Αργύρης Χιόνης – Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες

Παραμυθίες στα χώματα

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
Ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
Δεν είναι διόλου ταπεινό
Είναι το δάσος που επιστρέφει
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
Από αυτό που της ανήκει
Και που της πήραμε με τόσο δόλο

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
Δεν παίζει καθόλου
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
Για όλ’ αυτά τα αποφάγια της ζωφιλίας μας
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

…έγραφε ο Αργύρης Χιόνης στη «Μικρή φυσική ιστορία», ένα ποίημα που εμπνεύστηκε από την σύντομη ιστορία «Ο ανδριάντας» και που ο ίδιος το παραθέτει στις σημειώσεις του για να καταδείξει, όπως γράφει, την υπεροχή της ποίησης έναντι της πεζογραφίας, καθώς, «ενώ η δεύτερη περιγράφει ή αναπαριστά την πραγματικότητα, η πρώτη με ελάχιστα μέσα και άκρα λιτότητα αναδημιουργεί τον κόσμο». Ο ανδριάντας, πρωτοδημοσιευμένος στο περιοδικό Φάσμα (τεύχος 2, 1982) είναι ένα απολαυστικό διήγημα με επίκεντρο τον ανδριάντα ενός εθνικού ευεργέτη που στήνεται με μοντέλο έναν κτηνοτρόφο που του έμοιαζε και που κατάκοιτος ων, συνεπώς ακίνητος, διευκολύνει τον καλλιτέχνη. Ο συγγραφέας διατρέχει με ειρωνική σκωπτικότητα όλες τις περιόδους του αγάλματος μέχρι το ανεξήγητο πρασίνισμά του  και τις σχετικές λαϊκές εκδοχές, την αποκάλυψη της αηδιαστικής χαλκοπράσινης σάρκας, τις βόλτες του στην πλατεία και την επιθυμία των περιπατητών να απαλλαγούν από τον πρώην ευεργέτη και νυν μπαμπούλα.

Τι ενώνει έντεκα ιστορίες ύψους οριζοντίου; Πρώτα η έμφυτη μυθοπρακτική του συγγραφέα: η κατασκευή ιστοριών από το τίποτα ή το σχεδόν, ο εμποτισμός τους με πολύτιμη σοφία ζωής, η γλυκόπικρη ανάσταση και αποκαθήλωση των αυτονόητων. Όπως η μνήμη του συγκρατεί την γιαγιά του στην περίκλειστη αυλή με τον μικρό λαχανόκηπο να διαβάζει τη Βίβλο, διασκευάζοντας μες στο μυαλό της τα Ιερά Κείμενα σε παραμύθια, έτσι κι εκείνος επαληθεύει την προς αυτόν προτροπή της Ζυράνας Ζατέλη «να γράφει στα χώματα», στο σημείο που όσοι βρίσκονται κάτω από αυτά γειτνιάζουν με όσους βρίσκονται από πάνω. Μόνο που αυτές οι γραφές έχουν έναν βαθύτατο ιαματικό προορισμό: η αποσταγμένη παραμυθία των παραμυθιών του υπήρξε πρώτιστα για εκείνον βαθιά ψυχική ανάγκη να ξεγελάσει τον χρόνο και να κοροϊδέψει τα υπαρξιακά του άλγη.

Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτε συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν, μα δεν βλέπανε. Παράξενο πράγμα όμως· ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί τριγύρω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωσε κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήτανε αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε. [«Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και που, παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν το’ βαλε κάτω», σ. 56]

Γι’ αυτό κι εδώ συνυπάρχουν ο διάχυτος εξομολογητικός τόνος ενός εργάτη των εννοιών που κολυμπά ανάμεσα στην αοριστία, τη σύγχυση και την άγνοια εγκυκλοπαιδικών λημμάτων, προβαίνει σε – συγχωρήστε μου τον όρο – αστυνομική αρχαιολογία και διαπιστώνει την ματαιότητα της έρευνας («Αλφηός συν Αρέθωνι») και η περιπέτεια μιας πέτρας που ζει ειρηνικά την πέτρινη ζωή της, χωρίς να ενοχλείται από τη μονοτονία της αφού δεν γνωρίζει τι είναι μονοτονία, αλλά γνωρίζει ξαφνικά τόσο τον παράδεισο (χάρη στην σφεντόνα ενός αγοριού βρίσκεται σ’ έναν κήπο), όσο και την κόλαση (παγιδεύεται στην άσφαλτο από το ανέμελο χέρι ενός κοριτσιού) («Μια πέτρα που δεν είχε τίποτα να χάσει»). Το επιμύθιο που ολοκληρώνει την κάθε ιστορία αλλά και οι απολαυστικές περί αυτών σημειώσεις δεν μας θρέφουν μόνο με πολύτιμα συμπεράσματα που μοιάζουν δεδομένα μα είναι πάντα φευγαλέα αλλά και μας προσκαλούν στον δικό του δημιουργικό κόσμο.

Από τα Σεπόλια στις ευρωπαϊκές πόλεις και πίσω σε απομονωμένο ορεινό χωριό, βιοπαλαιστής στην Αθήνα και στο Παρίσι, δάσκαλος και μεταφραστής στο Άμστερναμ, κοινοτικός μεταφραστής στις Βρυξέλλες, πάντα ποιητής αλλά και υποκύψας στον δαίμονα της πεζογραφίας, κάποτε και της μετάφρασης (μετέφρασε μεταξύ άλλων Octavio Paz, Henri Michaux, Roberto Juarroz, Nicanor Parra και Jane Austen), ο συγγραφέας τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο Θροφαρί της ορεινής Κορινθίας – αυτή ίσως είναι η ιδανική κατάληξη της πορείας ενός λογο – τεχνίτη που υπήρξε ταυτόχρονα απλός άνθρωπος και ανήσυχος στοχαστής, μάστορας παραμυθιών και φιλόσοφος ουσίας. Γιατί, όπως γράφεται κάπου σε μια ιστορία, μπορεί να μην υψώνεσαι στα ύψη αλλά να απλώνεσαι στα πλάτη.

… η Απουσία δεν είναι πουλί αλλά θηρία ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων. Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ’ ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι’ αυτό και σ’ όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει εν’ αδειανό κλουβί γι’ αυτήν. [«Η απουσία», σ. 48]

Η συλλογή κλείνει με την απόλυτη παραμυθία μιας υπερρεαλιστικής αντιστροφής που όλοι ονειρευτήκαμε μικροί: μια ζωόφιλη και ζωοποιό κρεατομηχανή, μια ανώμαλη αντάρτισσα από την οποία ξεπηδούν αγελάδες, βόδια, μοσχάρια και ταύροι που χαιρετούν τον παράξενο, καλό χασάπη και ξεχύνονται προς τα δάση. Αν όμως εκείνος επιχειρήσει να την επιδιορθώσει, παραγεμίζοντάς την με κιμά, τότε κινδυνεύει από μέσα της να ξεπηδήσει μια άγρια πεινασμένη τίγρη… Ο Χιόνης εδώ ξανάγραψε την ιστορία, πράγμα που, όπως για άλλη μια φορά μας αποκαλύπτει στις σχετικές σημειώσεις, θα επιθυμούσε να κάνει με όλο το έργο του, προσθέτοντας: Η αίσθηση, ωστόσο, ότι ζω με δάνειο χρόνο, βαίνοντα σταθερά προς τη λήξη του, με πανικοβάλλει και, αντί να κάτσω με ηρεμία και σύνεση, να διορθώσω τα λάθη του παρελθόντος, με απελπισμένη ανυπομονησία σε νέα λάθη προβαίνω. Ευτυχώς για μας, ο αξέχαστος συγγραφέας προέβη κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του σε πολλά τέτοια «λάθη», να έχουμε να διαβάζουμε και να απολαμβάνουμε, παραμυθιάζοντας τη δική μας ζωή, όσο διαρκεί. Και να ρίχνουμε στα ελάχιστα δικά μας χώματα λίγο κρασί, σπονδή στη μνήμη του, στο λόγο του και στη μνήμη κάθε λόγου άξιου μνήμης.

Εκδ. Κίχλη, 2008 [Ε΄ έκδ. Σεπτ. 2011], σελ. 126. Με τα σχέδια της Εύης Τσακνιά που δίνουν στην ούτως ή άλλως προσεγμένη έκδοση μια παλαιά εκδοτική ωραιότητα…

όπως, άλλωστε, κι η εμπνευσμένη, πιστή γριά μου Remington που, με τρόπο μαγικό, μεταποιεί σε ποίηση τα βάρβαρα πλήγματα που καταφέρω στα ευαίσθητα πλήκτρα της. [Οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου]

Σημ. 1η φωτ. του συγγραφέα: Βασίλης Ψαρρός, 3η φωτ. του συγγραφέα: Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 103. Βασίλειος Δρόλιας

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Η ‘Τυχαία Είσοδος’ είναι ένα βιβλίο για το τυχαίο και τις θεωρίες συνωμοσίας, το ‘Βιογραφικό Σημείωμα‘ μια νουβέλα για την Ελλάδα της κρίσης των τελευταίων 30 χρόνων, το ‘Είμαστε Επτά‘ και η ‘Εύα’ είναι δυο διηγήματα  για το γράψιμο και την ιστορία. Το επόμενο βιβλίο μου (με τίτλο ‘Nyos’) είναι ένα βιβλίο για το δίπολο τέχνη/επιστήμη. Το υπόλοιπα σαν μπει κανείς στο εσωτερικό.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ο προσφιλέστερος τρόπος σχετίζεται μάλλον με το να έχω άπειρο χρόνο και να έχω κάνει σωστά και χωρίς κενά την έρευνά μου πριν ξεκινήσω να γράφω. Επειδή όμως αυτά δεν υπάρχουν στον πραγματικό κόσμο, περιορίζομαι στο να έχω αρκετή ελευθερία από την εργασία μου και τις οικογενειακές υποχρεώσεις ώστε να μπορέσω να γράψω. Όσο για τις ιδέες κάποιες φορές αισθάνομαι να είμαι εγώ αυτός που είναι παγιδευμένος απ’ αυτές και όχι το αντίθετο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω συγκεκριμένη ρουτίνα γραψίματος. Άλλωστε είμαι αναγκασμένος λόγω φόρτου εργασίας να γράφω όποτε η υπόλοιπη ζωή μου δίνει την ελευθερία να το κάνω, και έτσι το να ασχοληθώ με μια ‘τελετουργία’ θα ήταν μάλλον πολυτέλεια.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν διαβάζω και σχεδόν ποτέ μουσική όταν γράφω. Δεν είμαι παθητικός ακροατής μουσικής, δεν μ αρέσει η ιδέα να χάνεται μια αρμονία στο υπόβαθρο την στιγμή που κάνεις κάτι άλλο. Και η μουσική θέλει την συγκέντρωσή της. Γενικά είμαι φαν του Progressive Rock της Jazz και των Delta Blues, ακούω πολύ Zappa και Warren Zevon, αλλά πολλές φορές χρειάζομαι  κλασική μουσική για να ηρεμήσω (κι αυτό σημαίνει κυρίως Bach, Schubert, Stravinsky, Schoenberg, Stockhausen). Συχαίνομαι την Όπερα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Συγκεντρώνομαι πολύ εύκολα και έτσι είναι απλό για μένα να γράψω – ή να δουλέψω – στα πιο περίεργα σημεία. Το πιο περίεργο σημείο που έχω γράψει; Μάλλον μέσα σε έναν παιδότοπο κατά την διάρκεια παιδικού πάρτι…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα τον Νεύτωνα που τον θεωρώ απίστευτη προσωπικότητα και μεγαλοφυΐα. Δυστυχώς με έχει προλάβει ο Richard Westfall που έχει γράψει μια καταπληκτική βιογραφία, η οποία χρειάστηκε κάπου 20 χρόνια να ερευνηθεί και να γραφτεί. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι καταπληκτικό πως το θέμα της βιογραφίας κυρίευσε την ζωή του βιογράφου. Συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις βέβαια (η A.S. Byatt έχει γράψει γι’ αυτό στο Biographer’s Tale) αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον εντυπωσιακός ο τρόπος που συνέβη.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο αγαπημένος μου συγγραφέας είναι ο Thomas Pynchon. Όταν πρωτοδιάβασα το Gravity’s Rainbow το 1993 πρακτικά ξανα-ανακάλυψα το μυθιστόρημα. Όλα τα βιβλία που διαβάζω από τότε ορίζονται και μετρούνται σε σχέση μ’ αυτό το βιβλίο. Κατά τα άλλα όμως θεωρώ τον εαυτό μου πολύ κλασικό κι έτσι στους αγαπημένους μου συγγραφείς έχω την George Eliot, τον Henry James, τον Dostoyevski, αλλά και  τον Joyce, John dos Passos, τον Anthony Burgess, τον William Gaddis, τον Fowles και από τους πιο σύγχρονους τον Wallace (o οποίος δύσκολα συγκρίνεται με άλλους της γενιάς του).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από Gravity’s Rainbow και όλα τα Πυντσονικά η λίστα είναι μακριά μάλλον: The Turn of the Screw, το Ulysses, το Middlemarch, το Zen and Art of Motorcycle Maintenance (μετα-εφηβικό κόλημμα), το Rings of Saturn, το Tropic of Cancer, το Godel Escher Bach, οι επιστολές του Σενέκα, τα Feynman Lectures on Physics κλπ κλπ κλπ κλπ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ομολογώ πως δεν την γνωρίζω τόσο καλά την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Εντύπωση όμως μου έκαναν τρία βιβλία των τελευταίων 2-3 χρόνων που μάλλον ξεχωρίζω: το ‘Μεσα σ’ ένα κορίτσι σαν και σένα’ της Άντζελας Δημητρακάκη, το ‘Σναφ’ της Ελένης Γιαννακάκη και τον ‘Φακό στο Στόμα’ του Χρήστου Χρυσόπουλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρότζερ Μέξικο απ’ το Gravity’s Rainbow. O επιστήμονας που προσπαθεί να εκλογικεύσει την υπόλοιπη ανθρώπινη ζωή και τις ανθρώπινες σχέση με βάση αυστηρούς επιστημονικούς κανόνες – και δυστυχώς αποτυχαίνει. Του έχω ‘αφιερώσει’ το επόμενο βιβλίο μου.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Όταν ζούσα στο Λονδίνο διάβαζα συνεχώς μες στον υπόγειο. Ένα βράδυ κάθησα απέναντι σε έναν νεαρό που ήταν εντελώς high (τον οποίο απ’ ό,τι κατάλαβα μετά τον απέφευγε όλο το βαγόνι, είχε φτιαχτεί μια περίεργη φούσκα κενού γύρω του). Διάβαζα το Thus Sprach Zarathustra του Nietzsche και σε κάποια φάση, αφού πείραζε διάφορους που μπαινόβγαιναν στο τρένο με ρώτησε τι διαβάζω. Του έδειξα το βιβλίο και μου το ζήτησε να το δει. Ξεκίνησε να το διαβάζει – πολύ συγκεντρωμένος μάλιστα. Σε δυο στάσεις μου το επέστρεψε γιατί θα κατέβαινε αλλά του είπα να το κρατήσει. Με ευχαρίστησε και με χαιρέτησε με χειραψία και κατέβηκε ξεφυλλίζοντας το βιβλίο. Ελπίζω να το διάβασε.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω διδακτορικό στην αστροφυσική και αν και η θεματολογία των σπουδών μου δεν έχει άμεση επιρροή η επιστημονική μέθοδος και η ‘ψυχοσύνθεση του επιστήμονα’ (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει) είναι οργανικό τμήμα σχεδόν όλων των κειμένων που γράφω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι σύμβουλος διαδικτυακών επιχειρήσεων.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα το εκπληκτικό ‘A Naked Singularity’ του Sergio De La Pava και ξεκίνησα να διαβάζω Being and Time του Heidegger (ύστερα από αρκετή πάλη ώστε να αγνοήσω/αποδεκτώ το ναζιστικό παρελθόν του) και την βιογραφία του Wallace. Δεν γράφω κάτι αυτή τη στιγμή αλλά κάνω έρευνα. Η έρευνα άλλωστε είναι το πιο χρονοβόρο κομμάτι στην δικιά μου περίπτωση.

Τι περιλαμβάνει το ιστολόγιό σας; Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι; 

Το ιστολόγιο Ficciones περιλαμβάνει σκέψεις μου σχετικά με βιβλία, συγγραφείς ή γενικά θέματα που αφορούν στο χώρο του βιβλίου. Τονίζω πάντα πως δεν πρόκειται για κριτικές, αλλά μονάχα για σκέψεις. Αφήνω την δουλειά του κριτικού στους επαγγελματίες. Οι εμπειρίες μου είναι οι χειρότερες αλλά όπως και το καθαυτό γράψιμο είναι μάλλον κι αυτό μια ψυχαναγκαστική δραστηριότητα…

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν θα έλεγα ναι, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν ο νυν Βασίλειος Δρόλιας αλλά κάποιος άλλος. Αν θα έλεγα όχι θα έχανα την αιώνια ζωή. Ψευτοδίλημμα δηλαδή και ανυπαρξία το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η απάντηση είναι 42.

Φωτογραφίες του συγγραφέα: Παναγιώτης Γαβριήλογλου.

Στις εικόνες: William Gaddis (αυτοπορτρέτο), James Joyce, Anthony Burgess, David Foster Wallace.