Βικτόρ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη

Το έπος της συλλογικής ψύχωσης

«Διωγμένοι από το κόμμα, διότι είχαν προτείνει την «καινούργια πορεία», οι νέοι άνδρες προτίμησαν για τον εαυτό τους το πιστόλι. Οι νέες γυναίκες, καθένας το ξέρει, προτιμούν το βερονάλ. Πώς να ζήσεις όταν το κόμμα σού αρνείται το δικαίωμα να το υπηρετήσεις; Αυτός ο κόσμος που γεννιέται μας καλεί, και εμείς του ανήκουμε – και να που στο όνομά του κάποιος μας φτύνει στα μούτρα. «Είστε ανάξιοι…» Ανάξιοι διότι είμαστε η συσπασμένη σάρκα της επανάστασης και η εξοργισμένη σκέψη της; Καλύτερα να πεθάνουμε. Η καμπύλη των αυτοκτονιών ανεβαίνει». (σ. 285)

Ο Σερζ ξεκίνησε να γράφει ουσιαστικά τη στιγμή ακριβώς που οι φωνές των μεγάλων Ρώσων συγγραφέων της δεκαετίας του ’20 σιωπούσαν από τις αυτοκτονίες, τη λογοκρισία και τις συλλήψεις· υπήρξε δε ο μόνος Ρώσος συγγραφέας της μετα-επαναστατικής γενιάς που επιβίωσε του σταλινισμού και συνέχισε να γράφει παρά τις αμέτρητες δυσκολίες. Σε αντίθεση με την συναρπαστική Υπόθεση Τουλάγεφ (από τις ίδιες εκδόσεις, 2007) της μυθιστορηματικής μορφής των δέκα κεφαλαίων – αντίστοιχων ιδιαίτερων πορτρέτων γύρω από έναν κοινό πυρήνα, οι Αναμνήσεις, φιλοδοξώντας ακριβώς να αποτελέσουν ένα αχανές σώμα βιωμένης μνήμης από τα θυελλώδη προεπαναστατικά, επαναστατικά και μεταγενέστερα χρόνια, είναι αδύνατο να περιοριστούν στα πλαίσια ενός συμπαγούς παραδοσιακού μυθιστορήματος.

Ως εκ τούτου, πρόκειται για «μυθιστόρημα» καταθρυμματισμένο σε αναρίθμητα σπαράγματα αφηγήσεων, περιγραφών και απομνημονευμάτων των περιόδων της ρωσικής κοσμογονίας (προ-επαναστατικά κινήματα, επανάσταση, εμφύλιος, σταλινική αντεπανάσταση, εξόντωση επαναστατών): κάθε σελίδα και μια προσωπογραφία, κάθε κεφάλαιο και μια πινακοθήκη εξαιρετικών ανθρώπων, πνευματικών μορφών, τιποτένιων ανθρωπάκων, ενθουσιωδών ομάδων, συγχυσμένων συλλογικοτήτων, παρασυρόμενων μαζών, πόλεων σε αναβρασμό ή παρακμή. Η επανάσταση ως μια δίνη που συμπαρέσυρε εκατομμύρια ανθρώπους στον στρόβιλό της.

Ο Σερζ ταξίδευε ανά τις πόλεις της Ευρώπης και της ΕΣΣΔ αναλαμβάνοντας μυριάδες καθήκοντα, προσπαθώντας να συνδυάσει επαναστατικό ιδεαλισμό και ελεύθερο ατομικισμό, συχνά αντιφατικός μα πάντα ενθουσιώδης, απογοητευμένος από την Κροστάνδη και αντίθετος στο δόγμα περί κατοχής της αλήθειας από το κόμμα και τον ηγέτη, βάζοντας την ηθική πάνω από την πολιτική, φωνάζοντας για ελευθερία σε κάθε άνθρωπο κι όχι μόνο τους εκλεκτούς του κόμματος. «Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου». (σ. 79)

Ήταν παρών όταν οι πόλεις άρχισαν να σκοτεινιάζουν και οι πληθυσμοί να υποφέρουν από την πείνα, όταν οι πρώην επαναστάτες διχάζονταν σε αλλεπάλληλες μεταβολές διοικούντων και διοικούμενων, πολιτικές διαφωνίες και πνευματικές αναταραχές, όταν τα οράματα ξεπερνιούνταν από τα ίδια τα γεγονότα. Έζησε την αποπνικτική δικτατορία των αμέτρητων γραφείων και υπηρεσιών, «όπου η εργασία δεν σταματούσε ποτέ», τις «συσκέψεις για ανέφικτα προγράμματα», τα παγωμένα διαμερίσματα της Πετρούπολης όπου έκαιγαν τα βιβλία για να ζεσταθούν, την αναστολή της σεξουαλικότητας από τον επαναστατικό ασκητισμό ή την πείνα, τον συμβιβασμό των πνευματικών ανθρώπων που αναγκάζονταν να περιοριστούν σε μικρά άχρωμα άρθρα στις επιθεωρήσεις της Διεθνούς. Άκουσε τον Γκεόργκ Λούκατς να του λέει «θα ήταν κουτό για μια μικρή ταπείνωση να ψηφίσετε προκλητικά, να εξοριστείτε… Πιστέψτε με, οι ταπεινώσεις δεν έχουν μεγάλη σημασία για μας». Έζησε εκ των έσω το συναίσθημα της παράλυσης από τα επίσημα ψέματα ή του Τύπου, τους ανθρώπους που ζούσαν «με γενναιότητα μέσα στο φόβο», αναζητούσαν τους δήμιους για να μάθουν απ’ αυτούς τις τελευταίες στιγμές των φίλων τους, συλλαμβάνονταν, αν και τυπικά αθώοι, επειδή υπήρχε «κάτι ανεπαίσθητο στο βάθος των φακέλων τους» ή εκτελούνταν ενώ το έγγραφο αναστολής ή χάρης βρισκόταν στο πιεστήριο.

Αυτός ο «διχασμένος άνθρωπος της Ευρασίας» (σύμφωνα με αυτοαναφορικό του στίχο) που ταλαντευόταν συνεχώς ανάμεσα στην στρατευμένη του ζωή και την αδέκαστη γραφή του, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα, προσπαθούσε να μεταφέρει στο χαρτί γιατί και πως «αυτό που είχε κατακτηθεί το πρωί, συχνά χανόταν το βράδυ». Αντιμετώπιζε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο κοινωνίας ιδεών, ως μόνη ευκαιρία για ισχυρή δικαίωση, ως ένα τρόπο συμμετοχής στο κοινό πεπρωμένο, ως μια μαρτυρία για την ζωή των επαναστατικών μαχητών, στοχαστών και απλών ανθρώπων που δεν διανοήθηκαν να ζήσουν έξω από τη Ρωσία, μα και δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν μέσα σε αυτήν. Ακόμα κι όταν οι ποιητές άρχισαν να αυτοκτονούν (μια σφαίρα στο στήθος του Μαγιακόφσκι, μια λάμα ξυρίσματος στη χούφτα του Εσένιν), εκείνος παρά την ψυχική του συντριβή συνέχισε να συνθέτει το ψυχολογικό διάγραμμα της σοβιετικής λογοτεχνίας, από τον πρώιμο ένθερμο ενθουσιασμό στην εποχής της λογοκρισίας και της απελπισίας.

Με βαθιές ρίζες στη γαλλική και την ρωσική λογοτεχνική παράδοση, έχοντας ασχοληθεί με την μετάφραση κειμένων των προ-επαναστατικών Ρώσων μοντερνιστών, χρονικογράφος και κριτικός κατά την σύντομη μετα-επαναστατική λογοτεχνική αναγέννηση, ο Σερζ μοιάζει να εμπνέεται από κάθε μοντέρνα γραφή του καιρού του, από τους Ντος Πάσος και Πίλνιακ ως τον Φρόυντ, τον Τζόυς, τον Γκράμσι, τους Μεγάλους Ρώσους – όπως εύστοχα διαπιστώνει στο επίμετρό του ο Ρίτσαρντ Γκρίμαν. Και κάπως έτσι επιχειρεί μια χειμαρρώδη καταγραφή της υλικής και της ασυνείδητης ζωής των μαζών και του τότε Μοντέρνου Κόσμου και της Επανάστασης, που νίκησε όλους τους εξωτερικούς κινδύνους μα αγνόησε «τον κίνδυνο μέσα τους» και διαβρώθηκε από την ψύχωση της άτεγκτης εξουσίας. Κι ίσως γι’ αυτό ο αρχικός τίτλος του χειρογράφου ήταν «Τα Μαύρα Χρόνια», κι ένας μεταγενέστερος το «Αναμνήσεις από κόσμους που χάθηκαν». Η έκδοση είναι υπερπλήρης, με παράρτημα έξι κειμένων, εκατοντασέλιδες σημειώσεις του συγγραφέα, βιογραφικά στοιχεία, ενδεικτική βιβλιογραφία και ευρετήριο.

«Αν σχεδιάζω αυτά τα πορτρέτα … είναι διότι ξεσκεπάζουν μια ατμόσφαιρα και τις σκοτεινές απαρχές μιας ψύχωσης. Η ΕΣΣΔ ολόκληρη επρόκειτο πολύ αργότερα, στη διάρκεια των τραγικών χρόνων, να ζήσει όλο και πιο έντονα αυτή την ψύχωση που αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, ένα μοναδικό ψυχολογικό φαινόμενο μέσα στην ιστορία» . (σ. 300)

Εκδόσεις Scipta, 2008, μτφρ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, επιμ. Στέφανος Ροζάνης, σελ. 815 (Victor Serge, Mémoirs d’ un Révolutionnaire).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 19, Φθινόπωρο 2009.

Μάρτιν Έιμις – Ιδιωτικές συναντήσεις

Θα δουλέψουμε για σας, αλλά δεν πρόκειται να πια να γαμιόμαστε για χάρη σας. Δεν πρόκειται να κάνουμε συνεχώς αυτό το πράγμα, να φτιάχνουμε ανθρώπους. Να φτιάχνουμε ανθρώπους και να τους παρατάσσουμε μπροστά σ’ ένα κράτος αδιάφορο. (σ. 286).

Δυο αδέλφια συναντιούνται ως πολιτικοί κρατούμενοι – εχθροί του σταλινικού παράδεισου – σε σιβηρικό στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Η τυπική σχέση αδελφικής αγάπης μετατρέπεται σε σχέση αλληλεξάρτησης αλλά και ανταγωνισμού για μια γυναίκα, σύζυγο του ενός. Ο μεγαλύτερος των δύο και αφηγητής είναι διχασμένος ανάμεσα στην βαθιά επιθυμία προστασίας του ιδεολόγου και ποιητή αδύναμου αδελφού του και στον ερωτικό πόθο για την Ζόγια, που τον ωθεί μέχρι και το να εύχεται τον χαμό αυτού του «ψυχικού του διπλού». Η ιστορία του βασανιζόμενου αυτού τριγώνου δεν είναι παρά η πρώτη κρούστα του μύθου των Ιδιωτικών Συναντήσεων.

Η κριτική διχάστηκε ως προς την ποιότητα του βιβλίου, ρίχνοντας για άλλη μια φορά στον τάπητα το ερώτημα: πρέπει να κυκλοφορεί στο αίμα σου γονίδιο ή βίωμα του κόσμου που προσπαθείς να περιγράψεις; Κι αν όχι, μπορείς να προσθέσεις κάτι στην ήδη τεράστια λογοτεχνογραφία του θέματος; Συμφώνησε όμως ως προς την τριαδική επιρροή που καλοδέχεται ειδικά εδώ ο Έιμις: Λέβι (ως προς τον ψυχολογικό ρεαλισμό), Κόνραντ και (δεδηλωμένος μέντοράς του) Ναμπόκοφ – ορισμένοι την τετραγωνίζουν με την μια Ντοστογεφσκική επίγευση.

Ίσως το στοιχείο που προσθέτει o Έιμις στην σταλινική λογοτεχνογραφία (στην οποία, σημειωτέον, έχει ήδη εισχωρήσει με το σταλινικό πορτρέτο του Koba the Dread το 2002) είναι ο ίδιος ο λόγος ύπαρξης των Ιδιωτικών Συναντήσεων: η επίδραση του σοβιετικού συστήματος στον ερωτισμό των υποτελών του. Προηγήθηκε η κατευθυνόμενη σεμνοτυφία της δεκαετίας του ’30 και χαρακτηρισμός του «ελεύθερου έρωτα» ως αστική διαστροφή (εφόσον άλλωστε περιέκλειε τον συνδυασμό δυο ανεπιθύμητων στοιχείων, της ελευθερίας και του έρωτα). «Κούραση, υποσιτισμός, στενόχωρα σπιτικά και η πανεθνική ανυπαρξία διπλών κρεβατιών» ολοκλήρωσαν την αφαίμαξη από κάθε ερωτική διάθεση αλλά και συναίσθημα.

Φανταστείτε πόσο η τραγική αυτή συνειδητοποίηση βάρυνε τους «εχθρούς» του κράτους στο κτίριο των Ιδιωτικών Συναντήσεων, όπου μπορούσαν να συναντήσουν τις συζύγους τους. Και πώς η επικράτηση του παραλόγου και του φόβου και η νίκη της ψυχοσωματικής εξουθένωσης διάβρωσαν και σκούριασαν κάθε σεξουαλικό ένστικτο. Έκαναν κάτι παραπάνω από το να κλέψουν τα νιάτα μας. Έκλεψαν τους άντρες που θα γινόμασταν κάποτε. (σ. 281).

Τι περιμένει τον έγκλειστο στην έξοδο; Αποκατάσταση «πλην σαράντα» (η πρόσβαση σε σαράντα πόλεις είναι απαγορευμένη) και ζωή σε μια βιομηχανική περιοχή γεμάτη νέφη ψευδαργύρου, σε μισορημαγμένα φαγάδικα και μουλιασμένες καντίνες, άφεση «στην προαιώνια δύναμη του ρωσικού μεθυσιού» και δικαίωση του τίτλου του ως «παρασημοφορημένου βιαστή». Όμως οι χτυπημένοι από τη μοίρα το έχουν ανάγκη το σκοτάδι. Το φως είναι ζωή και τους είναι ανυπόφορο – το ίδιο και οι φωνές, τα κελαηδήματα των πουλιών, ο ήχος των αποφασιστικών βημάτων. Και είναι οι ίδιοι φαντάσματα, και αναζητούν μια ατμόσφαιρα οικεία στα άλλα φαντάσματα… (σ. 210-211).

Εκείνη την εποχή πείστηκα ότι η πλήξη ήταν ο δεύτερος πυλώνας του συστήματος· ο πρώτος ήταν ο τρόμος…Η ανία δεν είναι πια απουσία συναισθήματος· είναι η ίδια ένα συναίσθημα, και μάλιστα βίαιο. Ένας σιωπηρός παροξυσμός ανίας. (σ. 120, 121)

Ο ήρωας γράφει την ιστορία του σε μια πολυσέλιδη επιστολή προς την Αφρο-αμερικανίδα υιοθετημένη κόρη του, καθώς επιστρέφει στους τόπους του αφανισμού του με πλοίο και με τρένο. Μ’ ένα πλοίο που τρίζει, λες και κουβαλάει στους ώμους του όλο και περισσότερα βάρη και έγνοιες πάνω από τον αρκτικό κύκλο, εκεί που τα δάκρυα παγώνουν και οι αισχρολογίες γίνονται παγάκια και κατρακυλούν στα πόδια σου και μ’ ένα τρένο (αυτόν τον τοπικό μεταφορέα ψυχών που ερημώνει τις πόλεις) που διασχίζει την μεγάλη τούνδρα, «την μεγάλη λευκή σελίδα της Ρωσίας, που περιμένει να γεμίσει από τους χαρακτήρες και τις φράσεις της ιστορίας».

Διανθίζει την διήγηση με ελλειπτικές φράσεις αλλά και σκέψεις για την σύγχρονη Ρωσία, με τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο δημοτικό της Βόρειας Οσετίας και στο Θέατρο της Μόσχας κι έναν βορρά – επιδημιολογική αντλία, ένα παγωμένο φαρμακερό τέλμα που σε λίγο θα είναι επισκέψιμος μόνο με στολή αστροναύτη. Κάποια στιγμή αναρωτιέται μήπως τα σκισμένα τζιν και τα τρυπημένα σώματα των νέων είναι η αισθητική εκδίκηση των κακοποιημένων μορφών μιας άδικης Ιστορίας.

Φάκελος φιλοξενούμενου: (Οξφόρδη, 1949). Τέκνο του Κίγκσλεϊ Έιμις (οργισμένος και καταξιωμένος μεταπολεμικός συγγραφέας), βασικό μέλος του Νέου Αγγλικού Μυθιστορήματος (βλ. – διάβ. Ίαν Μακ Γιούαν, Τζούλιαν Μπαρνς κ.ά.) και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα (εξαιτίας κυρίως απόψεων που προκαλούν αλλά και ναρκισσευόμενης ειρωνείας). Αξιοσημείωτο του βίου του: στα 13 τού απαγορεύτηκε να συνεχίσει το σχολείο εξαιτίας συμμετοχής σε κινηματογραφική ταινία, όμως συνέχισε και σπούδασε σε ιδιωτικούς φορείς και κατέληξε να κάνει αυτό ακριβώς που του άρεσε: κριτικός βιβλίων, συντάκτης και ειδικός συγγραφέας σε πλήθος εντύπων (Times Literary Supplement, New Statesman, Observer κ.ά.), δάσκαλος δημιουργικής γραφής (Μάντσεστερ). 17 μυθιστορήματα, πλείστα δοκίμια.

Γκράφιτι: Ό, τι δεν σε σκοτώνει, δεν σε κάνει πιο δυνατό. Σε κάνει αδύναμο και σε σκοτώνει αργότερα. // Για μένα, πλέον, η βία ήταν ένα ουδέτερο μέσο. Δεν ήταν καν ένα διαφορετικό είδος διπλωματίας. Ήταν μια νομισματική μονάδα, όπως ο καπνός, όπως το ψωμί. // Ήμαστε ήρωες ενός κοινωνιολογικού έργου πάνω στην ιστορία των ανωνύμων, την εποχή των τιτάνιων μηδενικών // Αν ο Θεός νοιαζόταν πραγματικά για μας, δεν θα μας είχε φορτώσει ποτέ τη θρησκεία.

Σκέψεις, εικόνες…: Ήμασταν εχθρός που έπρεπε να εκσφενδονιστεί πίσω από την ράχη του κόσμου. Εκεί που και τον Ιούνιο το χνότο κοκαλώνει στον αέρα σαν τεράστιο πούρο. Ένα στρατόπεδο που είναι πιο πολύ πόλεμος από τον κανονικό πόλεμο. Εξάψεις στον παγετό της τούνδρας, αποδιοργάνωση της σκέψης. Ρούχα κοκαλωμένα σαν φλούδες δέντρων από τη βρόμα Έχει πέσει ταλκ στο σκουφί μου ή είναι τα μαλλιά μου που άσπρισαν; Θα έδινα την όρασή μου ακόμα για άλλα δέκα δευτερόλεπτα ύπνου. Τόσο μεγάλο κενό μετά τον θάνατο του Στάλιν: τώρα δεν ήταν πουθενά, πριν ήταν παντού.

Όταν κοιμάμαι τα δάχτυλά μου σφίγγουν μονίμως ένα φανταστικό φτυάρι των καταναγκαστικών έργων. Σε τι κατάσταση θα βρίσκομαι όταν και αν βγω ποτέ αποδώ; Για τι πράγμα θα μιλάω στη γυναίκα μου; Το μόνο που θα σκέφτομαι θα είναι κρύα σούπα, ζεστή σούπα. Μια τριαντάρα καθηγήτρια στην πτέρυγα των γυναικών απαγγέλει Ευγένιο Ονέγκιν στον εαυτό της κάθε μέρα. Συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχε τίποτα πια, απολύτως τίποτα, το οποίο θα μπορούσα να συλλογιέμαι με ευχαρίστηση. Στο στρατόπεδο ένας χωριάτης, έχοντας πίσω του μια ολόκληρη χιλιετία δουλικής ηθικής μπορεί να τα καταφέρει χωρίς μεγάλο ψυχικό κόστος. Αλλά ένας διανοούμενος;

Αποσπάσματα: Έχεις ανάγκη από το κοινό αίσθημα – για να μάθεις πώς να πεθάνεις. Πρέπει να γίνεις ένα με όλα τ’ άλλα ζώα και ν’ ακολουθήσεις το κοπάδι. Η ιδεολογία σου προσφέρει κοινό αίσθημα, γι’ αυτό και είναι πάντα προσφιλής στους Ρώσους…Και σε όλη τη διάρκεια της ζωής σου προσπάθησα να στρέψω το ενδιαφέρον σου στη δική μου ιδεολογία: στην ιδεολογία της μη ιδεολογίας. (σ. 287).

Οι όμοιοί σου, οι ισάξιοί σου, οι κρυφοί ομοϊεδάτες σου στη Δύση: ο μόνος ρώσος συγγραφέας που τους λέει ακόμη κάτι είναι ο Ντοστογέφκσι, αυτός ο γεροφαφλατάς, ο θαμώνας των φυλακών, αυτή η μεγαλοφυΐα. Τον λατρεύετε όλοι σας, γιατί οι ήρωές του είναι εκούσια εξαθλιωμένοι. Αυτό, τελικά, ήταν που δεν μπορούσε ν’ αντέξει ο Κόνραντ στον γερο-Ντόστι και στους άγιους ηλιθίους του, στους απένταρους αριστοκράτες του, στους λιμοκτονούντες φοιτητές και στους παρανοϊκούς γραφειοκράτες του. Το ότι αφοσιώνονταν στην επινόηση του πόνου, λες και η ζωή από μόνη της δεν είναι αρκετά σκληρή. (σ. 89)

Τη στιγμή της σύλληψης νοιώθεις ήδη μισοεξαφανισμένος. Στη φυλακή νοιώθεις πρώην άνθρωπος, νεκρός. Στο στρατόπεδο είσαι βέβαιος ότι δεν υπήρξες ποτέ. Τα γράμματα από το σπίτι μοιάζουν με πνευματιστικές επικοινωνίες…(σ. 100)

Συντεταγμένες: Martin Amis, The House of Meetings, 2006 / Εκδόσεις Μεταίχμιο, (Δεκέμβριος) 2007, μτφ. Σταύρος Παπασταύρου, σ. 298.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στην φωτογραφία: κρατούμενοι σοβιετικού γκουλάγκ (1936-37)