Μπάμπης Αργυρίου – Προτιμώ τα παλιά τους

protimo_ta_palia_toys

Το πρώτο εύρημα μάς βρίσκει στην πρώτη σελίδα: Το Στέκι Φίλων των Όψιμα Ανθισμένων Δημιουργών διοργανώνει μια έκθεση για τους δημιουργούς που καθυστέρησαν να κυκλοφορήσουν την πρώτη τους δουλειά. Τα εξώφυλλα των βιβλίων της έκθεσης των late bloomers είναι εύγλωττα: Marquis de Sade, Joseph Conrad, Henry Miller, Raymond Chandler, ενώ ο παρών σκηνοθέτης Jim Sheridan δίνει την δική του εκδοχή. Εδώ είναι που ο Σίμος Μπάνσης, γνώριμός μας από ένα βιβλίο όπου δήλωνε απερίφραστα πως Έχει Όλους τους Δίσκους κάποιων, συλλαμβάνει την ιδέα για ένα ντοκιμαντέρ για τον αδελφό του Στέφανο, αιφνιδίως αποθανόντα στα μεσο – πενήντα του. Ο τίτλος Ο ανεκτίμητος ακροατής αφορά τόσο την ιδιότητα του πολύτιμου ακροατή όσο και εκείνη που δεν εκτιμήθηκε όσο της άξιζε. Και ποιον αφορά ένα τέτοιο φιλμ; Οποιονδήποτε ανακαλύπτει ότι η μουσική είναι ο κοντινότερος δρόμος προς την έκσταση και γίνεται άμισθος ιεροκήρυκάς της.

jeffrey lee pierce

Ο αφηγητής μας παραμένει ένας πιστός της μουσικής που λάτρεψε, δεν είναι όμως ο ίδιος από την εποχή που άρχισε να ζει αυτή την ατέλειωτη μύηση. Αυτή τη φορά επιθυμεί να ξορκίσει τον θάνατο με τον  αξιότερο (προαναφερθέντα) φόρο τιμής, να ξεπεράσει τον έρωτα που ταυτίστηκε με την Μαρίνα αλλά και να είναι ένας καλύτερος άνθρωπος. Και πως μπορείς να το προσπαθείς όταν στις φλέβες σου κυλάει ας πούμε ο ήχος των Gun Club; Η υπέρβαση των ορίων και τα παιχνίδια με τον θάνατο, εκλαμβάνονταν από πολλούς ως επιταγή του ροκ εντ ρολ. Βέβαια στα τραγούδια είναι εύκολο να μιλάς, στην πραγματική ζωή τι γίνεται; Ο Μπάνσης αδιαφορεί για τους εθισμούς τους οποίους επέλεξε να φορτωθεί ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός εκείνου του συγκροτήματος, ο Jeffrey Lee Pierce· δεν του πέφτει λόγος, άλλωστε ούτε ο ίδιος λογοδοτεί σε κανέναν για τους δικούς του. Αλλά χαλιέται όταν γνωρίζει ότι υπήρξε αυταρχικός και άδικος με τους μουσικούς του, ένας εγωπαθής δικτατορίσκος που ακύρωνε όσα τραγουδούσε. Οι αυταρχικοί του ροκ δεν έχουν θέση στον κόσμο του.

Σε έναν κόσμο όπου οι μισοί προσπαθούν να του πουλήσουν κάτι και οι άλλοι μισοί δεν έχουν κανένα σημείο επαφής μαζί του, αναζητάει τους ομοίους του κι εκεί θέλει να είναι καλός και να δέχεται την καλοσύνη. Ο καλλιτέχνης δεν απαλλάσσεται· η σχέση με το κοινό πρέπει να είναι καθαρή και τίμια· αν ο μουσικός κοροϊδεύει το κοινό με νοοτροπία σας – έχω – όλους – γραμμένους ή γίνεται μουσικό τζουκμπόξ και παίζει τις παραγγελίες του, τότε δεν τον αφορά. Ο Σίμος θέλει τον καλλιτέχνη γενναιόδωρο με το πιστό κοινό του, να προσπαθεί να επικοινωνήσει, χωρίς να φοβάται και την υπερκόπωση αν παίξει μερικά τραγούδια παραπάνω. «Δεν υπάρχει ιδανική κοινωνία αλλά οι στιγμές επικοινωνίας μεταξύ μουσικόφιλων είναι το κοντινότερο στην ιδανική συμβίωση αγνώστων». Μπορείς να ευχαριστηθείς ερμηνεία ηθοποιού μετά από ρατσιστική δήλωση; Μπορείς να εισπράττεις κρατικές επιδοτήσεις και να γράφεις αντισυστημικά τραγούδια; Εις το εξής η αντιστοιχία λόγων και έργων. Τέρμα το άκου τι τραγουδάω και μην κοιτάς τι κάνω. 

Joe Strummer, died 50

Ποιος είναι ο εξωτερικός κόσμος του Μπάνση και ποιες γυναίκες προσκαλεί, όταν η ερωτική ζωή τόσων και τόσων εφόσον μοιάζει με την καλλιτεχνική πορεία του Iggy το ’75, δηλαδή σολίστες, με κάποιες εφήμερες συνεργασίες και κανένα reunion κάπου κάπου; Υπάρχουν πάντα οι «τηλεγραμμικές» του, οι πελάτισσες στην Γκρίζα γραμμή τηλεφωνικών συνομιλιών για μοναχικούς· άλλες θα συναντήσει τυχαία, άλλες θα τον διαολίσουν ατυχώς. Αλλά είναι η χήρα του Στέφανου, Στέλλα, που αποτελεί την πλέον πολύτιμη διαλογική του σύντροφο όχι μόνο σε αυτές τις εντός και εκτός αναζητήσεις αλλά και στην δυσκολότερη των απορρίψεων: ο σκηνοθέτης Μάρκος Κοσμίδης, που έψαχνε δραστήριους μουσικόφιλους για να εξιστορήσουν τις εμπειρίες τους από την δεκαετία του 1980 και είχε κινηματογραφήσει τις εξομολογήσεις του Στέφανου, αρνείται να παραδώσει το πολύτιμο υλικό.

Αδικία, επιθυμία αυτοδικίας, οίκτος για τους ανθρώπους που η φύση τούς αρνείται τη χαρά της δημιουργίας, φιλοσοφική αναζήτηση μιας ακριβοδίκαιης απόφασης…ο Σίμος καίγεται. Αν, όπως εξομολογείται η Στέλλα, μια απώλεια μας βάζει μπροστά στο δίλημμα να συνεχίσουμε να ζούμε με έναν απόντα ή να τον ξεριζώσουμε απ’ τη ζωή μας, αν ενοχές δεν μας αφήνουνε να επιλέξουμε το δεύτερο αλλά και η παρουσία του – απουσία του δεν αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο, τότε ένας παραπάνω λόγος να είναι αυτή η ταινία σημαντική: θα συμβολίζει το οριστικό κλείσιμο της πόρτας.

ru17-

Μια δισκοθήκη χτισμένη κομμάτι – κομμάτι θα γίνει ανεμοσκόρπισμα. Αυτή όμως είναι η μοίρα των δισκοθηκών, δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την προστασία του ιδιοκτήτη τους. Μένουν τα χαρτόκουτα με τα αντικείμενα του Στέφανου αποτελούν έναν άλλο κόσμο που ξαναβγαίνει στην επιφάνεια κι έχει αμέτρητα να αφηγηθεί. Κουτιά με δίσκους, κασέτες, έντυπα, μαγνητοφωνήσεις, τετράδια, μαγνητοφωνημένοι μονόλογοι: Δεν θα έλεγα ότι το ροκ μου έσωσε τη ζωή κυριολεκτικά αφού δεν σκόπευα να αυτοκτονήσω, αλλά την έσωσε μεταφορικά· της έδωσε νόημα, χρώμα, περιεχόμενο, ρυθμό. Εκεί μέσα εξιστορείται μια ολόκληρη ακροαματική ζωή, το πώς έζησε εκείνος κι εμείς και τόσοι άλλοι την μουσική της δεκαετίας του ’70 και του ’80, όλα εκείνα που ακολούθησαν το πανκ. την εποχή «όπου ο χειρότερος νέος ήταν προτιμότερος από τον καλύτερο παλαίμαχο».

Ο Στέφανος θυμάται πώς έφτασε σ’ αυτή τη μουσική, γιατί έμεινε, πώς την έζησε· ανατρέχει στη μουσική που του γνώρισε πολιτική, γεωγραφία, φιλοσοφία. Ήταν μια εποχή όπου κάθε μέρα αγαπούσαμε ένα νέο τραγούδι, κάθε βδομάδα έναν δίσκο, κάθε μήνα έμπαινε στη ζωή μας ένα συγκρότημα το οποίο και αγαπάμε ακόμα. Μακάρι να συναισθανόμασταν τότε πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν και πόσο καλυμμένοι από σπουδαία μουσική. Θυμάται τα έντυπα που διάβασε, ακόμα και τον εγχώριο Ήχο που υπήρξε ένας κάποιος οδηγός. Βέβαια και εδώ είναι πια καιρός να γραφτούν όσα δεν διανοήθηκε κανείς να γράψει αυτά τα χρόνια: για τους κριτικούς που παρουσίαζαν την μπούρδα ως cult αριστούργημα ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η συμφέρουσα και για τις δυο πλευρές συνεργασία με την εκάστοτε δισκογραφική, για τον δείκτη δείκτης δυσπιστίας και το τεκμήριο αφερεγγυότητας που πλέον λούζει όλους αυτούς τους υμνητές.

NME13_Aug_88

Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο, ο ήρωας ζει τουλάχιστον σε δυο κόσμους: από την μία βρίσκεται η «πραγματικότητα», από την άλλη οι εναλλακτικοί κόσμοι στο μυαλό του που σκαρώνονται με παροιμιώδη ταχύτητα για κάθε περίσταση. Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την φαντασιακή δημιουργία «παραμύθια για μεγάλους». Αρκεί η ενεργοποίηση της διαβολεμένης του φαντασίας για να βρεθεί στο αλλού, στο άλλοτε και στο αν. Καταστρώνει σενάρια απόλυτα ρεαλιστικά και ενίοτε εξωπραγματικά· θέτει σε λειτουργία «μηχανές», άλλοτε νοσταλγίας, άλλοτε προβολής στο μέλλον. Φτιάχνει λίστες, κατηγοριοποιεί, απολαμβάνει να σκέφτεται λεπτομερώς την δημιουργία ανέφικτων πραγμάτων. Στήνει υποθετικές συνομιλίες, αφηγείται τραγούδια και ξαναφτιάχνει την ιστορία που επιχείρησαν να διηγηθούν οι στίχοι. Στα δύσκολα, παραγγέλνει όνειρα στο υποσυνείδητο.

Φυσικά συνεχίζει να διατυπώνει αμέτρητες ερωτήσεις – το βιβλίο πλημμυρίζει από ατέλειωτες, ερεθιστικές ερωτήσεις που η καθεμιά τους μπορεί να μας ανοίξει ολόκληρες σελίδες που ίσως δεν χώρεσαν στο βιβλίο. Πώς να μετρήσεις την αξία ενός τραγουδιού; Με το άθροισμα των ακροάσεων, την αντοχή στο χρόνο, την γλυκιά μελωδία, τον βαθμό αναστάτωσης που προκαλεί; Μένουμε ασυγκίνητοι από δίσκους επειδή δεν τους αξίζουμε ή επειδή δεν μας αξίζουν; Σε πόσους δίσκους υπολογίζεις το σάουντρακ της ζωής σου; Υπάρχει ροκ εντ ρολ ήθος; Αξίζει να πιστεύει κανείς σ’ αυτό; Αν η δημιουργικότητα είναι ανίατη ασθένεια, υπάρχει άλλος τρόπος να εκτονωθεί η εσωτερική τρικυμία; Γιατί η gothic Americana αγγίζει τόσους μεσογειακούς ακροατές και γιατί οι σκοτεινές ιστορίες του Cave και του Lanegan απέκτησαν φανατικούς ακροατές στη χώρα μας με τη μεγάλη διάρκεια ηλιοφάνειας;

 on_the_phone

Οι ανελέητες ανασκαφές εκτείνονται και στον έξω κόσμο. Κάθε φορά που συναντάει πρόσωπα που συντρόφευε στο μακρινό παρελθόν και εκπλήσσεται από το χαμηλό τους επίπεδο αναρωτιέται: άραγε εκείνος άλλαξε, βελτιώθηκε, ομόρφυνε εσωτερικά και αυτοί έμειναν στάσιμοι ή εκείνος παρέμεινε ίδιος κι αυτοί χειροτέρεψαν; Γιατί όταν βρισκόμαστε με φίλους ανοίγουμε συζητήσεις για τα πιο ελαφρά και ταπεινά θέματα;  Όταν σκεφτεί για ένα γκρουπ ότι σταμάτησαν την δημιουργική ενασχόληση εδώ και καιρό, δεν θα είχαν κάθε δίκιο κι εκείνοι να απορήσουν γι’ αυτόν που εδώ και χρόνια σχεδιάζει διάφορα αλλά δεν κάνει τίποτα;

Aθεράπευτος λεξοπαιγνιδιστής και ασίγαστος πιθανολόγος ο Σίμος βαρέθηκε να ανταλλάσει πληκτολόγια και να υποτάσσεται στην ποτοϋπαγόρευση, για να υποκλέψω δυο τυχαία του λογοπαίγνια. Προτιμά να αφήνει τον εγκέφαλό του να στροβιλίζεται σαν δίσκος σ’ εκείνα τα πικάπ που δεν σηκώνουν βελόνα. Οι τίτλοι των κεφαλαίων ενδεικτικοί: Πες στους Morphine ότι ακόμα τους ακούω, Οδηγώ και συσκέπτομαι, Συμφιλιώσου με το σκοτάδι σου, Θα ζήσω άλλη τέτοια μέρα;  Αναζητά κάποιον να λανσάρει ένα πρόγραμμα το οποίο θα μας επιτρέπει ν’ ακούμε όποιο τραγούδι θέλουμε παιγμένο από συγκρότημα δικής μας συναρμολόγησης – ο καθένας θα μπορεί να πειραματίζεται και μερικές εκτελέσεις θα είναι καλύτερες από τις αυθεντικές. Λιγουρεύεται ένα βιβλίο όπου οι ακροατές με τις ιστορίες ζωής των παρευρισκομένων εκείνης της μουσικής, με ξομολογήσεις πως αντιμετώπιζαν τη μουσική τότε και τώρα τι ονειρεύονταν και πόσο μακριά τους έριξε η ζωή, τι δεν πρόδωσαν και για τι μετανιώνουν.

 10570426_10204483486706737_5382996217901939470_n

Στον ύπνο μου είδα εφιάλτη, κάτι που συμβαίνει συχνά. Οι δίσκοι μου έγιναν μιας χρήσης και όποιον άκουγα χαλούσε και δεν ξαναέπαιζε. Το ανακάλυψα μετά από καιρό και αφού χάλασα πολλούς αγαπημένους. Άρχισα να ξαναγοράζω όποιον ήθελα ν’ ακούσω. Η μουσική βιομηχανία έτριβε πάλι τα χέρια της και οι ταμειακές μηχανές τραγουδούσαν χαρμόσυνα. [σ. 61]

Κι αν ο Στέφανος καταρτίζει μια σύντομη ιστορία του ελληνικού ροκ των 80s και θυμάται τους δίσκους που μοιάζουν «με ομαδικές φωτογραφίες όπου εικονίζεται κι αυτός», ο Σίμος φτιάχνει συλλογές για τους φίλους του (άλλοτε υποκατάστατο εκπομπών, άλλοτε εκδηλώσεις αγνής επικοινωνίας, άλλοτε ηχητικά καρτοποστάλ αντί ταξιδιωτικών και άλλων διηγήσεων), δοκιμάζει την πλημμυριστή δημιουργικότητά του στην στιχουργική και ονειρεύεται να γράψει το πανκ remake των Κουρελιών που Τραγουδάνε Ακόμα. Και τελικά αμφότεροι διατηρούν την αίσθηση πως και αυτά τα λίγα ήταν αρκετά για τη ζωή μας.

Entering_Arizona_on_I-10_Westbound

Ένα άγνωστο μέχρι σήμερα πρόσωπο στη ζωή του, ο τυχερός κληρονόμος Δημοσθένης, γνωρίζοντας την κοινή τους αγάπη για τους Wipers, του κάνει μια εξωφρενική πρόταση. Καθώς ο Greg Sage σιωπά από το 1999, τι θα έλεγε να πάει στην Αριζόνα και να τον πείσει να ηχογραφήσει δίσκο με δικά του κομμάτια ή διασκευές, σαν Wipers ή με άλλο όνομα, ηλεκτρικά ή ακουστικά, δική του η επιλογή; Τα έξοδα δικά μας, τα έσοδα δικά του. Ιδού η ευκαιρία για τον Σίμο: τα «πείθετρα» είναι καλά, ο αεροδιάδρομος αχανής, οι δρόμοι της Αριζόνα απέραντοι, στο τέλος της διαδρομής μια από τις μπάντες της ζωής μας, το μοναδικό τους space punk, ένας World without fear

Μετά θυμήθηκα μια φράση του Δημοσθένη για τους Wipers, την «προτιμώ τα παλιά τους», και σκέφτηκα ότι το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα συγκροτήματα που ακούμε. Οι πρώτοι δίσκοι τους είναι οι καλύτεροι και οι αγαπημένοι μας. Λίγοι είναι αυτοί που χρειάζεται να κυκλοφορήσουν 2-3 μέτριους δίσκους πριν βγάλουν τους σημαντικούς τους (οι Sonic Youth είναι ένα παράδειγμα), αλλά μετά από δεκαετίας καριέρας κι αυτοί θεωρούνται παλιοί. [σ. 120]

orig_Wipers

Ωραίο δεν ακούγεται; Τα σενάρια γράφονται ήδη στο μυαλό του Σίμου, και στο πρώτο κεφάλαιο πιάνουν πρώτη σειρά τα ευκταία. Θα περιπλανηθεί στην Αριζόνα, θα εντοπίσει το Zeno Studio που έφτιαξε και διακονεί ο Sage, θα τον γνωρίσει, θα τον ξεναγήσει στους χώρους που έζησε, ηχογράφησε και συναυλίασε, θα του μιλήσει για τις εμπνεύσεις που οδήγησαν στα τραγούδια… Κι αυτός με την σειρά του θα του μιλήσει για όσα σκέφτεται ένας πιστός ακροατής του: εσύ είσαι underground από επιλογή ενώ οι περισσότερο εκεί έξω είναι από αδυναμία να σπάσουν το τσόφλι του. Όταν οι πολυεθνικές σου προσέφεραν μακροχρόνια συμβόλαια, εσύ προτίμησες την αυτονομία σου παρά την οικονομική στενότητα, που είναι ισόβια σύντροφός σου. Όταν όλοι έψαχναν δεσμευτική εταιρεία και παραγωγή, εσύ έφτιαχνες με την ησυχία σου τον δίσκο σου, ήδη πολυπαιγμένο στο κεφάλι σου.

… Τώρα που ο κόσμος περιμένει να επιστρέψεις, εσύ αφήνεις τον καιρό να περνάει, αποδεικνύοντας ότι μπορείς να σταματήσεις χωρίς να διψάς απεγνωσμένα για χειροκρότημα. Ίσως αυτός να είναι ο ορισμός του εναλλακτικού….Η δική σου πρέζα είναι ο έρωτας για τον ήχο· η αναζήτηση των χρωμάτων του. Κι αυτό ακούγεται και εκτιμάται. [Αυτή την τελευταία φράση θα ήθελα να την έχω πει κι εγώ σε αρκετούς μουσικούς της λέξης και την νότας.] Χρησιμοποιείς την μουσική σου για να αυτοπυρποληθείς και χρειάζεσαι τους παρευρισκόμενους για μάρτυρες; Και τελικά, μήπως ούτε εσύ ούτε εγώ δεν ανήκουμε στον κόσμο του ροκ, στον παράδεισο των εγωμανών, των φωνακλάδων και των χοντροκομμένων; Κι αν δεν ανήκουμε στο ροκ τότε πού ανήκουμε;

Howe Gelb photo courtesy Fire Records, FireRecords.com

Οι δεκάδες σελίδες του ταξιδιού στην Αριζόνα αποτελούν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα εντός κι εκτός του μυθιστορήματος, μια δρομονουβέλα που δεν θέλεις τα τελειώσει. Αναμένοντας την συνάντηση με τον Greg Sage, ο Μπάνσης περιπλανιέται ως ο ταξιδευτής που υπήρξε και στην μουσική: αναζητά το Φοινικόραμα να δει τι παίζει στην πόλη, ψάχνει τα μουσεία των μουσικών οργάνων και τις συναυλίες, μένει ασυγκίνητος (πληγκινημένος) σ’ ένα λάιβ της Neko Case (που μάλλον θα της πήγαινε περισσότερο μια σύναξη γύρω από τη φωτιά μιας κατασκήνωσης), φεύγει για το Τούσον και την έρημο όπου οι μουσικοί πηγαίνουν για να μυσταγωγηθούν, τριγυρίζει στους δρόμους, στα εθνικάδικα και στα μπαρ, γνωρίζει τον Dan Stuart των Green on Red για μια απροκάλυπτη συζήτηση, συντομογραφεί περίτεχνα τους Giant Sand και το Phoenix του Nick Cave, διαπιστώνει με απολαυστική ειρωνεία τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα σε σχέση με τις δικές μας πόλεις, βιώνει κάποιες γήινες και φαντασιακές ερωτικές ιστορίες στα αριζονικά δωμάτια και στους διακρατικούς αιθέρες, κοινώς ζει μια ανεπανάληπτη εμπειρία, ανεπανάληπτη επειδή δεν θα επιχειρούσε να την ξαναζήσει, μια από τις εμπειρίες που εκτιμάς περισσότερο αφού γίνουν παρελθόν.

Ίσως εκείνο το μέρος είναι το κατάλληλο για να καταστρωθεί ένας άλλος χάρτης, των προσώπων στη ζωή του, εκείνων που τον έσυραν προσωρινά στο επίπεδό τους, των ωραίων που τον κέρδισαν οριστικά, όσων έμειναν χρόνια κοντά του, των άλλων που μπήκαν για λίγο κι έπειτα χάθηκαν οριστικά. Ίσως η χαρτογράφηση δεν σταματάει ποτέ και οι δρόμοι σχεδιάζονται για να επανατοποθετεί στη ζωή του μένοντας ή φεύγοντας και στο τέλος….φυσικά σταματώ εδώ, καθώς το μυθιστόρημα είναι τόσο κινηματογραφημένο ώστε είναι τουλάχιστον απρέπεια να αποκαλύπτεις τις τελευταίες ….εκατό σελίδες, όχι επειδή θα μαρτυρήσεις την υποτιθέμενη ανατροπή, ή το εκβιασμένο καλό τέλος ή το αληθέστερο μη τέλος, αλλά επειδή τέτοια βιβλία μοιάζουν με παζλ όπου η ζωή του αφηγητή ενώνεται με τα κομμάτια δεκάδων άλλων ζωών και ποιος θα ήθελε ένα παζλ που δεν τελειώνει αργά και απολαυστικά, δημιουργώντας προσμονή για το επόμενο;

181285_10201245644442704_1902228861_n

Άλλωστε ποιος από αυτή την κοινότητα θα διανοούνταν να ακούσει ορισμένα μόνο κομμάτια από ένα δίσκο ή να πρωτοπαίξει τα τελευταία; Πρέπει να ακούσεις δισκογραφίες ολόκληρες για να σου υπενθυμιστεί, όπως γράφει για κάποιον δίσκο των Throwing Muses, πως ό,τι άσχημο κι αν σου τύχει, το έχουν ζήσει και αντέξει άλλοι πριν από σένα. Ένα είναι σίγουρο: Η ρουτίνα είναι ύπουλη ερωμένη, μας σφίγγει στην αγκαλιά της και μας στερεί περισσότερα απ’ όσα προσφέρει. Ώρα να στρίψεις το τιμόνι και να βγεις πάλι στην λεωφόρο των μεγάλων συγκινήσεων. 

Ένα πυκνό βιβλίο για το ροκ εντ ρολλ, τους ακροατές ως οργανικό μέλος στο ροκ, εμάς στο ροκ, το ροκ σε εμάς, τον θάνατο, την αναζήτηση, την δημιουργία, εκείνους που μοιράστηκαν, τις κοινότητες που δεν ήταν ορατές αλλά ακούγονταν μια χαρά· ένα βιβλίο ξέχειλο από χιούμορ και ειρωνεία για όσους από εμάς έλαχε να ζούμε τόσες συναρπαστικές εμπειρίες δι’ αντιπροσώπων, όπως βιώνουμε σε αυτή τη μουσική, σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, και που κάποτε καλούμαστε να είμαστε αντάξιοί τους.

1459181_10202595479467736_1675011592_n

Οι δίσκοι μοιάζουν με ντοκουμέντα συνειδητοποίησης της αδυναμίας, καταγράφουν τη σταδιακή μείωση της αισιοδοξίας, είναι σταθμοί στην πορεία προς την τελική συντριβή του δημιουργού τους. Κάθε ροκ δίσκος γράφει στην ούγια με ευανάγνωστα γράμματα τα στοιχεία ταυτότητάς του τη δεδομένη στιγμή. «Τον ηχογράφησα στην εφηβεία, είμαι πολύ σημαντικός, ο κόσμος μου ανήκει». «Ενηλικιώθηκα, αξίζω κι εγώ, δικαιούμαι μια θέση στον ήλιο». «Μεγάλωσα και απέκτησα αυτογνωσία, χαίρομαι που ακόμα μπορώ να ονειρεύομαι». «Μια φορά κι έναν καιρό ήμουν νέος και αυταπατήθηκα ότι θ’ αφήσω το τεράστιο σημάδι μου στον κόσμο». [σ. 175]

Εκδ. Micbooks, 2015, σελ. 313, με 32 σελίδες με πληροφορίες για όλα τα αναφερόμενα ονόματα και τραγούδια, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο γραφής όπως και στο βιβλίο.

Εικονισμένη ζωή εδώ. Έχω όλους τους δίσκους τους, κι αυτοί βρίσκονται ήδη στη δεύτερη έκδοση, εδώ.

Στις εικόνες. 1. Το εξώφυλλο που σιωπηρά συνομιλεί με ένα καθοριστικό εξώφυλλο δίσκου ζωής. 2. Jeffrey Lee Pierce σε στιγμές ζωγραφιστής έκστασης – ο Σίμος θα ήλπιζε και μετάνοιας. Το έργο από εδώ. 3. Joe Strummer των Clash, διαφυγών στα 50, δάσκαλος στα περί των Σαντινίστας 4. Rollin Under, φανζίν των δεκαετιών 1980 και 1990, δημιούργημα του Μπάμπη Αργυρίου. Τέσσερα από τα ονόματα του εξωφύλλου – Go Betweens, Γκουλάγκ, Steppes και….Banshees διαπερνούν σελίδες του βιβλίου. 5. Ο Nick Cave στο New Musical Express [1988], το χάρτινο εφήμερο και εφημεροειδές μας ευαγγέλιο, στέκει ανύποπτος μπροστά στο μέλλον που τελικά είχε. Πάλι δίκιο ο Μπάνσης. Και, αλήθεια, δεν είχα σκεφτεί αυτή την πιθανότητα, όταν εκείνος φτάσει στο Φοίνιξ. 6. Ο συγγραφέας στον κόσμο του. 7. Ο συγγραφέας στους ανοιχτούς δρόμους. 8. Η μήτρα τόσων ωραίων συγκροτημάτων 9. Wipers. Χωρίς λόγια. 10. Howe Gelb των Giant Sand, ρόκερ της ερήμου, επίτιμος πολίτης του Τούσον. 11. Ο συγγραφέας μετά την απόσυρση του προηγούμενου οχήματος (βλ. φωτ. 7). 12. Μ.Α.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 187.

Ροβήρος Μανθούλης – Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου

Κόσμος

Η ζωή μου είναι γεμάτη συμπτώσεις. […] Η τύχη είναι μια μορφή τέχνης, όπως λέει ο Ζαν Κλοντ Καριέρ*.  Δεν έγινα ποτέ πλούσιος. Η ζωή μου ναι. Ουδέν πλουσιότερον μιας πλούσιας ζωής. Συχνά χάρη στις απαραίτητες συμπτώσεις. Οι συμπτώσεις έρχονται στους αεικίνητους. Στους εξερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε. Η θεωρία μου είναι ότι, αν πας στην έρημο και φωνή δεν βγάλεις, φυσικά δεν θα σ’ ακούσει κανείς. Αν όμως βγάλεις μια φωνή στην έρημο, κάποιος θα σ’ ακούσει. Η έρημος δν είναι ούτε εύλογη ούτε αναγκαία, άρα η ερημιά της είναι «ανύπαρκτη». Η φωνή είναι και αναγκαία και υπαρκτή. [σελ. 497]

Πράγματι, ο βίος και η πολιτεία του Ροβήρου Μανθούλη έχουν διάχυτες τις συμπτώσεις αλλά ακόμα περισσότερο διαθέτουν το στοιχείο του αυτοκαθορισμού ενός αεικίνητου και εν πολλοίς ασυμβίβαστου, ξεροκέφαλου δημιουργού που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το γράψιμο αλλά και να ζει μια ζωή γεμάτη αγώνες και απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να τιθασευτεί ένα τέτοιο υλικό σ’ ένα χρονικό αναμνήσεων; Σε τι ύφος μπορείς να γράψεις τις αναμνήσεις σου; Αν το στυλ είναι η απόσταση που κρατάς από την πραγματικότητας, το ύφος δεν πρέπει να είναι εμφανές.  Ποιος είναι σε θέση να είναι αντικειμενικός με τον ψυχισμό του; Πόσο πίσω μπορεί να πάει η μνήμη;

Ροβήρος 1

Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στον πατέρα του που βρέθηκε στους κατεξοχήν τόπους του 20ού αιώνα: στα χαρακώματα και στα οδοφράγματα, σε προσφυγιές και ξενιτιές, σε δικτατορίες και εξορίες, σε εμφύλιους και αιχμαλωσίες. Ό,τι γραπτό έγραψε ο Αλέκος Μανθούλης μετά προτροπής υιού, αποτελεί ιδανική αρχή διήγησης. Κάποτε έρχεται στο κάδρο ο μικρός Ροβήρος: Αμφίπολη, 1935, με τον πατέρα του στα έργα του Στρυμόνα. Δυο κινηματογραφικές προβολές στην πλατεία του χωριού, μένουν στην μνήμη μέχρι σήμερα, σαν ελευσίνια μύηση. Ύστερα Αθήνα, Νεάπολη, οι πρόσφυγες κοιμούνται ακόμα στρωματσάδα στον δρόμο. Μεταξάς, ΕΠΟΝ, υπεύθυνος διαφώτισης, με το χωνί στο χέρι: ανέβαιναν στα ταρατσάκια του Στρέφη ή του Λυκαβηττού και φώναζαν το δελτίο αλλά και ποιήματα! Αυτό ήταν το Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Αντίστασης! Η πόλη βυθιζόταν στη σιωπή λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, όλοι άκουγαν πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η εκπομπή κρατούσε επτά λεπτά – στα δεκαπέντε υπολογιζόταν η επιδρομή της Γκεστάπο. Η παρέα διέφευγε από τα σκαλάκια, και στο σπίτι περίμεναν με αγωνία οι γονείς. Αυτοί ήταν οι ήρωες. Εμείς δεν είχαμε ιδέα τι κίνδυνο αντιμετωπίζαμε.

Δεκεμβριανά, Όπλων Παράδοση, ένας δεκάρικος λόγος στην λαϊκή της πλατείας Εξαρχείων παραλίγο να του στοιχίζει τη ζωή από μια Μπερέτα, κι ύστερα η «μεταδεκαμβριανή λαίλαπα της Λευκής Τρομοκρατίας που ήταν ό,τι χειρότερο γνώρισε αυτός ο τόπος». Επιθέσεις στα υπόγεια των μαυραγοριτών, διανομές τροφίμων στον κόσμο. Ο πολυμήχανος πατέρας έφτιαχνε σταρένιο πόριζ λίγο πριν την Κατοχή και το πουλούσε σε μπακάλικα· το ονόμαζε ΒΙΤΑΜ – Βιομηχανία Ιδεωδών Τροφών Αλέξανδρου Μανθούλη. Την μάρκα αυτή την πούλησε αργότερα στην γνωστή μας σήμερα ΒΙΤΑΜ! Ο υιός έχει ποιητικές ανησυχίες, στιχουργεί, έχει δάσκαλο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, παίρνει στα χέρια του το αρχείο του Λαπαθιώτη. Σύντομα γίνεται επίλεκτο μέλος της παρέας του Λουμίδη όπου δυο λουμιδικές περιόδους στο πατάρι, με Αλέκο Αργυρίου, Μιχάλ Κατσαρό, Φρίξο Ηλιάδη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Γκάτσο, Βαγγέλη Γκούφα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λεωνίδα Ζενάκο, Μίνωα Αργυράκη, Μάνο Χατζιδάκι.

p-p

Η βιογραφία εμβολίζεται με επιμέρους μνήμες που θα έμοιαζαν με εξαιρετικές κινηματογραφικές σκηνές αν δεν ήταν απόλυτα πραγματικές· θυμάται τον Λουντέμη στη Ρουμανία να ακούει ελληνικό σταθμό από ένα τρανζιστοράκι, και την νυχτερινή βάρδια ενός εργοστασίου να πηγαίνει στον κινηματογράφο στις επτά το πρωί· θυμάται μια παράσταση της Λυσιστράτης σε θέατρο στην Ιπποκράτους, όπου τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν αυθεντικές πουτάνες από έναν γειτονικό οίκο ανοχής (και επιθυμεί να το αναφέρει γιατί κανείς δεν το μνημόνευσε). Δεν λείπουν και οι απολύτως μπορχεσιανές αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα όταν, κάνοντας μια εργασία για την αποπομπή του Τίτο από την Κομινφόρμ, βρήκε στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο με τίτλο Πολιτιστικές ανταλλαγές και είδε φωτογραφία με τον εαυτό του, καθισμένο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη απέναντι από του Λουμίδη!

Απόηχοι του λετρισμού, κατανυκτικά ακούσματα τζαζ, δυο παράνομοι κρυμμένοι στο σπίτι του, ανακάλυψη της δημοσιογραφίας. Στο ραδιόφωνο το καθημερινό αντικομμουνιστικό Τέταρτο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με τον Στρατή Μυριβήλη που από αντιμιλιταριστής και βενιζελικός αφαιρεί τις αντιβασιλικές παραγράφους από την Ζωή εν τάφω και κάνει διαλέξεις για το Παιδομάζωμα και τους γελοίους ποιητές όπως ο Ελυάρ. Δείγμα του λόγου του: Ο σλαβικός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο από αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. Η νέα αυτή φυλή κατασκευάζεται σαν ένα είδος κουρελά, μέσα το εργαστήριο του πανσλαβισμού, από τα ρετάλια όλων των φυλών, όλων των λαών, όλων των εθνών.

blues

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου αφιερώνεται τόσο στην αμερικανική εμπειρία του όσο και στην βρώμικη ιστορία της υπερδύναμης. Η πρώτη ξεκινάει με την θετική απάντηση για υποτροφία από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο συγγραφέας μπαίνει στο υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» με κρυμμένο χαρτονόμισμα και τρεις κόκκους χώμα ελληνικό, για να μη θυμώσει ο Δροσίνης. Η πολιτική κατάσταση που βρήκε λίγο διέφερε από την Ελλάδα· έπεσε σε στιγμή έξαρσης του μακαρθισμού, γύρω του σφύριζε ψυχροπολεμικός αέρας και ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Ο Μακάρθυ είχε φακελώσει όλους τους Αμερικανούς που είχαν εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους αριστερά ή φιλειρηνικά αισθήματα. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε με το γνωστό πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤ με το άρθρο του Ηλία Καζάν, όπου και η δήλωση μετανοίας για τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ξένο δάκτυλο που κρυβόταν από πίσω. Για ένα σημείο αναφοράς όπως ο Καζάν, το πλήγμα ήταν μεγάλο. Είναι γνωστό ότι ο γερουσιαστής Μακάρθυ ήταν ένας γελοίος, αγράμματος, κομπλεξικός, αλκοολικός, ένας ομοφυλόφιλος που έφτιαξε μαύρες λίστες για τους ομοφυλόφιλους. Στην Μακαρθική Αρμοστεία μεγάλη δύναμη είχε και ο Έντγκαρ Χούβερ που κανείς δεν τόλμησε να απολύσει γιατί ο Χούβερ είχε για τον καθένα τον φάκελό του.  Και απορεί ο Μανθούλης, πώς ασήμαντοι άνθρωποι σαν τον Μακάρθυ ή τον Πινοσέτ ή τον Παπαδόπουλο βάφτισαν με το όνομά τους σημαντικές περιόδους της Ιστορίας.

38

Τα λίγα χρήματα τον στέλνουν το 1951 στην Αλάσκα για δουλειά σε χρυσωρυχείο σ’ ένα μέρος χωρίς αστυνομία, δικαστήριο, φυλακές και βέβαια χωρίς γυναίκες. Ιδανικός τόπος και για υπόδικους κάθε είδους. Δεν υπήρχαν μπαρ αλλά …σαλούν, όπως στα γουέστερν. Και μια διαρκής ημέρα, χωρίς νύχτα, «που χάλαγε κάπως την ατμόσφαιρα!». Επιστροφή στην Ευρώπη μαζί μ’ ένα Πλίμουθ και πέρασμα από την φρανκική Μαδρίτη όπου ανοίγει ακόμα ένας φάκελος στο όνομά του, ο τρίτος μετά την Ελλάδα και τον Μακάρθι· σύντομα ακολουθεί και ο τέταρτος, στην Ταγγέρη. Στην Ελλάδα το Πλίμουθ μεταφράστηκε σε Μαγιακόφσκι, κοινώς θυσιάστηκε για την έκδοση ποιημάτων του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου και Καίτης Δρόσου. Πουλήθηκαν 53 αντίτυπα, τα υπόλοιπα 1947 τα μοιράστηκαν οι εμπλεκόμενοι. Καθιέρωση του Θεάτρου της Τετάρτης με μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές, διεύθυνση σπουδών στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, εμμονή με την διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ίδρυση της «Ομάδας των 5».

04

Δικτατορία, Κυπριακό, διπλωματικά η Κυρία Δήμαρχος, ο Κάστρο και ο Κουν, ο Κακογιάννης και οι Αποστολίδηδες, η Nouvelle Vague και το Free Cinema. Βία και Νοθεία, Λαμπράκης, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, το περίφημο Πρόσωπο με πρόσωπο και οι αντιδράσεις. Λονδίνο, Παρίσι, Μάης ’68, το Μπλουζ με σφιγμένα δόντια­ ­– η ταινία που αφηγούνταν και ταυτόχρονα βίωνε τα μπλουζ· γυρίσματα στο Χάρλεμ, στο σπίτι του ζευγαριού, η Μάμα που ήταν πιανίστα την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και είχα ακόμα το πιάνο της με φαγωμένα τα πλήκτρα.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιστρατεύει και την νέα της ελληνική τηλεόραση. Αναλαμβάνει γενικός διευθυντής προγράμματος της ΕΡΤ το 1975, περιορίζει τα αμερικανικά σίριαλ με αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη και την επίμονη στήριξη της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ. Άντεξε μέχρι το 1977, ενώ θα επανεμπλακεί με τις φιλόδοξες Ακυβέρνητες Πολιτείες. Ευτυχώς είναι πολλές σελίδες που αφιερώνονται στην τηλεόραση, που την «διαβάζουμε» εκ των έσω, ιδίως σε αδιανόητες ιστορίες πολιτικής ανηθικότητας και γραφειοκρατικής παράνοιας.

ρμ

Η δημόσια τηλεόραση είναι το πιο ισχυρό, το πιο υπεύθυνο, το πιο παιδαγωγικό και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο δημόσιο αγαθό. […] Η τηλεόραση τρέχει πιο γρήγορα από τις κοινωνίες. Πρέπει να είναι παραδοσιακή και μοντέρνα και να διαπαιδαγωγεί διασκεδαστικά ή τουλάχιστον να διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας. Αυτά μόνο οι αρχαίοι μας τραγικοί ήξεραν να το κάνουν, όταν το θέατρο ήταν η τηλεόραση της εποχής. Αρχαίο δράμα και τηλεόραση είναι πολύ κοντά στην αρχαία Αγορά, εκεί που ανταλλάσσονται προϊόντα, ηθικές αξίες και αισθητικές συγκινήσεις. [σ. 475]

Στο Παράρτημα ο συγγραφέας επιστρέφει στην μακαρθική αρμοστεία και παραθέτει αποσπάσματα από τις καταθέσεις του περίφημου φολκ τραγουδιστή Pete Seeger στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών [1955] για συναυλίες που έδωσε σε πολιτικές συγκεντρώσεις δέκα χρόνια πριν: Δεν πρόκειται να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες μου ή πώς ψήφισα ή για οποιανδήποτε άλλη ιδιωτική μου υπόθεση. Θεωρώ πως αυτές είναι πολύ ανέντιμες ερωτήσεις για οποιονδήποτε Αμερικανό, ιδιαίτερα κάτω από πιεστικές συνθήκες όπως αυτές εδώ. Πολύ ευχαρίστως θα σας διηγηθώ τη ζωή μου, αν θέλετε να την ακούσετε. […] Αρνούμαι να συζητήσω για το πού τραγούδησα, ποιος άκουσε τα τραγούδια μου ή ποιος τα έγραψε. Αν θέλετε, θα σας τα τραγουδήσω, αν μου φέρετε το μπάντζο μου!

Περιλαμβάνονται ακόμα τμήματα από τις καταθέσεις του μαύρου τραγουδιστή Paul Robson [Old man river], αλλά και, στην άλλη άκρη, των κατάπτυστων Ronald Reagan και Walt Disney. Ακολουθούν ντοκουμέντα, έγγραφα και φωτογραφίες από σειρά πολιτικών ερευνών του συγγραφέα: Κύπρος και ΟΗΕ, Γουότεργκειτ, Δολοφονία Κέννεντι, η Μαφία στην Κούβα κ.ά.

Pete Seeger at the House Un-American Activites committee

Οι εξακόσιες σελίδες με τις θυελλώδεις διηγήσεις διαβάζονται με απόλαυση. Είναι χωρισμένες σε μικρά αυτόνομα κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, ζαλίζουν την γραμμικότητα με μύριες παρεμβάσεις και τελικά συγγράφουν δυο παράλληλα και ταυτόχρονα εμπλεκόμενα βιβλία: της προσωπικής και της συλλογικής πολιτικής ιστορίας του καιρού του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πριν δυο χρόνια, τις ημέρες του μαύρου στην ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης ζήτησε αποζημίωση για την μετάδοση της ταινίας του από το νέο μόρφωμα με την εξής ανακοίνωση:

Ο Καψής, στα νιάτα του, μου ζητούσε ταινίες μου για ν ανοίξει σινε – κλαμπ. Αποφάσισε να το ξεκινήσει επιτέλους με την Κυρία Δήμαρχο. Στην ΕΔΤ, που ψευδίζει την ΕΡΤ. Βλέπετε, θα λέει ο υπουδγός, ιστοδική στιγμή. Αδχίζουμε με ταινία του Μανθούλη που μας βδίζει. Η ταινία μου θα γίνει λοιπόν «Κυδία Δήμαδχος». Δεν μποδώ δυστυχώς να την εμποδίσω ή να την απαγοδεύσω. Μποδώ μόνο να ζητήσω δικαστικώς είκοσι χιλιάδες ευδώ αποζημίωση για την δυσφήμηση που μου κάνει, με το να μεταδίδει την ταινία μου σε κατάπτυστο κανάλι. Γιατί όλοι οι Έλληνες, μόλις βγει στο κουτί η ταινία, θα φτύνουν την οθόνη του. Ελπίζω, αμέσως μετά την «Κυδία Δήμαδχο», να γίνει και η Κηδεία της Ιεδοδούλου. Δηλαδή της ΕΔΤ.

*Σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Μπουνιουέλ και του Πίτερ Μπρουκ.

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 612.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 186. Wild Rover.

Ιστολόγιο του συγγραφέα με πλούσιο υλικό εδώ.

Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: εικόνα από την περίφημη ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο [1966] / Στο σπίτι της Τζόαν Μπαέζ με τον σύζυγό της Ντέιβιντ, αντιρρησία συνείδησης τις μέρες που περίμενε να τον φυλακίσουν γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Μαζί τους και ο Γάλλος ηχολήπτης Ζαν-Πιέρ Μαρκετί. / Εικόνα από την αναφερόμενη κατάθεση του Pete Seeger στην Μακαρθική Επιτροπή. Το καθαρό του βλέμμα, ισοδύναμο με τον λόγο του.