Στο αίθριο του Πανδοχείου, 98. Σέργιος Γκάκας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χούλιο Κορτάσαρ, Ντον ΝτεΛίλλο, Τζον Μ. Κουτσί, Χρήστος Βακαλόπουλος, Ιωάννα Καρυστιάνη.

(Θα ήθελα να σημειώσω ότι οι απαντήσεις μου, που έχουν να κάνουν με πρόσωπα και έργα, δίνονται τον Ιούνιο του 2012. Αν με ρωτούσατε πριν ή μετά από ένα μήνα ίσως ήταν διαφορετικές.)

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Σ. Τσίρκα, οι ποιητικές συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη και του Γιώργου Μαρκόπουλου, Η μαγεμένη ψυχή του Ρ. Ρολλάν, Το κουτσό του Χ. Κορτάσαρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Μ. Λόουρι, Η σούμα του Δ. Σαββοπουλου, Το τελευταίο φιλί του Τζέημς Κράμλεϋ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τζακ και Κινέτα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Εκεί, πού όμως, πώς; και Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη του Χούλιο Κορτάσαρ,  Νυχτερινό σχολείο του Ρέιμοντ Κάρβερ, όλες οι Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο και οι Τεχνητές αναπνοές του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης και τα νεότερα σε ηλικία μέλη της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας, δηλαδή ο Νεοκλής Γαλανόπουλος, ο Βασίλης Δανέλλης, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης και ο Κώστας Μουζουράκης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι ευτυχώς. Έχω φίλες και φίλους που οι ζωές τους είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φίλιπ Μάρλοου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε σπίτια φίλων που με φιλοξενούσαν και σε δωμάτια ξενοδοχείων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν νομίζω ότι έχω παγιδεύσει μια ιδέα που γεννήθηκε από ένα πρόσωπο, μια φράση ή ένα περιστατικό, κάθομαι στο γραφείο μου, ανάβω τη λάμπα, βεβαιώνομαι ότι η πένα μου έχει μελάνι, το πακέτο τσιγάρα, η κούπα μου καφέ, τσάι ή ό,τι απαιτεί η στιγμή και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι εξακολουθώ να είμαι συγγραφέας.

Συνήθως δεν ακούω μουσική όταν γράφω.

Οι μουσικές μου προτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με τη στιγμή και τους ανθρώπους που είναι κοντά μου. Οι αγάπες μου αυτόν τον Ιούνιο είναι η Φλέρυ Νταντωνάκη, ο Ζακ Μπρελ και η Νουόβα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε. Και τα βράδια στην αυλή του φίλου Νικήτα, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας, είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Κάσκο: Η Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη, η ίδια η Θεσσαλονίκη, το αλκοόλ, η ομίχλη, το τσίρκο, η αγάπη μου για τον Τσάντλερ.

Στάχτες: Είναι καλοκαίρι και συμμετέχω σ’ ένα θίασο που περιοδεύει στην Ελλάδα. Μια ηθοποιός μου εξομολογείται σ’ ένα μπαρ μιας πόλης της Μακεδονίας ότι θα ήθελε κάποτε να έχει σωματοφύλακα στις περιοδείες της. Έτσι ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα σε μικρά δωμάτια ξενοδοχείων.

Συμμετέχετε με κείμενά σας σε πολλές ανθολογίες και συλλογές ιστοριών αστυνομικής λογοτεχνίας. Από πότε εμπλέκεστε με το είδος, τι χαρές σας προσφέρει, πού υπερισχύει από άλλες επιλογές;

Οι πρώτες μου συμμετοχές σε συλλογές διηγημάτων (Η τέχνη του γράφειν, εκδ. Καστανιώτη και Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα, εκδ. Πατάκη) ήταν μια προσπάθεια μίμησης του τρόπου του Κορτάσαρ. Αυτές είναι οι μικρές ιστορίες μου που αγαπώ πιο πολύ. Μετά έγραψα διηγήματα με ‘αστυνομική’ φόρμα. Μερικά καλά και μερικά μέτρια. Πάντως, θα ήθελα να βρω τον χρόνο και το μέσα μου κίνητρο να γράψω κι άλλες μικρές ιστορίες. Είναι χρήσιμες ανάσες, σαν επιστολές σε αγαπημένα πρόσωπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη σκηνοθεσία θεατρικών παραστάσεων και τα δικαιώματα των βιβλίων μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι γονείς μου, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι στα χρόνια του εξήντα και του εβδομήντα, ξόδευαν απ’ το υστέρημά τους για να αγοράζουν βιβλία. Είχαν όλα τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης, η οποία έγινε η πρώτη μου αγάπη. Από τότε διαβάζω σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά. Δεν γίνεται όμως να μην νοσταλγώ τον Χάρτη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον μακαρίτη φίλο μου Μάκη Στάθη, ιατρό και ποιητή. Ή την Ιωάννα Καρυστιάνη. Ή τον παλαιό ποδοσφαιριστή Βασίλη Μποτίνο.

Θα μας ξεναγήσετε στους βασικούς σταθμούς της ενασχόλησής σας με τη σκηνοθεσία;

Το 1973, στο σχολείο, μπλέχτηκα με τη σκηνοθεσία της Αποικίας των τιμωρημένων του Καμπανέλλη. Ήμουν 16 χρονών. Από το 1978 ως το 1983 ήμουν μέλος του θιάσου Άστεγοι στο Χαλάνδρι. Ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Από τότε μέχρι σήμερα, υπήρχαν καλές και κακές στιγμές. Πέρσι ένοιωσα πάλι νέος δουλεύοντας με τον θίασο των Ex animo.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Γοητεύομαι κυρίως από ηθοποιούς αλλά ο κατάλογος είναι τεράστιος και ανανεώνεται συνέχεια. Τελευταία, χάρηκα που γνώρισα τον Ρ. Καστελούτσι και το έργο του. Απόλαυσα την ταινία του Καουρισμάκι Το λιμάνι της Χάβρης και την τηλεοπτική σειρά The wire.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μαθητής έγραφα στίχους που τώρα βρίσκονται (αν δεν τους έχουν πετάξει) στα συρτάρια ώριμων πια κοριτσιών. Έχω σκαρώσει και στιχάκια για τις ανάγκες των θεατρικών έργων για παιδιά που έχω γράψει.

Αγαπώ και θαυμάζω τους ποιητές αλλά δυστυχώς δεν ανήκω στη μαγική τους παρέα. Μάλλον είναι θέμα ταλέντου και αυταπάρνησης.   

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή της Ε.Λ.Σ.Α.Λ. Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, τη Γραμματική της Μαρίας Τσολακούδηκαι τη βιογραφία του Μπέκετ που έγραψε το 1978 η Deirdre Bair. Αυτά υπό το φως της ημέρας. Αυτές τις ζεστές νύχτες με παρηγορεί το μυθιστόρημα Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, τα Πορφυρά γέλια του Μισέλ Φάις και το δοκίμιο για το φλίππερ Τιλτ ! του Κώστα Καλφόπουλου.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον Συμεών Πιερτζοβάνη που προσπαθεί να προστατεύσει ένα κυνηγημένο παιδί από το Μπανγκλαντές.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι πολύ ικανοποιημένος που τα καταφέρνω με τα βασικά και που βρίσκω τις πληροφορίες που χρειάζομαι. Και που βλέπω ποδοσφαιρικούς αγώνες από πειρατικά σάιτ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διάβασα το βιβλίο του Τσέζαρε Παβέζε Ο θάνατος θα έρθει και θα ‘χει τα μάτια σου στο τραίνο Θεσσαλονίκη – Αθήνα. Μου το είχε χαρίσει μια φίλη που δεν ζει πια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Χωρίς δεύτερη σκέψη.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα ήθελα να με ρωτούσατε ποια ομάδα υποστηρίζω και γιατί. Κι αυτό διότι στα βιβλία μου, εμμέσως πλην σαφώς, δηλώνω την προτίμησή μου στον Πανιώνιο. Η αιτία είναι πως από μικρός διέκρινα την ανάγκη να συμπαρίσταμαι σε μια ομάδα που, όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα ο Κώστας Καναβούρης, με «διδάσκει την υψηλή τέχνη της ήττας».

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Βασίλης Μποτίνος,  Malcolm Lowry, Αθλητική Ηχώ της επομένης του Τελικού Κυπέλλου Ελλάδος του 1979.

Ευγενία Μπογιάνου – Κλειστή πόρτα

Ζωές εξαντλητικές, ζωές εξαντλημένες

Κοιτάζω κάθε τρεις και λίγο το ρολόι. Ξέρω πως αυτό χειροτερεύει τα πράγματα. Έτσι κι αλλιώς, κυλάει αργά ο χρόνος όταν κοιτάς συνέχεια το ρολόι, του λες έλα, καθυστέρησε κι άλλο, πήγαινε ακόμη πιο αργά, όσο πιο αργά μπορείς. [σ. 47]

Πίσω από την κλειστή πόρτα βρίσκονται ορθάνοιχτες αφηγήσεις όχι απλώς καθημερινών ανθρώπων, αλλά ανθρώπων με τους οποίους διασταυρωνόμαστε καθημερινά, χωρίς να διανοηθούμε πως θα μπορούσαν να αποτελέσουν χαρακτήρες διηγημάτων. Γιατί τα πρόσωπα των έντεκα διηγημάτων δεν έχουν απλώς εξοριστεί από το χαρακτηρολόγιο της μυθοπλασίας αλλά κι έχουν μέσα μας απαξιωθεί ως «ενδιαφέροντες» ήρωες. Ξεχνούμε πως αυτοί είναι το περιβάλλον μας, ο περίγυρος της ζωής μας, εμείς οι ίδιοι. Έχουμε περισσότερα κοινά μ’ αυτούς παρά με οποιονδήποτε καλοσχηματισμένο αφηγητή. Ζούμε το ίδιο άχρωμες ζωές, λέμε τα ίδια κοινότοπα πράγματα.

Η δουλειά δεν με φοβίζει. Ποτέ δεν με φόβισε. Η επαφή με τον κόσμο όμως…Καθένας και μία περίπτωση. Όλοι φοβισμένοι. Κάποιοι επιθετικοί. Σαν να ευθύνομαι εγώ για τις συμφορές τους. Άλλοι δουλικοί. Περιμένουν το θαύμα και το θαυματοποιός είμαι εγώ. Και άλλοις θρασείς. [σ. 49]

Άραγε πόσο εμπλέκεται συναισθηματικά με όσα ζει  καθημερινά η προϊστάμενη μιας αντιπαθούς υπηρεσίας όπως είναι η εφορία;  Εδώ δεν έχει καταφέρει να προσπερνά την ανελέητη τριβή του γραφείου, να μην επηρεάζεται από τις τραγικές μικροϊστορίες του κόσμου, να μην κάνει το πρόβλημα του κόσμου πρόβλημά της. Μπροστά στην κόρη που κάνει αποποίηση κληρονομιάς για να αποφύγει τα χρέη του πατέρα ασκεί τις άμυνες της αυτοσυγκέντρωσης, του ανοιγοκλεισίματος των βλεφάρων. Μπροστά στη συγκατάβαση των υφιστάμενων και την αδιαφορία τους για τον χαρακτήρα της, θα αποδεχτεί: Μετράω γι’ αυτούς μέχρι να τους δώσω αυτό που μου ζητάνε. Μετά με ξεχνάνε πάλι. Με τοποθετούν στο ράφι με τα αντικείμενα που ενώ δεν τα πετάς γιατί μπορεί να χρειαστούν κάποτε, ξεχνάς που τα έβαλες. Ακόμη κι ότι υπάρχουν ξεχνάς. Μέχρι την επόμενη χάρη. [σ. 51]

Η «Μάγια» μας συστήνεται από μόνη της: είναι η κοπελιά πίσω από τον πάγκο, είναι εκείνη από την οποία δέκα και παραπάνω άνθρωποι κάθε φορά απαιτούν να κάνει γρήγορα για να φάνε· που την ρωτούν από πού είναι κι εκείνη θέλει να τους πει από παντού, μα κάνει πως δεν τον ακούει. Γνωρίζει πως δεν τους εμπνέει τίποτα άλλο, παρά μόνο την οικειότητα της μάνας ή της αδελφής, του δεδομένου προσώπου – «αν δεν ήταν αυτή θα ήταν κάποια άλλη». Αν κάποτε απαντήσει πως είναι από την Τιφλίδα, η επόμενη ερώτηση είναι πάντα «Και πώς βρέθηκες εδώ;» και μένει χωρίς απόκριση – η απάντηση είναι άγνωστη και στην ίδια. Το μόνο που γνωρίζει είναι πως αυτή η τρύπα που βράζει ρουφά τους χυμούς της, η βρωμιά της εισχωρεί στους πόρους της.

Ποια τυχαία γεγονότα είχαν σαν αποτέλεσμα να σιγοψήνεται τώρα και η δική μου σάρκα μαζί με τους τόνους του χοιρινού κρέατος; Κρέας το μεν, κρέας και το δε [….] Μια τζαμαρία με ένα άνοιγμα μπροστά. Σαν μέσα σε βιτρίνα. Ούτε να κρύψεις τίποτα ούτε να κρυφτείς Όλα σε κοινή θέα. Η πραμάτεια κι εγώ. Μια άλλου είδους πραμάτεια κι εγώ. [σ. 77]

Κι αν δεν την βλέπουν σαν έκθεμα, τότε κανείς δεν της ρίχνει μια ματιά. Σχεδόν δεν υπάρχει, είναι μέρος του ντεκόρ, ένα κομμάτι του μαγαζιού συνηθισμένο. Είναι άραγε αυτό απογοήτευση ή ανακούφιση; Θα προτιμούσε να φωνάξει πως είναι εδώ, στο ίδιο εδώ μ’ εκείνους, στο εδώ που έχει την ίδια βαρύτητα με το δικό τους. Στο τέλος της δουλειάς το κορμί της ταυτίζεται με την κούραση και μόνο επιζητά να μείνει κάτω απ’ το νερό μέχρι να φύγει η αναγουλιαστική μυρωδιά του κρέατος, να μην γίνει η ίδια μια μυρωδιά. Στο δρόμο γι’ αυτό που δεν θα γίνει ποτέ σπίτι της, θα εναρμονιστεί με τα βήματα που την ακολουθούν, θα ακούσει παθητικά τις υποσχέσεις του αγνώστου, δεν θα σκεφτεί τίποτα, θα εξαναγκαστεί (αποδεχτεί;) την οδυνηρή συνουσία, ανταποκρινόμενη στην ιδιότητα που της δόθηκε: εκείνη του κρέατος.

Μια σειρά από ήδη βεβαρημένες ζωές τώρα αποκτούν πρόσθετα φορτία που απειλούν να τους λυγίζουν μέχρι κατάρρευσης: τραπεζικά χρέη, επικείμενες συλλήψεις, οικογενειακή επιθετικότητα, κοινωνική περιφρόνηση, ερωτική μοναξιά. Πώς μπορείς να διαφύγεις από τέτοια βάρη; Να αφεθείς άβουλος και σε απόλυτη παραίτηση στα χέρια ενός ιδρύματος, να βουτήξεις στα οινοπνευματώδη, να σκοτώσεις, να σκοτωθείς; Άλλοι ονειρεύονται να απαλλαγούν από την ανεπιθύμητη παρουσία των οικείων τους, όπως ο σύζυγος που εργάζεται σε δεύτερη δουλειά γιατί μόνο έτσι θα καλύψει τις οικογενειακές ανάγκες, τόσο τις αυτονόητες όσο και τις διαρκώς απαιτητικές της γυναίκας του, και καταλήγει να προτιμά να λείπει όσο περισσότερο γίνεται παρά να επιστρέφει στην συνεχή αχαριστία της. Άλλοι αναρωτιούνται αν έχουν δικαίωμα στην ομορφιά αλλά και πού διδάσκεται η άνεση, όπως η απομονωμένη φοιτήτρια που αναρωτιέται αν το γεγονός πως δεν ζητά ποτέ τίποτα είναι που την κάνει αυτομάτως αόρατη. Οι περισσότεροι υποφέρουν σιωπηλά, εσωτερικά, όπως ετούτη η κοπέλα που αδυνατεί να συμβιβαστεί με το γεγονός πως «οτιδήποτε κι αν θέλουν οι άλλοι να διεκδικήσουν, όποτε θέλουν να διαμαρτυρηθούν τσιρίζουν».

Κάποιος να νοιαστεί για μένα. Να μου πει ένα εγκάρδιο γεια σου. Θα τη νιώσω εγώ τη διαφορά. Θα είναι αλλιώς αν με χαιρετήσει από την καρδιά του. Αν κοντοσταθεί και μου αφιερώσει το χρόνο του. Ξέρεις τι είναι να σου δίνει ο άλλος το χρόνο του δίχως να τον νοιάζει; Σαν να κερδίζεις στο λαχείο, σαν να παίρνεις προαγωγή, έτσι νιώθεις. Ανασταίνεται το μέσα σου. . 158]

Είτε έτσι είτε αλλιώς, η εξαντλητική κι εξαντλημένη τους καθημερινότητα δεν μπορεί παρά να εκφράζεται με μικρές προτάσεις, σύντομη εκφορά του λόγου, απλούστατη γλώσσα, λιτές συνεχείς επαναλήψεις των φράσεων, γιατί έτσι μιλάμε και, κυρίως, έτσι σκεφτόμαστε, έτσι αναστενάζουμε κι έτσι γκρινιάζουμε. Καμία ανάλυση, καμιά κατήχηση, κανένα συμπέρασμα. Δεν υπάρχει χρόνος για αναζήτηση λόγων και ερμηνεία καταστάσεων όταν η ίδια η ζωή ακυρώνει ακόμα και την δυνατότητα της σκέψης. Σ’ ένα γνώριμο, ιδίως τα τελευταία χρόνια, λογοτεχνικό (αλλά και κινηματογραφικό) «παίγνιο», κάποιοι χαρακτήρες δεν χάνονται όταν τελειώσει το διήγημά τους, αλλά συχνά επανέρχονται για να σταθούν παράμερα, ή για να βγουν λίγο πιο μπροστά, ενώ πριν παραμέριζαν καθώς το αφηγηματικό φως έπεφτε αλλού.

Κι αν κάποιοι αδυνατούμε να παραδεχτούμε πως θα μπορούσαμε οι ίδιοι να είμαστε ή να γίνουμε όχι ένας ή δύο αλλά σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες της Κλειστής Πόρτας, σίγουρα οι φράσεις της δασκάλας που χαράμισε το ζωή της σ’ έναν αγριότοπο και πεισματώνει να ζήσει κι άλλο απευθύνονται σ’ εμάς: Νόμιζες πως σε άλλους συνέβαιναν κι εσύ έτυχε να περνάς και στάθηκες. Στάθηκες να χαζέψεις τον ξένο πόνο. Έτσι ήταν ακόμη τότε ο πόνος: ξένος. Νομίζαμε πως μπορούμε να τον ξεγελάσουμε. Πού να ξέραμε… [σ. 161]

Εκδ. Πόλις, 2011, σελ. 167. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.