Λογοτεχνείο, αρ. 96

Luigi Pirandello, Το ταξίδι, εκδ. Ροές, 2000, μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, σ. 28-29 (Il viaggio, 1910)

Προσπαθούσε έτσι να μετριάσει την πυρετική, ωστόσο, σπινθηροβόλα ανησυχία στο βλέμμα, να μη στρέφει ασταμάτητα το κεφάλι απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο, καθώς δεν ήθελε να χάσει τίποτα απ’ όλα τα πράγματα τα οποία συναντούσε η ματιά της, τόσο φευγαλέα, για πρώτη φορά. Έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να κρύψει την έκπληξη της, να τιθασεύσει την περιέργειά της να δαμάσει την ευχαρίστηση που ένοιωθε όταν είχε τις κεραίες της τεντωμένες και στραμμένες σε κάθε παγίδα, ώστε χάρη σ’ αυτές, να μπορέσει να κατανικήσει το θάμπωμα, τον ίλιγγο που της προξενούσαν η ρυθμική κίνηση του τραίνου κι αυτή η τόσο σύντομη, τόσο απατηλή θέα από φράχτες, δέντρα και λόφους.

Δεν είχε ταξιδέψε ποτέ με τραίνο. Κάθε στιγμή, σε κάθε περιστροφή των τροχών, της φαινόταν ότι έμπαινε, ότι προχωρούσε σ’ έναν άγνωστο κόσμο που γινόταν, ξαφνικά, πραγματικότητα στο νου της· έναν κόσμο φαινομενικά κοντινό κι όμως για κείνη πολύ μακρινό που της δημιουργούσε, την ίδια στιγμή που αντλούσε ευχαρίστηση παρατηρώντας τον, ένα συναίσθημα αδιόρατης, ακαθόριστης θλίψης: η αναπάντεχη συνειδητοποίηση, ίσως, πως αυτός ο κόσμος υπήρχε πάντοτε εκεί, πέρα και έξω απ’ τη δική της πραγματικότητα, ακόμα κι απ’ τη φαντασία της· η μελαγχολία, απόρροια της επίγνωσης ότι είναι μια ξένη, περαστική απ’ αυτόν, του  οποίου η ζωή θα ακολουθήσει το δικό της δρόμο, χωρίς εκείνη.

Στην Τζίνα Πολίτη

Λογοτεχνείο, αρ. 95

Πέτρος Αμπατζόγλου, Ισορροπία τρόμου, εκδ. Εγνατία, [Σειρά: Τραμ/Λογοτεχνία, 28.], β΄ έκδ., 1978, σ. 115-116.

Είμαι μεγάλος στα χρόνια, της είπα ξαφνικά χωρίς πρόλογο, τα μαλλιά μου έφυγαν και φαίνεται το κρανίο, ναι, είμαι μεγάλος στα χρόνια αλλά εγώ θέλω να παίξω, μεγάλωσα χωρίς κανείς να με ρωτήσει, κι εγώ θέλω να με ρωτούν για όλα όσα πρόκειται να πάθω. Και τι ήταν τα παιδικά μου χρόνια; Ένας μικρός κήπος με έναν ευκάλυπτο, σαύρες και σαλιγκάρια και σπασμένα παιχνίδια. Συλλογές από αράχνες και μια φράση σαν διαταγή «πρέπει να είσαι καλό παιδί». Τι ήταν τα εφηβικά μου χρόνια; Ένα κορίτσι μ’ ένα πράσινο φόρεμα και μια δύστροπη γάτα. Σκοτωμένοι άντρες στην επανάσταση, όλοι ριγμένοι στα ρείθρα. Γυναίκες στα μπορντέλα που με μάθανε να είμαι αρσενικό αλλά όχι άντρας. Τίποτα άλλο. (…)

Βλέπετε, αυτή τη στιγμή δεσποινίς, δεν έχω τίποτα, είμαι ένα βρέφος που στηρίζει τις ελπίδες στα γεράματα. Τα αισθήματα μου κι οι επιθυμίες μου είναι σταθερές, αλλά δεν ξέρω πια σε τι χρησιμεύει αυτή η σταθερότητα. Έγραψα μερικά ποιήματα, αλλά έχω τεχνικές δυσκολίες που εμποδίζουν τη μετάδοση της συγκίνησης που νιώθω όταν γράφω. Οι συγκινήσεις μου είναι συγκροτημένες, αλλά οι λέξεις κάνουν ό,τι θέλουν, αποκτούν θα έλεγα μια προκλητική αυτοτέλεια προδίνοντας τη συγκίνηση και λέγοντας άλλα αντ’ άλλων. Να πουλήσω το μαγαζί; Ίσως αυτό βοηθήσει την τεχνική μου. Όμως πρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που να τ’ αγαπώ και να μ’ αγαπά και να με σπρώξει σ’ αυτή την απόφαση. Αυτό το πρόσωπο πρέπει να μ’ αγαπά πολύ αλλά να μην ενδιαφέρεται και για την πιθανή καταστροφή μου. Όπως καταλαβαίνετε, αυτό είναι παράλογο.

Μνήμη Τάσου Χατζητάτση