Λογοτεχνείο, αρ. 132

painting2wΜορντεκάι Ρίχλερ, Ο Σόλομον Γκάρσκυ ήταν εδώ, εκδ. Πόλις, 2000, μτφ. Κατερίνα Γεωργαλλίδη – Στρατής Μπουρνάζος, σ. 272 [Mordecai Richler, Solomon Garsky was here, 1989].

Oνειρεύτηκε ότι βρισκόταν ξανά στη Νέα Ορλεάνη μαζί με την Μπεατρίς, μόνο που αυτή τη φορά δεν εξαφανίστηκε μετά το γεύμα για να επιστρέψει στο ξενοδοχείο σε αθλία κατάσταση, τρεις ώρες αργότερα. Τούτη τη φορά πήγαν στο Πρεζερβέισον Χολ όπου ηλικιωμένοι μαύροι μουσικοί με ευγενική φυσιογνωμία έπαιζαν λιγάκι βαριεστημένα το συνηθισμένο τους πρόγραμμα, μέχρι που ένας αλέγρος μικροκαμωμένος λευκός άντρας ακούμπησε το μπαστούνι του από ζαχαροκάλαμο στην τοίχο κι έκατσε στο πιάνο, χτυπώντας το πόδι του ρυθμικά Ένα, δύο, τρία, τέσσερα…και ξαφνικά η μπάντα απογειώθηκε, παραδιδόμενη ολοένα και περισσότερο στη σαγήνη του ξένου. Ο Μόζες, έχοντας επιτέλους το αντικείμενο της αναζήτησής του μπροστά μάτια του – λίγο ακόμα και θα τον ακουμπούσε – προσπάθησε να τον αγγίξει, μα τα πόδια του μοιάζαν σαν βιδωμένα στο πάτωμα. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Ύστερα, τη στιγμή που ανακτούσε τον έλεγχο των άκρων του, ο χαρωπός πιανίστας άρχισε σιγά σιγά να αργοσβήνει, κι ο Μόζες ξύπνησε αλαφιασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα.

Λογοτεχνείο, αρ. 131

Margarita Karapanou (3)Μαργαρίτα Καραπάνου, Ναι, εκδ. Ωκεανίδα, 1999, σ. 175, 101

Ήμουνα μόνη. Πολύ μόνη. Τις νύχτες περπατούσα όλους τους δρόμους της πόλης, δεν ξέρω αν ήμουνα μόνη ή αν είχα θελημένα όψει κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Μόνο το σιωπηλό περπάτημα μου έφερνε ανακούφιση. Ανακούφιση από τι; Δεν ξέρω. Είχα βαρεθεί τις λέξεις, και η σιωπηλή ζωή είχε άλλο μυστήριο. Μέσα στη σιωπή της νύχτας οι δρόμοι φαινόντουσαν βυθισμένοι στο βυθό της θάλασσας, κυμάτιζαν κάτω από τα βήματά μου. Διάβαζα τα ονόματα των δρόμων.

Τις νύχτες βγαίνει ένας ολέθριος θρήνος από το σπίτι μου, σταματάει τους περαστικούς…Μήπως είμαι εγώ;