι αν προσθέσω το «δεν υπάρχει», αυτό είναι καθαρή αντίφαση, γιατί, αν δεν υπάρχει, πώς γίνεται να έχω αρχίσει να τον αναφέρω, σαν να ήταν ένα πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος;

Η διερεύνηση της αντίφασης πάνω στην οποία θεμελιώνονται το «υπάρχω» και η «πραγματικότητα» είναι αναπόφευκτη και ο συγγραφέας εδώ προσεγγίζει την έννοια της «πραγματικότητας», που θα αποτελέσει θεμελιώδες σημείο στην σκέψη του. Η ικανότητα εξαπάτησης του εν λόγω Ρήματος, που επιβλήθηκε από την γραφή και την θεολογία σε όλες τις γλώσσες της κυρίαρχης Κουλτούρας, ήταν ότι προσπαθούσε από την μια να διατηρήσει ζωντανή την ισχύ του «υπάρχει», την ένδειξη παρουσίας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, και την ίδια στιγμή να προσποιείται ότι είναι ένα ρήμα με το σημαινόμενό του, έτσι ώστε όταν λέγεται ότι κάτι έχει ύπαρξη, να φαίνεται ότι του αποδίδεται κάποιο Κατηγόρημα, που δηλώνει γι’ αυτό κάποιο πράγμα. Πρόκειται δηλαδή δυο αντιφατικά και αταίριαστα νοήματα· για παράδειγμα, το «υπάρχει χρόνος» είναι άλλο από το «ο Χρόνος υπάρχει».

tripa_5908_UIMP_LL.indd

Και κάπου εδώ ο Κάλβο προβαίνει στην ευφυέστατη σύνδεση με το χρήμα, που προκύπτει σχεδόν αυτονόητα μέσα από το ξετύλιγμα του λαβυρινθώδους μίτου της σκέψης του. Αν ο Θεός, όπως διδάσκει η θεολογία, είναι το πιο πραγματικό από τα όντα, συνεπώς πρέπει να βρούμε ποια είναι τα πλέον πραγματικά πράγματα και εύκολα διαπιστώνουμε ότι το Χρήμα εκπληρώνει τις πιο αυστηρές προϋποθέσεις ώστε να το αναγνωρίζουμε ως το πρόσωπο του Θεού ή ως την κυριότερη επιφάνειά Του ανάμεσά μας: είναι ασφαλώς το πράγμα τα το οποίο μιλάμε περισσότερο.

Η παρουσία Του και η λειτουργία Του Θεού στον κόσμο πρέπει να συνίσταται στην Πίστη που Του αποδίδεται, η οποία στην περίπτωση του Χρήματος ονομάζεται Πίστωση, αντικείμενο της οποίας είναι το Μέλλον, δηλαδή η Ελπίδα. Βρίσκεται, παντού εγγενής η αναμεμειγμένος μέσα στην καθημερινή ζωή, όπως και το χρήμα. Ο μονογενής υιός του είναι ο Άνθρωπος, τουτέστιν το Ιδιωτικό Άτομο που θριαμβεύει στην εποχή μας, ενώ ο Πατέρας του είναι ο Υπέρτατος Κριτής, ο οποίος προσδίδει μια μελλοντική αιώνια Δόξα σε όσους έχουν Πίστη, και καταδικάζει όσους έχασαν τη Πίστη του στην άβυσσο της εξαθλίωση – ίδια μοίρα περιμένει αντίστοιχα έχοντες και μη έχοντες. Και δεν χρειάζεται να αναφερθούμε περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της λατρείας Του…

AGUSTIN GARCIA CALVO

Οι καθεδρικοί των μητροπολιτικών Υποκαταστημάτων, οι Τραπεζικές τελετουργίες που γίνονται, οι ουρές των πιστών μπροστά στα εξομολογητήρια για τη Φορολογική Δήλωση ή τα παρεκκλήσια της είσπραξης Τόκων ή Συντάξεων, η άφεση χρεών του αμαρτήματος μέσω της προφορικής εξομολόγησης και της πρόθεσης για έμπρακτη επανόρθωση, οι ψαλμοί που υπόσχονται την Αιώνια Δόξα και ψάλλονται καθημερινώς από τα μεγάφωνα και τις τηλεοράσεις, οι σύνοδοι Κορυφής των θεολόγων και των επισκόπων προκειμένου να γεφυρώσει τις αντιθέσεις μεταξύ των Εκκλησιών ή Χρηματοπιστωτικών Εταιρειών…. [σ. 51]

Μπορεί κανείς άλλωστε να θυμηθεί την γνωστή εξίσωση ανάμεσα στη «λέξη» και το «νόμισμα». Άρα το κριτήριο για τον βαθμό πραγματικότητας ενός πράγματος συνίσταται στην ευκολία ανταλλαγής του με χρήμα. Όπως και με μια σοδειά με αγγουράκια ή σιτάρι: η πραγματικότητα της σοδειάς ως χρήμα είναι ασφαλισμένη, την ίδια στιγμή που καταλήγει να φθίνει έως την ασημαντότητα η πραγματικότητά της ως αγγουράκια ή σιτάρι, σε τέτοιο σημείο που μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολές ότι είναι εγγυητικές επιστολές αυτό που φυτρώνει στη γη. Το Χρήμα είναι πλέον η πίστωση ή εγγύηση για κάθε μέλλον.

Garcia_Calvo_Agustin

Ακολουθεί η διερεύνηση του Φόβου και της Ελπίδας· ο τρόμος του Θεού και ο φόβος για το εγνωσμένο – Ωστόσο για το άγνωστο δεν ξέρουμε τίποτε (μια κοινοτοπία που ξεχνάμε συνεχώς), ξέρουμε μόνο τον φόβο του Μέλλοντος, ο οποίος βέβαια είναι γνωστός, και γι’ αυτό ακριβώς απειλητικός – οι φόβοι του θανάτου, ο φόβος να ζούμε και να υπάρχουμε, «κούφιοι φόβοι, φόβοι χωρίς περιεχόμενο που όμως κινούν τον κόσμο». Τι μπορεί να κάνει ο απλός άνθρωπος; Μα να γίνει άνδρας! Η Στρατιωτική Θητεία είναι το πρώτο βήμα, γιατί είναι βέβαιο ότι μόνον όποιος ξέρει να υπακούει μπορεί να διατάζει, κι έτσι γίνεσαι άνδρας υπομένοντας τους προπηλακισμούς, τις προσβολές και τις βρισιές του λοχία. Μετά γίνεσαι άνδρας αναγνωρίζοντας, στο στρατόπεδο και στους θαλάμους, ότι είσαι το ίδιο με τους άλλους.

Κατόπιν πρέπει να θέλεις να παντρευτείς, κοινώς να πουληθείς μέσω του γάμου σε κάποιον και να είσαι ιδιοκτησία του, και ύστερα σε περιμένει ένα άλλο κενό που χρειάζεται γέμισμα, αυτό της τακτοποίησης: πρέπει κανείς να φιλοδοξεί να κερδίσει μια θέση σ’ αυτό τον κόσμο, να αποκτήσει έναν τίτλο, ένα δίπλωμα ή άλλη απόδειξη υποταγής και πίστης στον Θεό· πρέπει ο καθένας να παίζει τον ρόλο του και να βρίσκεται στην θέση του. «Κι άλλα μέλλοντα»: σκαλοπάτια ανόδου, διαδοχικές προαγωγές, εμπορικές επεκτάσεις, επαγγελματικές βελτιώσεις, μέχρι την σύνταξη και  τα χιλιάδες πούλμαν συνταξιούχων που γυρίζουν τον κόσμο.  agustin-garcia-calvo

Ο Θεός είναι ένας και αρσενικός. Η αρσενικότητα του Θεού καταλήγει στην κατοχή των γυναικών. Η μετατροπή τους σε αντικείμενο ιδιοκτησίας αποτελεί θεμέλιο της ιστορίας, μια πρώτη μορφή χρήματος. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η λειτουργία του Θεού είναι διαχείριση του θανάτου, ο υποβιβασμός της ζωής σε κενό χρόνο και της ελεύθερης σκέψης σε ιδέες της Πραγματικότητας. Η χάρη όμως των γυναικών βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν ομολογουμένως έξυπνες και ευαίσθητες, και άρα, η υποταγή τους στον κύριο σήμαινε υποταγή του λόγου και του συναισθήματος στην Εξουσία.

Η Εξουσία σε οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις της, οι οποίες είναι όλες αντίγραφα αυτής του Παντοδύναμου Θεού, δεν μπορεί να βασιστεί σε τίποτε άλλο παρά μόνο στο ψέμα. Ο κοινός λόγος, που είναι ο λαός δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στην Εξουσία αν δεν σπεύσει κατ’ αρχάς, ν’ ανακαλύψει το ψέμα της Πραγματικότητας πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η Εξουσία· να πει στον Θεό: ή ξέρεις τα πάντα και, άρα, ψεύδεσαι· ή λες και την αλήθεια και, άρα, δεν γνωρίζεις τα πάντα. Και, τι ειρωνεία, να δοκιμάσει μια τελευταία προσευχή:

adios_agustin_garcia_calvo

Εσύ, τον οποίο δεν γνωρίζω, σταμάτα σε παρακαλώ, να με γνωρίζεις. / Για ν’ απελευθερωθείς από το τόσο κακό που έχει γίνει στο όνομά σου, λησμόνησε το όνομά σου. / Ας χαθεί η Εξουσία σου και ας διαλυθεί η Θέλησή σου, οι άνθρωποι ας ζουν όπως μπορούν…/ Άσε ν’ αποκαλυφθεί η ματαιότητα του νόμου του θανάτου / Απελευθέρωσέ με από το Μέλλον και το Χρήμα, για να μπορέσουμε να ξαναγνωρίσουμε το καθημερινό ψωμί / Δεν σου ζητώ, τελικά, τίποτε: ποιος είμαι εγώ για να σου ζητώ οτιδήποτε; / Ποιος εσύ για να μου δώσεις; / Όλο αυτό ήταν μόνο για να γελάσουμε, για να γελάσεις εσύ./ Απελευθέρωσέ με εσύ από εμένα τον ίδιο, σε απελευθερώνω εγώ από το όνομά σου, Θεέ,/ κι εδώ σου δίνω την ελευθερία.

Εκδόσεις των συναδέλφων, 2014, μτφ. Κώστας Παναγιωτίδης, 347 σελ.