Λογοτεχνείο, αρ. 88

Γκύντερ Γκρας, «1976», από το: Ο αιώνας μου, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. από τα γερμανικά Τούλα Σιέτη, σ. 286 (Günter Grass, Mein Jahrhundert, 1999)

Πιστεύαμε, αδιάφορο που συναντιόμαστε στο ανατολικό Βερολίνο, ότι είχαν βάλει κοριούς και μας παρακολουθούσαν. Υποπτευόμαστε παντού, κάτω από τον σοβά, στη λάμπα της οροφής, ακόμα και στις γλάστρες, επιμελώς τοποθετημένους κοριούς και γι’ αυτό φλυαρούσαμε ειρωνικά για το έμπλεο φροντίδος κράτος και την ακόρεστη ανάγκη του για ασφάλεια. Καθαρά και αργά, ώστε να προλαβαίνουν να γράφουν, προδίδαμε μυστικά που αποκάλυπταν τον απόλυτα ανατρεπτικό χαρακτήρα της λυρικής ποίησης και που απέδιδαν στην εύστοχη χρήση της ευκτικής συνωμοτικές προθέσεις. (…) Υπεροπτικά παίζαμε με τη Στάζι και υποθέταμε – μισοαστεία μισοσοβαρά – ότι στον κύκλο μας είχαμε τουλάχιστον έναν χαφιέ, διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον ότι «κατά βάθος» ο καθένας μας ήταν ύποπτος.
Στον Γιώργο Γλυκοφρύδη

Λογοτεχνείο, αρ. 87

Γκράχαμ Σουίφτ, Εσαεί, εκδ. Εστία, 1999, μτφ. Αλέξης Εμμανουήλ, σ. 290, 294-295 (Graham Swift, Ever after, 1992).

Πόσες διαδρομές με ταξί; Πόσα σελίνια στο ταξίμετρο; Πόσα ταξίδια, τόσο σύντομα όλα, μέσα από τους έρημους δρόμους, μέσα από τις νυχτερινές, ντροπαλές ώρες του έρωτα, πριν καν τολμήσουμε να ξεστομίσομε τις μαγικές λέξεις; Ίσως η αγάπη να είναι περισσότερο από το άθροισμα δυο ανθρώπων. Ίσως η αγάπη να είναι ένα τρίτο πράγμα, που χορηγείται με τρόπο μυστηριώδη, πολύτιμο κι εύθραυστο, σαν κάποιο σπάνιο, ζεστό αβγό. Ευχόμασταν και φοβόμασταν να την επισπεύσουμε. Τη φροντίσαμε σαν επιμελείς θεματοφύλακες, περιμένοντας την ωρίμανση του φορτίου μας. Ο καιρός θα ερχόταν όταν (…) η στενόχωρη γεωγραφία των ζωών μας θα συστελλόταν στην εκστατική γεωγραφία ενός μοιρασμένου κρεβατιού (για ν’ ακριβολογούμε, ενός στρώματος στο πάτωμα).

Δεν παριστάνω τον επηρμένο, αλλά ξέρω τι σημαίνει, καθισμένος εδώ σε αυτό τον μισοσκότεινο κήπο, να μην είσαι βέβαιος για το ποιος είσαι. Λένε πως οι ηθοποιοί είναι αληθινά ακαθόριστοι, μισοσχηματισμένοι, άυλοι άνθρωποι. Πεισμωμένοι εξαιτίας της μη ικανοποιητικής αίσθησης ταυτότητας κι από μια έλλειψη προσωπικότητας, προσπαθούν να ανταπεξέλθουν παλεύοντας να γίνουν αυτοί οι άλλοι άνθρωποι. Όμως γιατί να μην αρχίσουμε από την άλλη υπόθεση; Πως δηλαδή οι ηθοποιοί έχουν περίσσευμα προσωπικότητας: γι’ αυτό τη σκορπάνε τριγύρω. Και γιατί να μην εκκινήσουμε από την υπόθεση – θα ήταν λογικό και δίκαιο και όμορφο, ακόμα κι αν ολοφάνερα δεν είναι έτσι – ότι η φύση έχει προικίσει τον καθένα μας με μια ισοδύναμη, καθορισμένη και επαρκή προσωπικότητα;

Στην Λένα Κιτσοπούλου