Κώστας Βούλγαρης – Το εμφύλιο σώμα

Η Ιστορία και το ανιστόρητο που βγαίνει κάτω από την γόνιμη γη

Το έχεις καταλάβει πως κυκλοφορείς μέσα σε μια γλώσσα στρωμένη, ετοιμασμένη, δοκιμασμένη από τα πριν; Που ελέγχεται από ανθρώπους άλλους, τροποποιείται, συντάσσεται, κατευθύνεται από άλλους; Που τα όριά της, η λογική της, η εκφραστικότητά της κ.λ.π. καθοριστήκανε, αιώνες τώρα, χωρίς να σε ρωτήσουνε, προτού εσύ υπάρξεις; Δε μιλάω για δημοτική ή καθαρεύουσα αυτό είναι μια άλλη (βρώμικη) ιστορία. Μιλάω γενικά για τη γλώσσα, γι’ αυτό το παράλληλο και φοβερότερο Σύστημα. Που οργανώθηκε σιγά-σιγά με τόσες αντιμαχόμενες (κι υποταγμένες) γλώσσες. Και όλοι (απελπιστικά όλοι) σου λένε: Αν θες να υπάρξεις, να σε ακούσουμε, να σε (ενδεχομένως) αναγνωρίσουμε, μέσα εδώ θα κινηθείς, σ’ αυτόν τον κύκλο, αλλιώς καταδικάζεσαι, καταδικάστηκες. [σ. 209]

Εδώ και χρόνια ο Κώστας Βούλγαρης δοκιμάζεται στην «ανάγνωση» της εθνικής ιστορίας δυο αιώνων και στην μεταφορά της σε μια αναπλαστική γραφή, που δεν συμπεριλαμβάνει μόνο μεγάλα σύνολα φωνών και πηγών αλλά και θα προβληματίζεται στην ίδια την γλώσσα και την ύποπτη ή θαυματουργή συνδρομή της στην ιστορική επιστήμη. Ιδίως τα βιβλία του Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο [Γαβριηλίδης, 2001], Τα άλογα της Αρκαδίας [Πόλις, 2002], Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη [Πόλις, 2003], Η παρτίδα [Βιβλιόραμα, 2004], Η περούκα της Σοφίας Νέρη [Μεταίχμιο, 2005], Η μέρα με τις δεκατέσσερις νύχτες [Καστανιώτης, 2007], Αερσίλοφος χώρα [Το Πέρασμα, 2011] αλλά και άλλα κείμενα και δοκίμια ο συγγραφέας επιχειρεί να ανασκάψει την γραπτή και άγραφη ιστορία επικεντρώνοντας κυρίως στον τόπο της αρκαδικής Πελοποννήσου και στους δυο αιώνες όπου τα εμφύλιο σώμα σπαράχθηκε και σπαράσσεται από εμφύλιες διαμάχες.

Μόνο ο λόγος ο ιστορικός ανάχωμα κραταιό γίνεται στους χρόνου το ρεύμα…και πάντα τα γενόμενα συνέχει και περιθάλπει…και φυλάσσει και παραδίδει στην μνήμη, για να μην διολισθαίνουν στην αβυσσαλέα σιωπή. [σ. 15].

Όλα τα παραπάνω βιβλία ενσωματώνονται εδώ, αυτούσια ή αποσπασματικά, συνθέτοντας μια ευρύτερη «πολυφωνική μεταμυθοπλασία» που γράφεται και ξαναγράφεται εδώ και δεκαπέντε χρόνια σε μια διαρκώς ανοιχτή αφήγηση με επάλληλους, ατελεύτητους κύκλους. Γι’ αυτό και στις πρώτες σελίδες αυτού του «κέντρωνα», όπως τον αποκαλεί ο συγγραφέας, καλπάζουν Τα άλογα της Αρκαδίας προς το μυθικό και το αρχαίο παρελθόν του τόπου αλλά φτάνουν μέχρι σήμερα, όπου εντοπίζω τουλάχιστον μια μέγιστη αναλογία με τα σύγχρονα εμφύλια δεινά: μπροστά στους λαούς που τα εναποθέτουν ή τα χρεώνουν όλα στην τύχη, εδώ ένας πληθυντικός αφηγητής ορίζει άλλες προϋποθέσεις. Η τύχη πάντα έρχεται αλλά πρέπει να είσαι εκεί και να την περιμένεις· όχι να λες, αν θέλει θα με βρει, σαν να μην έχει πού αλλού να πάει ή να την προκαλείς φωνάζοντας. «Η τύχη δεν μας φταίει, όσο και αν την εγκαλούμε, γιατί ποτέ δεν έρχεται στο χώμα να καθίσει, εκεί που ρίχνουμε τα ζάρια, αλλά βοηθάει όσους τον χώμα σκάβουνε, τις στρατιές περπατάνε, όσους παλεύουν…».

Στο 9ο κεφάλαιο φτάνει ο Καρτέσιος στην Τρίπολη, συνεπώς ανοίγουν οι σελίδες του φερώνυμου βιβλίου του συγγραφέα και μια σύγχρονη ιστορικός καλείται να διακρίνει το τεντωμένο νήμα δυο λόγων: του Ρενέ Ντεκάρτ που ανακάλυπτε στις αρχές του 17ου αιώνα τις αρχές της υπέρτατης επιστήμης του ορθολογισμού και του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος του 1827, που όριζε ως εμφύλιο σώμα όλες τις επικράτειες που πήραν ή θα πάρουν τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας. Ο προφανής συσχετισμός του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας με την επανάσταση του ’21 και η ατέλειωτη διαπάλη εντός της λιώνουν κάθε διαχωριστική γραμμή, όσο κι αν στην συνέχεια οι εθνικές αφηγήσεις περιορίστηκαν και επέμειναν στην φυλετική και θρησκευτική αντιπαλότητα Ελλήνων και Τούρκων, αλλοιώνοντας την εικόνα.

Η Βουλγάρα ιστορικός Άννα Ντεγιάνοβα θα πιάσει το νήμα της δικής της αφήγησης, όταν βέβαια τελειώσει την δουλειά της ως καθαρίστρια σε συνεργείο καθαρισμού, ένοικος ενός άθλιου υπογείου στην Κυψέλη, επιλέγοντας το χλώριο απ’ το υποκατάστατο της εσώκλειστης ασφάλειας σε μια υποκατάστατη οικογένεια. Ο δικός της εταίρος στον διαλογικό λόγο είναι ένας συγγραφέας που υποστηρίζει μεταξύ άλλων την ανάδυση μιας νέας ποιητικής γενιάς, της γενιάς του ’89. Ένας χρονολογικός αριθμός για μια τομή που έκοψε στα δύο ιδεολογίες και οράματα. Είναι η στιγμή που οι λογοτέχνες και οι ερμηνευτές τους καλούνται να επιλέξουν: Για να συνεχίσει να υπάρχει η ποίηση, ο ποιητής είναι υποχρεωμένος να την προωθήσει, να την συναρθρώσει με τα ευρύτερα αιτούμενα του ιστορικού παρόντος. Αλλά υποχρεωτικά με τα ευρύτερα, γιατί ο σύγχρονος ποιητής αφηγείται υπό το βάρος της έκπτωσης της ιστορικά βιωμένης εμπειρίας και, για να βλαστήσει εκ νέου η ποίηση, χρειάζεται ο ίδιος να δημιουργήσει μια συνθήκη εξιστόρησης… [σ. 98]

Μέσα από την διαλεκτική των δυο επιστημόνων η ανάγνωση του αγωνιστή και συγγραφέα της Επανάστασης Φωτάκου προτείνει τα δικά της κριτήρια. Ο Φωτάκος που δεν προέβαλε τις συνήθεις αξιώσεις αντικειμενικότητας ούτε επεδίωξε το άλλοθι της μεροληπτικής από μνήμης κατάθεσης αλλά αφηγείται ό.τι είδε και άκουσε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μιας συγκινησιακά αποφορτισμένης αφήγησης, που είναι η πιο ευθεία απάντηση στην σχετικοποίηση των υπονόμευση της διαρκώς αναζητούμενης αλήθειας. Κατά την γνώμη του συγγραφέα – συνομιλητή της ερευνήτριας η αφήγηση του Φωτάκου συνιστά τεκμήριο της πιο προωθημένης και ηττημένης συνείδησης μιας νικηφόρας επανάστασης που κερδήθηκε και χάθηκε ταυτόχρονα, όπως συμβαίνει με όλες τις επαναστάσεις, αν πρόκειται όντως για επαναστάσεις και όχι πραξικοπήματα.

Κατά τα άλλα, συνεχίζει αργότερα, ο δρόμος θα είναι πάντα ανοικτός για ρομαντικές αφηγήσεις υψηλής ρητορικής δεινότητας, χαρακτηριστικής πολιτικής αφέλειας και υστεροβουλίας, που μας έδωσαν διάσημα και πολυποίκιλα υποκατάστατα του Εθνικού Ύμνου, όπως ο Δωδεκάλογος του γύφτου του Παλαμά, η Μήτηρ θεού του Σικελιανού, ο Επιτάφιος του Ρίτσου, το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, το Άξιον εστί του Ελύτη ή η Οκτάνα του Εμπειρίκου… Άραγε αν βρισκόταν το χαμένο μέρος του κειμένου του Φωτάκου θα άλλαζε ολοκληρωτικά τις αφηγήσεις; Αν κάθε φορά νέες πηγές άλλαζαν τα παλαιά δεδομένα αυτό θα σήμαινε πως η Ιστορία βρίσκεται διαρκώς σε κινούμενη άμμο;

Η ίδια ή μια άλλη Άννα από την Βουλγαρία διατρίβει στην βαλκανική ιστορία και εργάζεται ως καθαρίστρια σε συνεργείο συντήρησης ιστορικών μνημείων. Σε μια αξέχαστη κινηματογραφική στιγμή στον μπρούντζινο ανδριάντα του Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου εγκαταλείπει την σκαλωσιά και βρίσκεται μαζί του στην ράχη του αλόγου. Αν κανείς από τους ακροδεξιούς έστρεφε το βλέμμα του προς τα πάνω και με έβλεπε σφιχταγκαλιασμένη με τον Κολοκοτρώνη, με δάκρυα στα μάτια από τις αναθυμιάσεις, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να υποθέσει. [σ. 158]. Όταν αργότερα η περικεφαλαία του υποχωρήσει και βρεθεί στην απόλυτη εξουσία του χεριού της θα αποκαλυφθεί ένας στρατηγός διαφορετικός από εκείνον που γνώριζε στις μάχες για την γένεση των εθνικών κρατών. Τώρα ήταν ένας μεσήλικας κουρασμένος, με αρκετή μετωπιαία φαλάκρα, με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, σα να τον ολοκλήρωσε έτσι ο γλύπτης, χωρίς περικεφαλαία.

Για μια στιγμή πέρασε απ’ το μυαλό μου η τρελή σκέψη να ρίξω την περικεφαλαία στο μεγάλο κουβά και να την πάρω μαζί μου. Μέσα στο κλειστό φορτηγάκι θα έβρισκα έναν τρόπο να την κρύψω στην τσάντα μου. Τη φαντάστηκα μάλιστα στο ράφι της γκαρσονιέρας μου, δίπλα στις μικρές προτομές το Δημητρώφ, του Λένιν και του Ροβεσπιέρο. Είμαι αμετανόητη νοσταλγός, λένε όσοι έρχονται σπίτι μου , αλλά δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους και τους απαντώ πως είναι ανιστόρητοι. Έτσι βέβαια, υπαινικτικά έστω, επιστρατεύω την επιστημονική μου ιδιότητα για να δικαιολογήσω τη στάση μου, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι να εξηγώ στον καθένα, πως αυτές οι προτομές φτιάχτηκαν απ’ τον πατέρα μου στα βουλγαρικά γκουλάγκ, ως ένδειξη μετάνοιας και τεκμήριο επιτυχίας της κομμουνιστικής διαπαιδαγώγησης των κρατουμένων. [σ. 160 – 161]

Το 19ο κεφάλαιο αποτελεί μια από τις δραματικότερες αφηγήσεις για το τέλος του εμφυλίου. Η διήγηση ενός αγωνιστή διαθλάται στον τόπο και τον χρόνο, ενώ η δραματικότητα, με την πιο γυμνή εκφορά, είναι ικανή να θρυμματίσει κάθε μυθικό ή επικό αφήγημα παρελθόντων ετών. Μερικές σελίδες αργότερα ένας άλλος ερευνητής αναζητά στην λογοτεχνία εκείνα που δεν καλύπτει η ιστορία. Η Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού αναφέρεται ακριβώς στα γεγονότα του εμφυλίου στην περιοχή. Ο ερευνητής μετατρέπει το κείμενο σε ηλεκτρονικό αρχείο για να διασταυρώσει πρόσωπα, τοποθεσίες και γεγονότα, ενώ έκπληκτος διαπιστώνει στην αφήγηση ένα κλίμα Εαμικής τρομοκρατίας και πανικού των απλών ανθρώπων καθώς και την συνεχή αναφορά τεσσάρων εκτελέσεων από το ΕΛΑΣ και αποφασίζει να ερευνήσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Ο συγγραφέας (ποιος απ’ όλους;) επισκέπτεται το σπίτι του εκλιπόντος Γιάννη Πάνου, που έγραψε το καθοριστικό στο είδος του και στην θέαση της Ιστορίας λογοτέχνημα …από το στόμα της παλιάς Remington…, [Τρίλοφος, 1981, Ύψιλον, 1983, Καστανιώτης, 1998], οι διάλογοι πολλαπλασιάζονται, η θεατρικότητα επιχειρεί να δώσει λόγο στο αληθινό και το παραπλανητικό, ο Διονύσιος Σολωμός συνομιλεί με τον Ηλία Λάγιο και παρατίθεται η βιβλιογραφία με τα κριτικά σημειώματα για τα εν λόγω βιβλία του Βούλγαρη, εφόσον αποτελούν κι αυτά με την σειρά τους πηγές επί των πηγών και αποκρίσεις επί των βιβλίων.

Πολυφωνικός και πολυειδής, ο λόγος του Βούλγαρη περιλαμβάνει σύντομες ιστορίες και μεγάλες αφηγήσεις, δοκίμια και αυτοαναφορικές ομολογίες, ποιήματα και διαλόγους θεατρικούς ή αθέατους. Οι αναφορές ιστορικών γεγονότων συνυπάρχουν με τις μεταφορές τους σε ερευνητικά έργα, οι εφημερίδες της Κυβέρνησης με τα γράμματα του φυλακισμένου, η αλληλογραφία των προσώπων της Επανάστασης με τον μονόλογο ενός ληστή. Ο γλωσσικός πλούτος του συγγραφέα εκρήγνυται ανά πάσα στιγμή, καθώς άλλωστε η γλώσσα αποτελεί την δεύτερη μέγιστη δοκιμασία για έναν συγγραφέα, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να αναμετρηθεί με πηγές που δεν είναι κι αυτές παρά μια γλώσσα.

Στην γλώσσα της ποίησης σημασία έχει όχι μόνο αυτό που βλέπεις (διαβάζεις) γραμμένο αλλά και το άλλο που δεν βλέπεις γραμμένο. Αυτό που κάποτε ακούγεται σα δεύτερος ήχος στα ενδιάμεσα των συλλαβών και των λέξεων – δεν είναι η σιωπή, μη βιάζεσαι – είναι ο ήχος που αφήνουν οι λέξεις όταν οι συλλαβές και οι λέξεις τρίβονται – τα κόκαλά τους τρίβονται – η μία με την άλλη. [σ. 225]

Στις Ιστορίες που εδώ ανοίγονται αλλεπάλληλα η μια μετά την άλλη – κάθε κεφάλαιο και μια επιτομή άγραφου εγχειριδίου Ιστορίας -,  ο καθένας διαθέτει τον αντίπαλό του: είναι αυτός που του δίνει νόημα στην μάχη και σκοπό στην ζωή. Οι εχθροί είναι απαραίτητοι, κι αν δεν υπάρχουν, ας τους εφεύρουμε, διαφορετικά ο εαυτός μας θα είναι μισός. Το εμφύλιο σώμα πλήττει και πλήττεται, ο άλλος βρίσκεται διαρκώς απέναντι. Το χάσμα του διχασμού είναι ορθάνοιχτο και στην άκρη του στέκει ο συγγραφέας, με τους δεκάδες χαρακτήρες του, που συντίθενται και οι ίδιοι από θραύσματα πολλών φωνών. Σ’ εκείνα τα βάραθρα θα αναζητήσουν νεκρούς και κρυμμένους και θα ανασύρουν τις Ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ή ειπώθηκαν με γλώσσες πλαστές, για να διεκδικήσουν δεύτερη ζωή και να δώσουν νέο νόημα στο παρόν.

Το παρελθόν είναι αιχμηρό, δύσκολα γίνεται ιστορία. / Το ανιστόρητο είναι το ανείπωτο. Είναι όμως κι αυτό που δεν κατέχει από μύθο και ιστορία, όπως κάποιος δεν γνωρίζει από γεωγραφία ή σύνορα και ζει επικινδύνως. Είναι η ιστορία η ίδια, που δεν γράφεται όταν συμβαίνει ή γράφεται επιλεκτικά. Είναι ίσως κι όσα θα έπρεπε να συμβούν, όμως το ρεύμα της ζωής δεν τα έβγαλε στον αφρό παρά τα έχωσε βαθιά κάτω από μάζες γόνιμης γης. [σ. 336]

Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, σελ. 365.

Στις εικόνες: δείγματα και παραδείγματα αναπαραστάσεων και μνημείων της Ιστορίας: ένας πίνακας της μυθικής Αρκαδίας [Thomas Cole – Dream of Arcadia, 1838], προσωπογραφία του Rene Descartes, προτομή του Φωτάκου, ο αναφερόμενος ανδριάντας του Κολοκοτρώνη, δυο προσφυγόπουλα σε υπόγειο του Πειραιά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, μνημείο πεσόντων εμφυλίου πολέμου στο Βίτσι.

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.