Λογοτεχνείο, αρ. 123

Αλμπέρτο Σαβίνιο, «Ισιδώρα Ντάνκαν», σε: Άνθρωποι διηγηθείτε την ιστορία σας, εκδ. Αστάρτη, 1989, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, σ. 194 [Alberto Savinio, Narrate uomini la vostra storia, 1942].

Ακόμη κι ο κατακλυσμός που επιτελέστηκε με περισσή φροντίδα, άφησε πίσω του κάποιους διασωθέντες. Δεν είναι σπάνιο να συναντήσεις ανθρώπους πολύ δύσκαμπτους, με σκληρή έκφραση, και μερικούς με όψη κυριολεκτικά μπρούντζινη, κι αν πέσεις πάνω τους θα σου απαντήσουν μ’ ένα υπόκωφο και μυστηριώδες «νταν» κάτω απ’ τα ρούχα τους. Είναι άνθρωποι από μέταλλο, επιζήσαντες από την εποχή του χρυσού, του αργύρου ή του μπρούντζου. Έπειτα υπάρχουν οι επιζήσαντες από την εποχή των ηρώων, και μπροστά τους πρέπει να σηκωθείς όρθιος και να χαιρετήσεις. Έπειτα υπάρχουν αυτοί από τη λίθινη εποχή, άνθρωποι σκληρότατοι, κι αν κατά τύχη σου πατήσουν το πόδι, θα το θυμάσαι εφ’ όρου ζωής. Υπάρχουν, τέλος, οι επιζήσαντες από την ορνιθική εποχή, οι άνθρωποι πουλιά, άνθρωποι πανάλαφροι και ιπτάμενοι, που παραήταν λιγοστοί για να καλύψουν μόνοι τους μιαν εποχή, κι έτσι συγκρότησαν στους κόλπους άλλων βιολογικών ειδών μιαν ιδιαίτερη και κρυφή φυλή που, θροΐζοντας και κελαηδώντας, ζούσε εκεί όπου ήταν μεγαλύτερη η απόσταση από τους ανθρώπους και μικρότερος ο κίνδυνος να τους συναντήσουν.

Λογοτεχνείο, αρ. 122

Στήβεν Βιζίνσεϋ, Εγκώμιον ωρίμων γυναικών. Οι ερωτικές αναμνήσεις του Άντρας Βάιντα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, μτφ. Άννυ Σπυράκου – Κώστας Πόταγας, σ. 214 – 215 [Steven Vizinczey, In Praise of Older Women. The amourous recollections of Andras Vajda, 1965]

Σ’ αυτό μοιάζω με τους περισσότερους σκεπτικιστές συγχρόνους μου: από τη στιγμή που πάψαμε να τα βάζουμε με τον εαυτό μας για την αδυναμία μας να προσαρμοζόμαστε σε απόλυτες ηθικές επιταγές, αυτοτιμωρούμαστε με τη ράβδο της ψυχολογικής ανάλυσης. Όταν πρόκειται για έρωτα απορρίπτουμε τη διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου υπέρ της διάκρισης μεταξύ «αληθινών» και «επιφανειακών» συνθημάτων. Έχουμε υπερβολική κατανόηση ώστε να καταδικάσουμε τις πράξεις μας· στη θέση τους, καταδικάζουμε τις προθέσεις μας. […]

Απορρίψαμε τη θρησκευτική ηθική επειδή έβαζε τον άνθρωπο σε διαμάχη με τα ένστικτά του και τον ισοπέδωνε κάτω από το βάρος της ενοχής για αμαρτίες που δεν ήταν παρά οι μηχανισμοί των νόμων της φύσης. Δεν έχουμε ωστόσο πάψει να εξιλεωνόμαστε για τη Δημιουργία: προτιμάμε να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας αποτυχημένους παρά να προδώσουμε την πίστη μας στο εφικτό της τελειότητας. Κρεμόμαστε από την ελπίδα του αιώνιου έρωτα αρνούμενοι ακόμα και την πρόσκαιρη ισχύ του […] να δεχτούμε πολύ απλά ότι ο έρωτας είναι μια εφήμερη αίσθηση, για λόγους που διαφεύγουν από τον έλεγχό μας και απ΄ την προσωπικότητά μας. Ποιος όμως καθησυχάζει με τις ίδιες του τις εκλογικεύσεις; […] Προδίδουμε ακόμα και τη ζωή.