Λογοτεχνείο, αρ. 44

Άλβαρο Μούτις, Αμπντούλ Μπασούρ. Ο ονειρευτής των καραβιών, εκδ. Άγρα, 1998, μτφ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, σ. 192-193 (Alvaro Mutis, Abdul Bashur, Soñador de navíos, 1991).

Η απαρίθμηση των πιο διαφορετικών και εφήμερων επαγγελμάτων του Μπασούρ από τότε και ύστερα θα γέμιζε πολλές σελίδες. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά για τα οποία κάνει νύξεις στην αλληλογραφία του και άλλα για τα οποία μου μίλησε ο Μακρόλ: διακινητής πορνογραφικών περιοδικών και φωτογραφιών στο Χαλέπι, προμηθευτής ειδών διατροφής για τα καράβια στην Αμμόχωστο, εργολάβος βαφής των πλοίων στην Πόλα, γκρουπιέρης στη Βηρυτό, τουριστικός οδηγός στην Κωνσταντινούπολη, ψευτοστοιχηματίας για να παρασύρει αφελείς σε μια αίθουσα μπιλιάρδου στο Σφάξ, προμηθευτής κοριτσιών σε μπορντέλο της Ταγγέρης, λαντζέρης στην Τρίπολη, αγοραστής συναλλάγματος στη μαύρη αγορά στο Πόρτ Σάιντ, διευθυντής ενός τσίρκου στον Τάραντα, προαγωγός στο Σερσέλ, τροχοακονιστής στην Μπαστιά και ταυτόχρονα έμπορος χασίς. Αυτός ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί, όμως είναι ήδη επαρκής για να καταδείξει το βαθμό της αθλιότητας και της απάθειας στην οποία έφτασε ο φίλος μας, ο ίδιος εκείνος περήφανος και πολυμήχανος Λιβανέζος εφοπλιστής που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια στην Ουραντά. Παρά τα ψαρά και απεριποίητα γένια του και τα πολυκαιρισμένα ρούχα του από τη χρήση τους σε τόσα διαφορετικά επαγγέλματα, με τα οποία μου είχε εμφανιστεί πολλές φορές στη διάρκεια εκείνης της καθόδου του στην κόλαση του υπόκοσμου, ο Μπασούρ διατηρούσε ακόμα τις κομψές χειρονομίες όταν μιλούσε, ασυντόνιστες πάντα προς τα λόγια του, κι εκείνη την τόσο προσωπική και συγκινητική γοητεία του που ήταν αποτέλεσμα του καυστικού και λακωνικού χιούμορ του, της μόνιμης περιφρόνησης του πεπρωμένου του χωρίς το παραμικρό παράπονο και εκείνης της συγκινητικής και ιδιαίτερης αφοσίωσης στους φίλους του.

Στον Άρη Σφακιανάκη.

Λογοτεχνείο, αρ. 43

Γιόζεφ Μπρόντσκι, Αυτό που ονομάζουμε εξορία, Το Δέντρο, τεύχος 37-38 (Μάρτιος – Απρίλιος 1988), Κείμενα της εξορίας, σ. 81 (το κείμενο σ. 77-83), [Joseph Brodsky, 1987].

Η εμπειρία της εξορίας σε μεταφέρει εν μια νυκτί εκεί όπου θα χρειαζόσουν μιάν ολόκληρη ζωή να φτάσεις. Δεν με πειράζει καθόλου αν η παρατήρηση αυτή ακούγεται σαν διαφημιστικό μήνυμα: ήρθε ο καιρός να πουληθεί αυτή η ιδέα, είναι ανάγκη να υπάρξουν περισσότεροι αγοραστές. Εδώ ίσως να βοηθούσε μια παρομοίωση: ο εξόριστος συγγραφέας μοιάζει μ’ έναν σκύλο – ή και μ’ έναν άνθρωπο – που εκτοξεύτηκε στο διάστημα μέσα σ’ ένα διαστημόπλοιο. (Η αναλογία με το σκύλο μου φαίνεται ακριβέστερη αφού κανείς δε θα νοιαστεί να τον ξανακατεβάσει στη γη). Για να συμπληρώσω την παρομοίωση πρέπει να προσθέσω ότι ο ταξιδιώτης δεν αργεί να ανακαλύψει ότι το διαστημόπλοιό του δεν έλκεται από το πεδίο βαρύτητας της Γης αλλά από κάποιο άγνωστο διαστημικό κέντρο βαρύτητας. Προφανώς το διαστημόπλοιο που περικλείει τον ταξιδιώτη συμβολίζει τη γλώσσα του. 

Στον Τάσο Καλούτσα