Αλεξάνδρα Ρασιδάκη – Περί μελαγχολίας. Στη θεωρία, τη λογοτεχνία, την τέχνη

Είναι περLayout 1ιττό να αναφέρουμε το ερεθιστικότατο της πολυπρισματικής ερεύνησης ενός θέματος που αποτελεί ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονο πρόβλημα της νεωτερικής μας κατάστασης (όπου η περιρρέουσα θλίψη και κατάθλιψη εμφανίζεται διάχυτη και δικαιολογημένη όσο ποτέ) και την ίδια στιγμή βαθύ διαχρονικό δεδομένο της ανθρώπινης κατάστασης. Όταν δε κατά την πραγμάτευση ενός τέτοιου θέματος ακολουθείται η τριμερής κατόπτευση των τομέων εκείνων που έχουν αιχμαλωτίσει τις πνευματικές μας ηδονές: την λογοτεχνική, την θεωρητική – δοκιμιακή και την καλλιτεχνική, τότε τα πολλαπλά δωρήματα του έργου είναι εμφανή.

Η αρχική προσέγγιση στο θέμα αφορά τρεις θεματικούς άξονες: την ιδιαιτερότητα και ατομικότητα του μελαγχολικού που βιώνει με τον τρόπο αυτό την αυτοσυνείδησή του και την σχέση του με τον κόσμο, την διαφορετική οπτική γωνία που οδηγεί σε κριτική διάθεση απέναντι στην τάξη των πραγμάτων και την σχέση της μελαγχολίας με την δημιουργικότητα, έναν συσχετισμό που αποτελεί κοινό τόπο που διαπερνά την ιστορία της δυτικής σκέψης. Η μελέτη χωρίζεται σε δυο μέρη. Το πρώτο αφιερώνεται στον περί μελαγχολίας λόγο και διατρέχει ορισμένες προσεγγίσεις της μελαγχολίας από την κλασική αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα μέχρι την Αναγέννηση και το Μπαρόκ. Ιδιαίτερα κεφάλαια εδώ αφιερώνονται στην Ανατομία της μελαγχολίας του Richard Burton και στο Πένθος και μελαγχολία του Sigmund Freud.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην ποιητική της μel-otono-del-patriarca_ελαγχολίας και αφορά τον ευρωπαϊκό λογοτεχνικό λόγο της. Η μελαγχολία της εξουσίας ανιχνεύει την παραδοσιακή συσχέτιση μελαγχολίας και εξουσίας μέσα από την ανάλυση των μυθιστορημάτων Το φθινόπωρο του Πατριάρχη του Gabriel Garcia Marquez και Ο λαβύρινθος του Πάνου Καρνέζη. Το κείμενο του Marquez, ειδικότερα, εντάσσεται στο ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος του «μυθιστορήματος του δικτάτορα» και σε μια ιδιαίτερη πλευρά του, εκείνη που παρουσιάζει την παθολογία της εξουσίας και την παρακμή του ηγέτη μέσα από το ψυχολογικό του πορτρέτο. Ακριβώς αυτή η έκθεση της ευάλωτης και θνητής πλευράς του λειτουργεί υπονομευτικά και συμβάλλει στην απομυθοποίησή του: η μορφή του δικτάτορα γίνεται προσιτή, μπορεί να αμφισβητηθεί και να καταδικαστεί. Επιπλέον, η υποτιθέμενη μυθική του διάσταση παρουσιάζεται ως προϊόν συνειδητής κατασκευής και η λεπτομερής περιγραφή της φθαρτής του υπόστασης διαβρώνει τον μύθο του. Εδώ η μελαγχολία λειτουργεί ως καταλυτική δύναμη που καταβάλλει δραματικά το εγώ του ηγέτη. Η μελαγχολική διάσταση της μορφής συναρτάται με την απο – γοήτευση: η συνειδητοποίηση της αντίθεσης μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής του εικόνας παρουσιάζεται ως στιγμή διαύγειας και ταυτόχρονα απόλυτης απογοήτευσης καθώς και ο ίδιος είχε πιστέψει στον μύθο του.

Η βεβαιότητα τrobert-burton-largeου θανάτου και η συνεπακόλουθη συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πάντων αποτελούν, όπως και στο Μπαρόκ, πηγή αλλά και αντικείμενο της μελαγχολικής σκέψης, συνεπώς η ποιητική της ματαιότητας μπορεί να ερμηνευτεί ως έκφραση της σχετικής μελαγχολικής κοσμοαντίληψης. Στο κεφάλαιο Παραλλαγές στο θέμα της ματαιότητες η ερευνήτρια εξετάζει υπό αυτό το πρίσμα τον κύκλο των Ποιημάτων του Gottfried Benn Morgue [1912] και τη νουβέλα της Anna Seghers Η εκδρομή των νεκρών κοριτσιών [1943]. Πρόκειται για κείμενα που σκηνοθετούν τον θάνατο όχι ως το δραματικό τέλος της ζωής αλλά ως μέρος της καθημερινότητας· μιας καθημερινότητας κατά τη οποία η μελλοντική απουσία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Σε ετούτη την «αναπαράσταση της απουσίας» κυριαρχούν μεταξύ άλλων έντονη εικονικότητα, οι άκρως ρεαλιστικές περιγραφές εικόνων θανάτου και αποσύνθεσης, η εμμονή στην ύλη. Αν στην τέχνη του Μπαρόκ η αρχή της ματαιότητας παρουσιάζεται ως σκηνοθεσία της απουσίας με τρεις τρόπους: με αναπλήρωση της παρουσίας και υπογράμμιση της απουσίας, με προβολή στο μέλλον (η τωρινή παρουσία λειτουργεί ως ένδειξη της μελλοντικής απουσίας), με προβολή στο παρελθόν (το παρόν παρουσιάζεται «εμποτισμένο| από το παρελθόν, γεμάτο ίχνη της αλλοτινής παρουσίας.

Στο βιβλίο της Seghers, ειδικότερα, η αSeghersπουσία βιώνεται ως απώλεια, με ανάλογους με το Μπαρόκ όρους παρουσίας / απουσίας. Η διαδικασία της ανάμνησης αποτελεί το έναυσμα της γραφής και λειτουργεί θεραπευτικά, καθώς αποτελεί τμήμα της διεργασίας πένθους. Ωστόσο, δεν πρόκειται απλώς για ταξίδι στο παρελθόν, καθώς η αφηγήτρια διατηρεί τη συνείδηση του παρόντος και τη γνώση όλων όσα θα συμβούν. Η αφήγησή της συντελείται από διπλή οπτική γωνία: του παρόντος της σχολικής εκδρομής και του παρόντος της ενήλικης παρατήρησης αλλά και της επίγνωσης των τραγικών γεγονότων. Η τεχνική της προβολής της μελλοντικής απουσίας έχει πιο δραστικό αποτέλεσμα από μια γραμμική αφήγηση, καθώς λειτουργεί από – γοητευτικά για τον αναγνώστη, υπονομεύοντας μια σκηνής εξ ορισμού θετική, αν όχι ειδυλλιακή (άνοιξη, σχολική εκδρομή). Η ερευνήτρια όμως μας υποδεικνύει μια σημαντική διαφοροποίηση: ο θάνατος παρουσιάζεται ως τραυματική εμπειρία ορισμένων γενεών και ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών. Διόλου τυχαία οι επιζήσαντες δάσκαλοι θα έχουν ένα άλλου είδος ζοφερό μέλλον, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Έτσι το κείμενο πέρα από προσωπική διεργασία πένθους καθίσταται και πολιτική καταγγελία.

Το βλέμμα του μελαγχολικού μπορεί να είναι κριτικό, θυμίζοντας τις «μικροπαρατηρήσεις» που κάνει ο Richard Burton στην Ανατομία του. Ο επικριτικός αυτός ρόλος του μελαγχολικού πραγματώνεται σε δυο γερμανικά έργα που προέρχονται από δυο κομβικές ιστορικές συγκυρίες· πρόκειται για τα βιβλία Οι απόψεις ενός κλόουν του Heinrich Böll [1963] και Τα αχλάδια του Ρίμπεκ του Friedrich Christian Delius [1991]. Σε αμφότερα η μειονεκτική θέση στο περιθώριο της κοινωνίας δίνει τη δυνατότητα στο αφηγητή να εκφέρει έναν λόγο απομυθοποιητικό, που στέκεται απέναντι στην γενικότερη αισιοδοξία και ευφορία. Το κριτικό βλέμμα του μελαγχολικού λοιπόν αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου.

e_Boell_Ansichten_eines_Clowns_Στο κείμενο το Böll o Χανς αισθάνεται ξένος μέσα στον κόσμο που το περιβάλλει, καθώς έχει από νωρίς απορρίψει το αστικό ιδανικό του οικογενειακού μικρόκοσμου. Η παρουσίαση του ως ξένου στο ίδιο του το σπίτι δεν είναι παρά η προβολή μιας γενικότερης αποξένωσης στον ιδιωτικό χώρο. Η μελαγχολία του εμφανίζεται ως προϋπόθεση της κριτικής του στάσης: ο Χανς διακρίνει και καταγγέλλει τις πάσχουσες πλευρές του κόσμου. Είναι γνωστή η θυελλώδης διαμάχη που προκάλεσε το βιβλίο, καθώς ξεγύμνωνε την εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τον εαυτό της σε μια εποχή που πάσχιζε να τονίσει την ασυνέχεια ανάμεσα στο βρώμικο ναζιστικό παρελθόν και στο παρόν, και πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η γερμανική ιδέα της «νέας αρχής». Σε εκείνη ακριβώς την προσπάθεια αποσιώπησης και ωραιοποίησης ο κλόουν αντιτείνει την εμμονή του στην ενθύμηση. Βαθύτατα πολιτικό και αυτό το κείμενο, εντάσσεται στη γενικότερη προβληματική του συγγραφέα γύρω από το θέμα το στρατευμένου διανοούμενου – καλλιτέχνη.

Ο κεντρικός χαρακτήρας στην νουβέλα του Delius διατηρεί σκεπτική στάση τόσο απέναντι στο παρελθόν – την πρώην Ανατολική Γερμανία – όσο και στα γεγονότα του «ευδαιμονικού» παρόντος – την εορταζόμενη ενοποίηση. Η αφήγησή του λειτουργεί αποκαλυπτικά και απο – γοητευτικά, στρέφοντας την προσοχή του αναγνώστη στις σχέσεις εξουσίας και εξάρτησης που καθόρισαν ολόκληρο το παρελθόν του [τοπικός άρχοντας – ναζί – ΛΔΓ] αναδεικνύοντας ακόμα την λεπτή διαχωριστική γρα51TnjXH7FjLμμή μεταξύ «απελευθερωτών» και «κατακτητών». Φλύαρος και σκωπτικός, αρνείται την αφελή αισιοδοξία του περίγυρου και αναζητά ως το τέλος προσωπική ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Ψυχικές ασθένειες, σχολιασμένες αποτελούν το αντικείμενο του τελευταίου κεφαλαίου. Εδώ το διήγημα του Γεωργίου Βιζυηνού Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας ως χρονικό μελαγχολίας εξετάζεται σε συνάρτηση με τον γερμανικό ρομαντισμό ως διακειμενική αναφορά και με το θεωρητικό σχήμα του Freud περί μελαγχολίας. Είναι εμφανές πως Περί μελαγχολίας Λόγος δια χειρός της πανεπιστημιακού και μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ρασιδάκη δεν φωτίζει μόνο αθέατες και ημιθέατες πλευρές ενός θέματος ιδιαίτερα λεπτού και αβαθούς όπως είναι η μελαγχολία αλλά και τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα για διαφορετική οπτική όχι μόνο παρελθοντικών μορφών της αλλά και των απολύτως σύγχρονων εκφάνσεών της. Ο τόμος διανθίζεται από φωτογραφίες έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένα ένθετο έγχρωμο γυαλιστερό οχτασέλιδο με δεκατρία εικαστικά έργα, και περιλαμβάνει βιβλιογραφία και ευρετήριο προσώπων.

Εκδ. Κίχλη, 2013, σελ. 291.

Γιώργος Γιαννουλόπουλος – Ο μοντερνισμός και οι Δοκιμές του Σεφέρη

Η στενή σχέση του Σεφέρη με τον αγγλοσαξονικό μοντερνισμό και ιδιαίτερα τον Έλιοτ, είτε χαρακτηριζόμενη ως απλή μίμηση και εισαγωγή ξένων προτύπων είτε ως γόνιμη έμπνευση και επιρροή, είναι δεδομένη, αναμφισβήτητα όσον αφορά το ποιητικό του έργο. Ισχύει όμως το ίδιο και με τις Δοκιμές του; Ο Γ. Γιαννουλόπουλος (Τρίπολη, 1942) διαβάζει προσεκτικά το έργο και το αντιπαραβάλλει με αντίστοιχα κριτικά κείμενα των Eliot και Pound διαπιστώνοντας ενδιαφέρουσες αποκλίσεις και διαφοροποιήσεις.

Διόλου τυχαία ο μελετητής εκκινεί από την Επιστολή του λόρδου Chandos (1902) του Αυστριακού ποιητή και δραματουργού Hugo von Hofmannstahl που υποτίθεται ότι απευθύνεται στον ελισαβετιανό φιλόσοφο και πολιτικό Francis Bacon ενώ ο αποστολέας είναι δημιούργημα της φαντασίας του ποιητή. Ο τελευταίος προσπαθεί να εξηγήσεις την απόφασή του να εγκαταλείψει ένα τεράστιο έργο όπου σκόπευε να καταγράψει όλες τις εκφάνσεις του ευρωπαϊκού πνεύματος. Ο επιστολογράφος εξομολογείται πως έχει οριστικά απολέσει την ικανότητα να σκέφτεται και να μιλά, επειδή οι αφηρημένες λέξεις «διαλύονται στο στόμα του σαν σαπισμένα μανιτάρια». Το περίφημο χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα και τα πράγματα, ανάμεσα στον ποιητή και στον κόσμο είχε μόλις ανοίξει. Και ο ήρωας μετέβη από ένα ειδυλλιακό πριν σ’ ένα αγχογόνο μετά. Κάπου ανάμεσα, μια τελευταία έκλαμψη:

Ένα ποτιστήρι, μια αξίνα παρατημένη στον κάμπο, ένα σκυλί ξαπλωμένο στον ήλιο, ένα ταπεινό κοιμητήρι, ένας ανάπηρος, ένα μικρό χωριάτικο σπιτάκι, όλα αυτά μπορούν να μεταμορφωθούν σε δοχεία της αποκάλυψής μου. Κάθε ένα από ετούτα τα αντικείμενα και χίλια άλλα παρόμοια, πάνω από τα οποία περνούν συνήθως με φυσική αδιαφορία βιαστικά τα μάτια, μπορούν να αποκτήσουν ξαφνικά – σε μια στιγμή που δεν διαθέτω την ελάχιστη εξουσία να την προκαλέσω – χαρακτήρα τόσο ανώτερο και συγκινητικό ώστε όλες οι λέξεις να μου φαίνονται φτωχές να τον εκφράσω.

Η κατά Joyce Επιφάνεια δεν αρκεί – τα αντικείμενα είναι υπολείμματα μιας αλλοτινής ενότητας και ο χαρακτήρας αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά τη λογοτεχνία. Ο μελετητής εκθέτει τις διαφορετικές ερμηνείες της Επιστολής. Για τον Hermann Broch η γλώσσα δεν διασώζει μόνο τη στιγμιαία εντύπωση των πραγμάτων αλλά και αναδεικνύει την ουσία τους, συνεπώς προϋποθέτει την ταύτιση με τα πράγματα, την μυστική ενότητα του Εγώ, της έκφρασης και του αντικειμένου. Ο Thomas A. Kovach μίλησε για μια μελαγχολική συνειδητοποίηση ενός φευγαλέου παρελθόντος, για τους συμβολιστές από τον Baudelaire μέχρι τον Mallarmé η καθημερινή γλώσσα θεωρείται ανεπανόρθωτα μολυσμένη και ακατάλληλη για τον ποιητή.

Η Επιστολή, γράφει ο Γιαννουλόπουλος, είναι η σύγχρονη, μοντερνιστική εκδοχή ενός αρχέγονου μύθου. Η ειδοποιός διαφορά που της προσδίδει τον χαρακτήρα ετούτο είναι ακριβώς το χάσμα που για πρώτη φορά παρεμβάλλεται ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, συνεπώς «η έκβαση της αφήγησης είναι είτε η επινόηση ενός νέου τρόπου γραφής που θα το γεφυρώσει, αποκαθιστώντας την απολεσθείσα ενότητα, είτε η τραγική συνειδητοποίηση ότι ο σύγχρονος ποιητής υποχρεούται να μιλάει μια γλώσσα που ξέρει ότι αδυνατεί εξορισμού να αποδώσει εκείνο που πραγματικά θέλει να πει, οδηγώντας τον εαυτό του στη σιωπή». Είναι ακριβώς οι δύο πόλοι ανάμεσα στους οποίους κινήθηκε η ποιητική των μοντερνιστών.

Σύμφωνα με τον George Steiner η αίσθηση ότι η κοινόχρηστη λέξη αδυνατεί να μεταφέρει επακριβώς το δικό μας συγκεκριμένο νόημα δεν είναι καινοφανής· ακόμα και οι πιο σκοτεινοί και ιδιωματικοί ποιητές «κατοικούσαν» στην κοινή γλώσσα – ο Steiner μνημονεύει μέχρι και τους Hölderlin, Nerval, Rimbaud, ενώ η επανάσταση ή κρίση της γλώσσας που έγινε στην Κεντρική Ευρώπη το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα δεν στρεφόταν εναντίον κάποιας συγκεκριμένης γλωσσικής πρακτικής αλλά αμφισβητούσε την βασική της επικοινωνιακή λειτουργία. Μόνη εναλλακτική λύση αποτελούσε η απόλυτη ανατροπή ή η σιωπή – οι αγγλόφωνοι μοντερνιστές επέλεξαν την πρώτη, οι Κεντροευρωπαίοι τη δεύτερη.

Βρισκόμαστε ακόμα στην εκτενέστατη εισαγωγή αλλά το νήμα της πορείας σε τούτο το θεωρητικό ταξίδι είναι μακρύ και όλες οι αφετηρίες, οι στάσεις και τα οδόσημά της έχουν τη σημασία τους μέχρι τον πυρήνα του βασικού θέματος. Ο μελετητής συμπληρώνει την εισαγωγή με σειρά ανάλογων προδρομικών ερωτημάτων, συνεχίζει με μια πρώτη ματιά στον μοντερνισμό, επιτονίζοντας τις αντιφάσεις της αμφίθυμης στάσης της ταυτόχρονης απόρριψης και χρήσης του παρελθόντος αλλά και την ρεαλιστική του διάσταση, και προχωρά σε βραχύ χρονικό του μοντερνισμού στην Αγγλία. Η ανεπάρκεια της γλώσσας (που με την έλευση της νεωτερικότητας δεν διατυπώνεται μόνο κριτικά ή θεωρητικά αλλά και από τα ίδια τα κείμενα, ήδη από τον Cervantes και τον Laurence Sterne), η ποιητική των εικονιστών, η μεταφυσική ποιητική του Ezra Pound, το ιδεόγραμμα του Fenollosa και η Επιφάνεια του Joyce αναπτύσσονται σε αυτόνομα κεφάλαια του δεύτερου μέρους. To τρίτο μέρος συνοψίζει τα ρεύματα και τις περιόδους πριν από το ρομαντισμό, κατά τον ρομαντισμό, κατά την μετάβαση από τον ρομαντισμό στον μοντερνισμό, αλλά και την αφαίρεση, την ενσυναίσθηση, την χωρική μορφή και τον μύθο, ενώ ολοκληρώνεται με την έννοια του ταυτόχρονου και την παράδοση στον Ezra Pound και τον T.S. Eliot.

Με αφορμή την ημερολογιακή εγγραφή του Σεφέρη για το μουσείο της Ακρόπολης o Γιαννουλόπουλος επιστρέφει στην επιστολή του Chandos που σε μια ύστατη προσπάθεια στράφηκε στους αρχαίους κλασικούς με την ελπίδα ότι θα του χάριζαν τη λύση. Το ατελέσφορο της προσφυγής ήταν αναμενόμενο: η επιστροφή στο ανθρωπιστικό ιδεώδες ήταν ανέφικτη και η αναντιστοιχία γλώσσας και πραγμάτων ήταν αδιανόητη στην αρχαιότητα. Ο Σεφέρης αισθάνεται πως «όλα μέσα εκεί του μιλούσαν και μιλούσαν αναμεταξύ τους», ενώ ο Hofmannstahl έγραφε πως «ένοιωθε σαν φυλακισμένος σ’ έναν κήπο γεμάτο αόμματα αγάλματα». Έτσι ο μελετητής κρίνει πως τα σεφερικά λόγια αποτελούν τον ελληνικό αντίλογο στην επιστολή (κι ας μην γνωρίζουμε αν την είχε υπόψη του ο ποιητής). Στο μουσείο ο Σεφέρης ανακαλύπτει πως διατηρεί μια ουσιαστική επαφή με τους αρχαίους προγόνους του, η οποία, παρά τη διπλομανταλωμένη σιωπή που επέβαλε επί χιλιετίες η τεχνητή καθαρεύουσα, έχει επιβιώσει χάρη στη ζωντανή γλώσσα του λαού., μια γλώσσα που είναι η ίδια η φύση του.

Ο Σεφέρης αναπαράγει την θεωρία των μοντερνιστών αλλά την προεκτείνει για να συμπεριλάβει και την «εθνική» διάσταση. Συνδυάζει το βάθος και τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας που έχει πάρει από τους μοντερνιστές με την έννοια της ρίζας, σ’ ένα μείγμα ιδιαίτερα γόνιμο. Ο ενάρετος απλός λαός που κυριαρχεί στο δοκιμιακό έργο του πρόσφερε το σταθερό έδαφος όπου στηρίχτηκε για να κατακτήσει τη διαύγεια που οι μοντερνιστές νοστάλγησαν, ενώ ταυτόχρονα έγινε και το θεμέλιο της ιδεολογίας του για την  αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόβλημα του βάθους:

Ενώ για τους μοντερνιστές το εσώτερο εγώ είναι η άμεση εμπειρία που ο ποιητής προσπαθεί να αναδείξει επιλέγοντας τη μία και μόνη λέξη, που την αποδίδει επακριβώς, ή ο τόπος των αρχέγονων μύθων οι οποίοι μπορούν να προσδώσουν σχήμα και σημασία στην άναρχη σύγχρονη ζωή, η εκδοχή του Σεφέρη αλλού στοχεύει. Και ενίοτε το παραδέχεται. Γιατί το εθνικό υποσυνείδητο δεν παράγει μόνο νόημα που τόσο χρειάζεται η σύγχρονη ανερμάτιστη ζωή μας, αλλά παράγει και την ομοιογένεια η οποία συνδέει τον Έλληνα ως σημερινό ιστορικό υποκείμενο με την αρχική εκδοχή του. Έτσι, το άβολο γεγονός ότι δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τον προγόνων μας, ή ότι οι νοηματοδοτήσεις μας διαφέρουν ριζικά από τις δικές τους επειδή μεσολάβησαν οι χιλιετίες της ιστορίας, παρακάμπτεται επειδή, κατά τον Σεφέρη, όλα αυτά λειτουργούν ακόμα μέσα μας, λειτουργούν ωστόσο υπόγεια, πιστοποιώντας την ελληνική διάρκεια διαγράφοντας την ιστορία. Όταν ο Σεφέρης ισχυρίζεται ότι την Μεγάλη Παρασκευή δυσκολεύεται να αποφασίσει «αν ο Θεός που κηδεύεται είναι ο Χριστός ή ο Άδωνις» [Δοκιμές, 2, 14] δεν εννοεί ότι προσπάθησε και δεν  τα κατάφερε αλλά ότι πριν πάει στον Επιτάφιο είχε ήδη αποφασίσει ότι καμιά από τις παραδόσεις μας, χριστιανικές ή προχριστιανικές, δεν έχει πραγματικά πεθάνει. Και δεν έχουν πεθάνει επειδή επιβιώνουν στο εθνικό υποσυνείδητο. [σ. 549 – 550]

Συμπλέοντας λοιπόν με τις αισθητικές επιλογές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού, ο Σεφέρης εισάγει στις Δοκιμές του ένα δικό του στοιχείο: εκεί που οι μοντερνιστές τοποθετούν την ποίηση, εκείνος βάζει και την ελληνικότητα. Ουσιαστικό σημείο επαφής των δύο αποτελεί η πεποίθηση ότι ποίηση και ελληνικότητα παραμένουν «πιστές στον εαυτό τους», κοινώς κατά βάθος δεν αλλάζουν ποτέ. Η κυρία διαφορά υπήρχε στη στόχευση: «ο Σεφέρης πίστευε στη «φυσική» γλώσσα του απλού λαού, που διατήρησε το νήμα της ελληνικότητας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ενώ οι μοντερνιστές, περισσότερο κοσμοπολίτες, απέρριψαν την ομιλούμενη από όλους γλώσσα για να κατακτήσουν την ακριβολογία και να προσδώσουν στην ποίηση τη φορμαλιστική συνοχή, το μόνο αντίδοτο στο αγχογόνο χάος της σύγχρονης ζωής»

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 597, με ευρετήριο και εικοσασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες, εκτός του Γ.Σ.:  Hugo von Hofmannstahl, Ezra Pound, T.S. Eliot, James Joyce.