Ηχητικά Μνημεία της Δεκαετίας του Εβδομήντα

Από το Καθαρτήριο των Αφιερωμάτων του Mic.gr κληθήκαμε σε πρώτη φάση να καταθέσουμε λίστα τριάκοντα Δίσκων – Ηχητικών Μνημείων της Δεκαετίας του Εβδομήντα, και σε δεύτερη να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας εκείνες που συμπεριελήφθησαν στην τελική συλλογική πενηντάδα. Βλ. λίστες και κείμενα για τις θέσεις από 1-10 εδώ, από 11-30 εκεί και από 31-50 παραπέρα. Ακολουθούν οι Τριάκοντα και οι Τέσσερις.

1.John Cale – Paris 1919
2.Lou Reed – Berlin
3.ABBA – Arrival
4.David Bowie – Low
5.Crass – The Feeding of the 5000

6.Suicide – S/T
7.Wire – Pink flag
8.The Velvet Underground – Loaded
9.John Cale – Fear
10.David Bowie – Heroes

11.The Pop Group – Y
12.Hawkwind –Warrior on the edge of time
13.Lou Reed – Transformer
14.Brian Eno – Another Green World
15.Kevin Coyne – Matching Head And Feet
16.David Bowie – Aladdin Sane
17.Buzzcocks – Another music in a different kitchen
18.Big Star – Radio City
19.Leonard Cohen – Songs of Love and Hate
20.George Harrison – All Thing Must Pass
21.Curtis Mayfield – Superfly
22.Miles Davis – Bitches Brew
23.John Cale – Vintage Violence
24.Magazine – Secondhand daylight
25.Don Cherry – Organic Music Society
26.Deep Freeze Mice – My Geraniums Are Bulletproof
27.Blue Oyster Cult –Agents of Fortune
28.Arthur Brown – Galactic Zoo Dossier
29.Electric Light Orchestra – Out of the blue
30.Terry Riley – Persian Surgery Dervishes

John Cale – Paris 1919 (1973)

O John Cale υπήρξε ο απόλυτος μοντερνιστής του ροκ εντ ρολλ: Πρώτα διέλυσε την ορθόδοξη φόρμα του είτε θρυμματίζοντας τα συστατικά του είτε ως Βελούδινος Αντεργκράουντερ είτε παγώνοντάς το στον απόλυτο κλασικιστικό μινιμαλισμό του Academy in Peril είτε λούζοντάς το στην πιο θερμή αβαν-γκαρντ των La Monte Young, Tony Conrad, Terry Riley. Κι επειδή δεν νοείται μοντερνισμός χωρίς παράδοση και χωρίς μοντέρνα χρήση αυτής ακριβώς της παράδοσης, έφτιαξε έναν από τους μαγικότερους δίσκους της δεκαετίας, με το μελωδικότερο ροκ εντ ρολλ, τις σπαρακτικότερες μπαλάντες, τους σαρκαστικότερους δραματισμούς, τις συμφωνικότερες ορχη + στρώσεις.

Διαβασμένος της λογοτεχνίας και της σύγχρονης σκέψης όσο ελάχιστοι, ξεκινούσε με φόρο τιμής στη μόνη κοινή πατρίδα που έχουμε όλοι (την παιδική μας ηλικία), τραγούδησε τον Dylan Thomas όπως κανείς ποτέ δεν τραγούδησε [Child’s Christmas in Wales], υποδέχτηκε τον Μάκβεθ σε ένα μέρος τραγικότερο από τα πεδία των μαχών (:στο σπίτι του) [Macbeth] και τελείωσε φλεγματικά ως τυπικός Ουαλός παρέα με τον Graham Greene [Graham Greene]. Η Σύνοδος των Βερσαλλιών υπήρξε μόνο η αφορμή. Ξέρουμε πως μετά θα παίξει το πρωιμότερο πανκ και θα βγει ξανά στους βρώμικους δρόμους.

David Bowie – Low (1977)

Η Μπαουική «Τριλογία του Βερολίνου» υπήρξε η απόλυτη ηχοποίηση της Μοναχικού Ευρωπαίου της Μοντέρνας Πόλης. Τι σήμαινε άραγε ο τίτλος Low; Τις χαμηλές διαθέσεις του Bowie (εκδοχή του παραγωγού Tony Visconti που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τις ηχογραφήσεις), την προσγείωση μετά την ναρκωτική περιπλάνηση από Station to Station, την βουτιά στην τέχνη προς εξεύρεση απαντήσεων; Ή ένα νέο σπαρακτικό Low profile που ενδύεται ο βασανισμένος καλλιτέχνης κι επιχειρεί να κινηματογραφηθεί στο εξώφυλλο;

Ο δίσκος έμοιαζε πρωτόγνωρος, με την μια πλευρά γεμάτη αγκάθινα ποπ συρματοπλέγματα και την άλλη γεμάτη οργανικά συμπλέγματα. Ο πρώτος άξιος απόγονος της κληρονομιάς των Kraftwerk και των Neu! έπρεπε να διαμοιραστεί, και ορθώς, σε αυτό το στοιχειωτικότερο δυνατό ροκ εντ ρολ και στα ρομποτικά πληκτρολογίσματα.

Έχω την αίσθηση πως η σπορά του Low θα φανεί περισσότερο στα επίγονα τέκνα του Post-punk, του New Wave και του Industrial – πέρα από το γεγονός ότι έσπρωξε πολλούς μουσικούς προς τα εκεί ή πασπάλισε με την διαβολική του σκόνη την αύρα των ειδών αυτών. Οι Wire, οι Joy Division, οι Bauhaus, οι Public Image Ltd θα δείξουν πόσο Low έπεσαν και άκουσαν. Η αρχή των Tuxedo Moon βρίσκεται στο Warzawa, του Billy Mckenzie και των Associates στο The Secret Life of Arabia. Τα αερόβια κήμπορντς των New Order και το θεόλευκο dance rock στο Sound and Vision. Θα ακολουθήσει το διαφορετικά θυελλώδες Heroes, πάντα μαζί με τον Eno, είκοσι χρόνια προτού πέσει το Τείχος.

Lou Reed – Transformer (1972)

Transformer: ο απόλυτος απογυμνωτής του ροκ εντ ρολ που πετούσε σα στάχτη τους περιττούς θορύβους, τo χαμένο τέταρτο των Velvet Underground, η απλούστερη εκδοχή του γκλαμ, η επιτομή του νεοϋορκέζικου ροκ εντ ρολλ, ένας δίσκος που θα μπορούσε να ανήκει στον παραγωγό Bowie αν δεν έβγαινε μόνο από τις ίδιες τις φλέβες του Lou. Το Transformer δεν είναι μόνο το Vicious (η τελειωτική παραγγελία του Warhol), το Perfect Day (ο απόλυτος ύμνος πάνω στον έρωτα που μας κάνει να είμαστε άλλος και είναι ναρκωτικότερος των ναρκωτικών) ή το Walk on the wild side (η απόλυτη κινηματογράφηση των αντίθετων-από-κάθε-κανονικό ανθρώπων). Είναι το σύνολο των έντεκα τραγουδιών – βημάτων προς το μοναδικό μέρος που μπορεί να υπάρξει το ροκ εντ ρολλ: στο δρόμο.

Brian Eno – Another Green World (1975)

Εδώ έγινε η στροφή: εδώ άρχισαν να ελαττώνονται οι λέξεις και να επικρατεί η μουσική, εδώ πολλαπλασιάστηκαν τα όργανα, εδώ το ροκ εντ ρολ έπρεπε πλέον να ξεχειλωθεί, να υπονομευτεί, να παραμορφωθεί χωρίς να χάσει την παραμικρή ουσία. Αφήνοντας πίσω κάθε παραδοσιακή κατασκευή άλμπουμ, μπήκε χωρίς αποσκευές στο στούντιο, άφησε τα αναρίθμητα όργανα να τον οδηγήσουν, και ξανάκανε το ίδιο μετά βγάζοντας ήχους πάνω στα τραγούδια, αφήνοντάς τα δια ζώσης να τον οδηγήσουν στις λέξεις και την ερμηνεία. Στον Another Green World βρίσκονται: μια αφετηρία της ηλεκτρονικής μουσικής που μας ενθουσιάζει σήμερα, το προοίμιο της Ποπ Μηχανικής, το απόσταγμα του άρτ ροκ, όχι με την γνωστή ταμπέλα, αλλά με την κυριολεκτική σημασία κάθε τραγούδι να κατασκευάζεται και να μοιάζει ως έργο τέχνης.

Καρδιοθραύστριες, αντέχουμε ακόμα! (Το σάουντρακ της ερωτικής απογοήτευσης)

Στα ομαδικά αφιερώματα του mic.gr, αφιερώματα όπου συγκροτούνται Ιδανικές Λίστες για Οριακές Καταστάσεις, κάποιος σκέφτηκε να τιμωρήσουμε κάτι ψεύτες εορτάζοντες «αγίους του έρωτα» με το σάουντρακ της χυλόπιτας. Το Πανδοχείο είναι πάντα ανοικτό στους απανταχού ερωτολαβωμένους, όποια ώρα της νυκτός κι αν καταφτάσουν.

Όμως…χυλόπιτα; δεν γνωρίζω τι είναι αυτό. Δεν μου έχουν ποτέ αποκρούσει την προσφορά των ψυχοσυναισθηματικοσαρκικών μου υπηρεσιών. Καμία γυναίκα δεν αρνήθηκε την γλυκύτητα που κρύβω στα βάθη μου, καμία δεν ενοχλήθηκε από την ασχήμια μου, την ηλικία μου, την κοιλίτσα μου ή τις ιδιοτροπίες μου. Απεναντίας, όλες μου έλεγαν πως αυτά ακριβώς έψαχναν στη ζωή τους. Έχω όμως ένα παρεμφερές πρόβλημα: φεύγουν από κοντά μου πάρα πολύ γρήγορα. Με έχουν χωρίσει και μετά από μισό λεπτό «σχέσης». Συγχωρήστε μου λοιπόν την αλλαγή του θέματος, έτσι κι αλλιώς με τόσους άλλους εδώ δίπλα δεν θα γίνει αντιληπτό … [σύστημα που μου έκαναν πρόσφατα σε γυμνασιακή τάξη]. Εφόσον η χυλόπιτα δεν είναι παρά ένας χωρισμός μιας θα-μπορούσε-να-γίνει-σχέση, ιδού ένα σχέδιο έτοιμων τραγουδιών χωρισμού και συντριβής, που μπαίνει σε εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις – τα έχω μάλιστα μπροστά μπροστά στο ράφι, όταν ανεβαίνω πάνω του.

Σε κάθε περίπτωση, φροντίζω να μετατρέπομαι σε ήρωα ενός διηγήματος που δεν γράφτηκε ή ενός τραγουδιού που περιμένει τον ενσαρκωτή του. Ονειρεύομαι π.χ. πως από εμένα εμπνεύστηκαν οι Steve Nieve και Elvis Costello το απόλυτο άσμα θεαματικού χωρισμού, το σπαραξικάρδιο Passionate fight, που ανέλαβε να διεκπεραιώσει όχι χωρίς συνέπειες η κυρία Ute Lemper. Πως η τελευταία μου παθιασμένη πάλη με την ηρωίδα έγινε κάτω από μια λάμπα σαράντα βατ που τρυπούσε το σκοτάδι, πως στην τελευταία μας συνάντηση κομμάτια έπεφταν από παντού κι εμείς πάνω στα απομεινάρια γελούσαμε και σπαράζαμε, της έλεγα Tell me my dear, are you more or less mine? κι εκείνη απαντούσε σαν την Σόφι του Στάιρον now this isn’t love it’s what you do in spite of it.

Άμεσες παρενέργειες Ι: Μελαγχολία
The Chills – Doledrums: Stay in bed much to late / Scanning situations vacant / The face in the mirror gets withered and old / My skin is grey, I can’t go on, I’m always cold

Σε σχέση με τις ασήκωτες λέξεις της κατάθλιψης και της απελπισίας, πιο τρυφερή και κουδουνιστή ακούγεται η ντόλντραμς. Ο Martin Phillips που μας την γνώρισε είχε όλους τους λόγους να ντολντραμίζεται, χάνοντας τον έναν μετά τον άλλον φίλους κι αγαπημένους – ε δεν θα έζησε κι αυτός τις ερωτικές του πίκρες; Τόσο ανεβαστικός ρυθμός, τόσο καταβυθιστική διάθεση.

Counting down lonely hours / Drinking lots and taking showers/ I no longer dream about the rest of my years / I check the little box, does anyone care.

Ιστορία 2η: Χωρισμός – έπος
Κανένα ζευγάρι γυαλιών ηλίου δεν μπορούσε να τον προστατέψει από το φως που τρυπούσε τα βλέφαρά του, από τις κραυγές των γλάρων που τρέφονταν από τα ψάρια και μαστίγωναν τον κόλπο μέχρι να κοκκινίσει, πετώντας σε κύκλους. Εκείνος κολύμπησε ως την άκρη του βράχου, γεμάτος χαρακιές στο δέρμα, αλατόνερο στα μάτια και τα χέρια του, αλλά δεν ένιωθε τίποτα· κανείς δεν υπήρχε να τον αγκαλιάσει, να τον φωνάξει με το όνομά του, να τον ντύσει, να του πει «ησύχασε αγόρι μου, δεν χρειάζεται να τελειώσει έτσι». Θυμόταν μετά την ανακοίνωση του χωρισμού τους, την νύχτα που πέρασε σ’ ένα παραθαλάσσιο μοτέλ, με μια άγνωστη ξαπλωμένη δίπλα του και την βροχή να χτυπά δυνατά πάνω από, καθώς εκείνη τον ρωτούσε «τι συμβαίνει αγάπη; πίνεις για να θρηνήσεις ή για να ξεχάσεις;». Κι εκείνος φώναξε στα θαλασσοπούλια «μπορείτε να με πάρετε τώρα, δεν φοβάμαι να πεθάνω», αλλά εκείνα έκαναν πως δεν τον άκουσαν, μόνο τον κοιτούσαν με τα φωτεινά μεγάλα τους μάτια, γιατί θα μπορούσαν να βγάλουν τα μάτια από κάθε ετοιμοθάνατο πλάσμα αλλά δεν θα άγγιζαν ποτέ την μοναχική φιγούρα που κειτόταν στην παραλία… [The Triffids – Seabirds]

Άμεσες παρενέργειες ΙΙ: Μελόδραμα
Δυο από τους κλαφτικότερους τραγουδιστάδες των 90ς και των70ς σμπαράλιασαν ισάριθμα κλισέ της ερωτικής σχέσης: την ψευδαίσθηση πως δεν θα τελειώσει ποτέ και την συλλογή διαφόρων βλακωδών αντικειμενιδίων: Ηappy Endings και From souvenirs to souvenirs από Pulp και Demis Roussos αντίστοιχα – το δεύτερο με τον στίχο – μαχαίρι (κουζίνας) There’ll never be another you.

Άμεσες παρενέργειες ΙΙΙ: Ποίηση
Ann Clarke – If I could: Αν τα τραγούδια μπορούσαν να αποφασίσουν από μόνα τους τι θα διάλεγαν; Να συνδεθούν άπαξ δια παντός με κάτι οριακό (όπως π.χ. με ορισμένες δύσκολες, πολύ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες στιγμές) και να το θυμίζουν δια της σιωπής τους ή να παίζουν στα γήπεδα της καθημερινής ρουτίνας; Ακούω το If I could δυο με τρεις φορές το χρόνο – όσο δηλαδή αντέχω την ψιλοβελονιά που κάνει το βιολί του στο μνημονικό του οργανισμού μου.

Ιστορία 3η: Χωρισμός αυτοανάφλεξης

Δεκαπέντε όροφοι ψηλά, οι μαύρες κουρτίνες τραβηγμένες, κι ο ήλιος ένα κωλόπαιδο που φτύνει και μετά φεύγει. Η τηλεόραση μουρμουρίζει, ένας σωρός γράμματα σκορπισμένα στο χαλί, απομεινάρια και λογαριασμοί που μυρίζουν γάτα. Τρεις πεινασμένες γάτες που κυνηγούν η μια την σκιά της άλλης, κάποτε χυμούν πάνω του καταμεσίς της νύχτας, τον γδέρνουν, τον δαγκώνουν, μα αυτός έχασε κάθε θέληση να πολεμήσει, κάθε θέληση να κινηθεί. Πέρασε ένας μήνας, θα περάσει κι άλλος, μέχρι το σπάσιμο της πόρτας, θα τον πάρουν μακριά, θα τον γδύσουν να τον καθαρίσουν και θα τον κλειδώσουν σ’ ένα κουτί κάπου δεκαπέντε πατώματα ψηλά… [Legendary Pink Dots – The more it changes]

Κασέτα: Υπεράνω (υπό τους ήχους άψογης jazz soul): Lou Rawls – You’ll Never Find Another Love Like Mine / Αξιοπρεπής στάση: Apoptygma Berzerk – Suffer in silence. / Βοήθεια από την πλησίον: Mesh – Can You Mend Hearts? / Το σάουντρακ του καρδιοσπασίματος: Electric light orchestra – Αnother heart breaks, Spiritualized – Broken Heart / Απότομη μεταβολή βαρομετρικού: Husker Du – Pink Turns To Blue / Αποχώρηση από τον τόπο του εγκλήματος: Black Heart Procession – Sympathy crime / Υποκριτική αδιαφορία: Εν Πλω – Φεύγεις; Δεν σ’ αρέσανε… και φεύγεις; / λες και το βράδυ δεν θα μπορώ να κοιμηθώ…
Σεκανς: Engelbert Humperdinck – Man without love: Θυμάμαι μια σκηνή που είδα σ’ ένα φεβρουαριάτικο αφιέρωμα στο σύγχρονο αγγλικό σινεμά το 2000 – δεν έχω πρόχειρα τα κιτάπια της εποχής για να βρω τα στοιχεία (επιφυλάσσομαι). Ένας εντελώς καθημερινός, ατσούμπαλος κι απαρατήρητος άντρας κάθεται μοναχούλης στην συνοικιακή καφετέρια της άθλιας κωμόπολής του. Στα ηχεία ακούγεται το μελοτραγουδιστό δίστιχο Everyday I wake up/then I start to break up/lonely is a man without love. Ο φίλος μας κοιτάζει λυπημένος το τραπέζι, φεύγει προτού τελειώσει την μπύρα του. Στο τέλος του έργου μείναμε καρφωμένοι όρθιοι ελπίζοντας να βρούμε τον αυτουργό στα credits. Μα φυσικά, πώς και δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα; Ο μέγας κρουνοποιός – Σινάτρες, και Σία τρώνε τη σκόνη του – Ενγκ…ουφ…γλωσσοδέτης.  Θυμάσαι Γ.Π.;

Τίτλοι τέλους
John Cale – Ι keep a close watch: Το ότι αρκούν μια δεκαπεντάδα τραγούδια του συγκεκριμένου ανθρώπου να εκφράσουν όλη μου τη μέχρι τώρα ζωή σημαίνει ότι δεν ήταν και τόσο πλούσια; Σε εσάς εδώ μέσα μιλάω, για κάθε αφιέρωμά που θα μας ορίζετε, έχω έναν σημαδευτικό Cale. Ετούτο το σπαρακτικό κομμάτι βρίσκεται ταυτόχρονα σε τρία σημεία: σε διαφορετική εκτέλεση εντός δυο αντιδιαμετρικά αντίθετων δίσκων (όπως άλλωστε δήλωναν οι τίτλοι τους: Ελένη της Τροίας ο ένας, Μουσική για μια Νέα Κοινωνία ο άλλος) και βαθιά μέσα μου.

I still hear your voice at night / When I turn out the light / And try to settle down / But there’s nothing I can do / as I can’t live without you

Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να επιμένω πως η επιτομή της μοντέρνας ερμηνείας της ερωτικής θλίψης βρίσκεται στο Reports from the heart, εκείνου του μικροσκοπικού αλλόκοτου νέου με τα σχιστά μάτια, που έγραψε τους στίχους κάποιου In a manner of speaking – Winston Tong.

Στις φωτογραφίες: Bertrand Eberhard, Ute L., Segel, Anne C., Spiritualized, John C., Winston T. (δεν είναι όμως λύση αυτή, Winston).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.