Γιάννης Πατίλης – Μικρός τύπος: Το Λογοτεχνικό Περιοδικό. Θεωρία και ασκήσεις. Κείμενα 1978 – 2013

Η κPatilis,Giannis-MikrosTypos-ToLogotechnikoPeriodiko-Theoria&Askiseis-01υκλοφορία αυτού του βιβλίου υπήρξε μια απρόσμενη μα τόσο ευπρόσδεκτη έκπληξη. Ένας πολύτιμος τόμος με αντικείμενο ακριβώς ένα μεγάλο κομμάτι της αναγνωστικής μας ζωής και ευρύτερα του λογοτεχνικού μας κόσμου. Μια συλλογή κειμένων του πάντα απολαυστικού στην γραφή Γιάννη Πατίλη, και ιδίως εκείνων που αφορούν το Λογοτεχνικό Περιοδικό, το ίδιο το Πλανόδιον, αλλά την ηλεκτρονική του εκδοχή, το μικρό διήγημα, τις ευρύτερες δημιουργικές του εμπειρίες. Εδώ έχουν θησαυριστεί κείμενα τριανταπέντε περίπου ετών με αντικείμενο το Λογοτεχνικό Περιοδικό τόσο στην θεωρία όσο και στην πράξη· τόσο ως επιμέρους μορφή του Μικρού Τύπου [Small Press], όσο και, ειδικότερα, του προσωπικού του δημιουργήματος. Έτσι η μορφολογική τους πολυείδεια είναι δεδομένη: κείμενα, άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες, κριτικές, σχόλια, όλα αποσπάσματα μιας οιονεί δημόσιας πνευματικής αυτοβιογραφίας ενός εκδότη, περιοδικάκια, ποιητή, αναγνώστη.

PagkyprioGymnasion(04-08-2011)Πώς ταξινομείται αυτή η επιθυμητά χαώδης ύλη; Πρώτα σε δυο μέρη, ως Θεωρία και Ασκήσεις· κατόπιν η Θεωρία σε δυο ειδικότερα τμήματα. Οι Αναφορές στο πεδίο, διαπραγματεύονται ευρύτερα θέματα όπως ο ρόλος του λογοτεχνικού περιοδικού στην λογοτεχνική εξέλιξη αλλά και, σε άλλο κείμενο, στο σχολείο και στην σχολική πράξη, η ιστορική του εξέλιξη, το μέλλον του, ο «Μικρός Τύπος» ως εναλλακτικό μέσο και ως «αθέατος πολιτισμός», η κίνησή του από το τοπικό προς το υπερτοπικό, η μοναξιά του βιβλίου και η συντροφιά του περιοδικού (αμφότερα με ερωτηματικό), η λογοτεχνία σε σχέση με την αγορά, τα περιοδικά λόγου και οι προκλήσεις της Νέας Εποχής κ.ά. Στα Αυτοαναφορικά ταξινομούνται οι δεκάδες συνεντεύξεις, συνομιλίες και εξομολογήσεις του συγγραφέα όπου μοιράζεται την προσωπική του εμπειρία από όλα τα παραπάνω. Και, τέλος, στις Ασκήσεις επιλέγονται κείμενα από επικαιρικά σχόλια και κριτικές του συγγραφέα από τα περιοδικά του ή έντυπα τρίτων. Εδώ ακριβώς εφαρμόζονται στην κριτική πράξη οι θέσεις που εκτίθενται στο τμήμα της Θεωρίας, με έμφαση στην αντιπαράθεση προς τον φενακιστικό «λόγο» των ΜΜΕ και τον εκμαυλισμό που αυτά ασκούν στις συνειδήσεις των δημιουργών.

Planodion 1_Η αναζήτηση και εν τέλει η ίδρυση στα όρια του κειμένου μιας άλλης πραγματικότητας, είτε αυτή βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα και τους λογοτεχνικούς τρόπους (σύμφωνα με μια απόλυτη φορμαλιστικη θέση) είτε εκτός αυτής, παραμένει πάντοτε το ριζικό σκοπούμενο κάθε λογοτεχνίας, «μεγάλης» ή «μικρής», υποστηρίζει ο συγγραφέας, τόσο όσον αφορά τα λογοτεχνικά περιοδικά όσο και την ίδια την συγγραφή. Εδώ ο «Μικρός Τύπος» μοιάζει με εκδήλωση τοπικότητας μέσα σε συνθήκες έντονης πολιτισμικής ομογενοποίησης. Αυτή η κοινωνική τοπικότητα – γεωγραφική, επαγγελματική ή πολιτισμική – φαίνεται «περιθωριακή» στους τρίτους, αλλά για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα τοποθετείται στο επίκεντρο της ελεύθερης αυτοσυγκρότησής τους ως προσωπικοτήτων και ο «Μικρός Τύπος» αποτελεί εν τέλει έναν παράδεισο πολιτικής και πολιτισμικής αυτοπραγμάτωσης αλλά και ευρύτερα έναν «αθέατο» πολιτισμό.

Nisos-01-(Anoiksi1983)-01-EksofylloΟ Γιάννης Πατίλης ξεκίνησε το Πλανόδιον τον Δεκέμβριο του 1986. Νωρίτερα είχε ιδρύσει μαζί με τον ποιητή και κριτικό Κώστα Σοφιανό, το συνθέτη Χάρη Βρόντο και τον ανεπανάληπτο και πρόωρα χαμένο τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη την καλλιτεχνική ομάδα Νήσος· μουσική και ποίηση, με καρπό το φερώνυμο περιοδικό – κασέτα [1983 – 1985] και το κριτικό – λογοτεχνικό περιοδικό Κριτική και Κείμενα [1984 – 1985]. Τώρα βλέποντας το εξαιρετικά δύσκολο, σύμφωνα με την προσωπική του εμπειρία, μιας ισότιμης και συνυπεύθυνης συλλογικής έκδοσης προχώρησε μόνος του αλλά με την φιλική συμπαράσταση μιας μικρής ομάδας τακτικών συνεργατών. Όσον αφορά την επιλογή της ύλης το βάρος δόθηκε στο ίδιο το περιεχόμενο των κειμένων παρά στις υπογραφές, ενώ παραμερίστηκε η εύκολη λύση των επικερδών «αφιερωμάτων». Αντί αυτών καθιερώθηκε σε κάθε σχεδόν τεύχος η παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης και εκτενούς μεταφραστικής εργασίας: είτε ενός σημαντικού δοκιμίου, είτε μιας ποιητικής ενότητας ή μιας αντιπροσωπευτικής ανθολόγησης από το έργο ενός σημαντικού ξένου ποιητή ή πεζογράφου. Το περιοδικό δεν καταχώρησε διαφημίσεις, επιθυμώντας να ελέγχει πλήρως την εκδοτική του εικόνα.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΌμως για άλλη μια φορά ο λόγος του συγγραφέα – εκδότη είναι ειλικρινής, απροκάλυπτος και γνήσιος. Πόσα έτη φωτός από δεκάδες άλλες ομοειδείς περιπτώσεις! Καμία έπαρση, καμία αίσθηση ιερής αποστολής, καμία βεβαιότητα περί ανεξίτηλου αποτυπώματος στα ένδοξα πεδία των γραμμάτων μας. Η άγρια χαρά της δημιουργίας, της χειροτεχνίας και της κατάρτισης ενός περιοδικού με τεύχη κυριολεκτικά βιβλία ή θησαυρούς κειμένων αρκεί! Τον Πατίλη ποτέ σε ό,τι έκανε, με εξαίρεση φυσικά το επάγγελμά του ως εκπαιδευτικός, δεν τον απασχόλησε η πιθανή ωφέλεια τρίτου. Στην ερώτηση τι θεωρεί ότι συνεισέφερε στα ελληνικά γράμματα μέσα από το «Πλανόδιον» απαντά:

KritikiKaiKeimena-01-(Cheimonas1984)-01-EksofylloΩς αμετανόητος περιοδικάκιας θεωρούσα πάντα το γνήσιο λογοτεχνικό περιοδικό ως  μορφή προσωπικής καλλιτεχνικής έκφρασης, πράξη δηλαδή ιδιότυπου εκφραστικού εγωισμού, συγγενική προς τον προσωπικό καλλιτεχνικό εγωισμό του δημιουργού, αλλά κάπως «ανώτερη», αφού στο πρόγραμμά της συμπεριλαμβάνει και την εκφραστική συμπαρουσία τρίτων! Έτσι, μια τέτοια «συνεισφορά», και αν συνέβη, δεν περιλαμβανόταν ποτέ στους σκοπούς μου. / Η «προσφορά στα Γράμματα» ως στόχος είναι έργο των θεσμών και, δυστυχώς, της…παραλογοτεχνίας. Η πραγματική λογοτεχνία κάνει απλώς το κέφι της χωρίς να λογοδοτεί πουθενά, γι’ αυτό και δεν πρέπει ποτέ να ζητεί τα εαυτής, βραβεία και τιμητικές θέσεις για την αξία της, όσο σπουδαία κι αν είναι…[σ. 209]

Planodion-EikonesApoTinParagogi-04Σε αντίθεση με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των συγγραφέων, ποιητών και εκδοτών της γενιάς του που διακατέχονται από μεγάλο φόβο και άγνοια του διαδικτύου, επιμένοντας να αρνούνται την ύπαρξή του (το Πανδοχείο έχει προσωπική πείρα και δεκάδες ιστορίες να θυμάται από την σχετική άρνησή τους ιδίως να δεχτούν την αναγνωσιμότητα και την χρησιμότητα των διαδικτυακών σελίδων, κριτικών και περιοδικών), ο Πατίλης υπήρξε από τους πρώτους που όχι απλώς καλωσόρισε το νέο μέσο και το χρησιμοποίησε πολλαπλώς και επιτυχώς αλλά και που δήλωσε πως το διαδίκτυο αποτελεί την πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας.

KostisPapagiorgis-GiannisPatilis(Aiges,12-01-1985)Πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας: ουτοπία, διότι, στην καλύτερη μορφή του, «εκπληρώνει έναν αδιανόητο πόθο της πολιτισμένης ανθρωπότητας: το απόλυτο μουσείο των γραμμάτων και των τεχνών, υφασμένο και προσβάσιμο δωρεάν απ’ όλους και από παντού»· πνευματική επειδή αποτελεί «το πλέον αποϋλοποιημένο μέσο επικοινωνίας και έκφρασης»· και ώριμης ανθρωπότητας επειδή συνδυάζει την μέγιστη ανθρώπινη συνύπαρξη και εκφραστική ελευθερία με την ελάχιστη υλική βία προς τα άλλα όντα και το περιβάλλον. Ενδεικτικός είναι ένας σχετικός παραλληλισμός: στον λόγιο του 5ου μ.Χ. αιώνα, θα ήταν περισσότερο οικεία ως εικόνα μια σύγχρονη ιστοσελίδα με τα παρασελίδια εικονίδια και τα σχόλια, παρά ένα βιβλίο τσέπης χωρίς εικονογράφηση!

Anepaisthitos-01-(Septembrios1987)-02-03-Taytotita-ChaikouKaiTankaΤο χαρτί πεθαίνει, και καλώς. Έκλεισε τον ιστορικό του κύκλο. Είναι μια πολυτέλεια που σύντομα δεν θα την συγχωρεί η φύση. Θα μείνει για τις αναμνηστικές και συλλεκτικές εκδόσεις στις χρονολογικές επετείους δημοφιλών ή  κλασσικών συγγραφέων. Θα δίνει «κύρος» και σοβαροφάνεια στους μέτριους. Θα γίνει η κατάλληλη ύλη για τον λόγο ως «μνημείο» πια (ή μνήμα), όπως ήταν κάποτε η πέτρα και ο μπρούντζος…Από την άλλη δεν χρειάζεται να «φυσικοποιούμε» τις αναγνωστικές μας έξεις. Δεν θα διαβάζαμε πιο εύκολα μια τραγωδία του Ευριπίδη στα ειλητάρια ή τους παπύρους. Όσο για την συγκίνηση, ναι, μπορεί να είναι τέτοια και μεγαλύτερη μέσα από την οποιαδήποτε οθόνη…Εξάλλου, η ηλεκτρονική εξαΰλωση όχι μόνο του γράμματος αλλά και της εικόνας ή του ήχου είναι πιο κοντά στην φασματική / συμβολική φύση του ίδιου πνεύματος… [σ. 194]

GiannisPatilis-FotisTerzakis-GiorgosSagkriotis(Mistriotou23,25-12-1998)Ο Πατίλης δεν σταμάτησε στιγμή να πιστεύει στην δράση των ανεξάρτητων προσώπων και των μικρών ομάδων που αντιστέκονται στον γιγαντισμό των συμφερόντων και της επιζητούμενης ηγεμονίας τους στον πολιτισμό. Η συλλογή του είναι εμπνευστική, ενθαρρυντική, πολύτιμη. Και έχει απόλυτο δίκιο όταν γράφει ότι τέτοιες συναγωγές κειμένων από εκδότες λογοτεχνικών περιοδικών συμβάλλουν στην δημιουργία ενός διαλόγου για τους όρους μιας Νέας Ελεύθερης και Απελευθερωτικής Δημόσιας Εκφραστικής, που θέλει να πραγματώσει τα παλαιά ιδανικά του Μικρού Τύπου σε μια νέα συναρπαστική εποχή της ανθρωπότητας, κατά την οποία χιλιάδες πρόσωπα ή κοινότητες προσώπων σπεύδουν να κοινοποιήσουν τους προβληματισμούς τους, τις καλλιτεχνικές τους αναζητήσεις αλλά και τα μυχιότερα των συναισθημάτων τους.

LeyterisPoulios-GiannisPatilis-ZefiDaraki(2010)26 χρόνια, 12 τόμους, 52 τεύχη καὶ 9200 σελίδες άξιζαν τον κόπο. Κι εμείς, διατηρώντας στο μυαλό μας και στα όποια μας κατάστιχα δεκάδες από αυτές, ας είχαμε τον χρόνο να τις διαβάσουμε όλες, μια προς μία.

Εκδ. Ύψιλον, 2013, σελ. 285. Με 11σέλιδο ευρετήριο ονομάτων, προσώπων και πραγμάτων.

Στις φωτογραφίες μαζί με τον Γιάννη Πατίλη: Μαρώ Τριανταφύλλου – Ηρώ Νικοπούλου / Κωστής Παπαγιώργης / Φώτης Τερζάκης – Γιώργος Σαγκριώτης / Λευτέρης Πούλιος – Ζέφη Δαράκη.

Για το Μπονζάι και τα σχετικά τεύχη του Πλανόδιου βλ. αναρτήσεις για τα τεύχη 50 [Αμερικανικό Μπονζάι], 51 και 52 [Ελληνικό Μπονζάι]. Βλ. ακόμα τις παρουσιάσεις των τευχών 47 [Ρικάρντο Πίγλια κ.ά.] και 49 [Αντονέν Αρτώ κ.ά.].

Το Δέντρο, τεύχος 195-196 (Ιανουάριος 2014)

Δ1Πώς διαβάζουμε. Κριτήρια – ψευδείς Κανόνες. Το κείμενο, η ανάγνωση, το κοινό

«Παραλογοτεχνία»: έννοια παρούσα αλλά ασαφής και ρευστή, συνθήκη άπνοιας των ιδεών, περιοχή κοινών τόπων, εξομολογήσεων ή αισθηματολογίας, πεδίο που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια μιας δοκιμασμένης πνευματικότητας και έντεχνων αξιών, έκφραση συμπεριφορών συγγραφέων και κοινού: ιδού ορισμένες από τις πιθανές και εκφραζόμενες στο εκδοτικό σημείωμα όψεις ενός φαινομένου που αποτελεί αντικείμενο διαλόγου στο αφιερωματικό φάκελο του τρέχοντος τεύχους του Δέντρου. Από την μία πλευρά η πραγματική λογοτεχνία κοιτάζει εκείνο για το οποίο μένει ξένη και απαθής η παραλογοτεχνία, από την άλλη ένας μεγάλος περιφερειακός κόσμος στέκεται απέναντι σ’ αυτόν του λογοτεχνικού έργου και του έγκυρου αισθητηρίου. Και στη μέση ο μέσος αναγνώστης, ευτυχής που οι χαρακτήρες που συναντά στα παρ – αναγνώσματα (ας προσθέσω κι εγώ τον δικό μου όρο στην πάντα πλούσια λεξιλογία των εκδοτών) είναι πάντα αυτός ο ίδιος ή μοιάζει με τα πρόσωπα που ακούει και βλέπει γύρω του· σε ετούτη την αυτοβιογραφική συνθήκη δεν χρειάζεται να επικοινωνήσει με καμία ετερότητα.

Dino_Buzzati_1Για να ορίσουμε στις μέρες μας τι είναι παραλογοτεχνία πρέπει πρώτα να ορίσουμε τι είναι λογοτεχνία, προτείνει ο Ερρίκος Μπελιές σε συνομιλία του με τον Τάσο Γουδέλη, και προσπερνώντας τους στενούς ορισμούς λέει πως πρόκειται για την έκφραση η οποία εκμεταλλεύεται τις ήδη υπάρχουσες καταθέσεις γραφής και ανοίγει νέους δρόμους. Χρησιμοποιώντας το ενδεικτικό παράδειγμα της Βιρτζίνια Γουλφ, ο μεταφραστής υποστηρίζει πως ο συγγραφέας που έχει γνώση της παράδοσης και του μοντερνισμού, συν το ταλέντο, έχει να αρθρώσει κάτι, ενώ αν ξεκινάει από την ίδια την Γουλφ και την θραυσματικότητα της έκφρασης μένει εκεί στατικά και δεν αποδίδει. Για τον Μπελιέ οι διδάσκοντες την δημιουργική γραφή είναι οι «εκθεσάδες» του Γυμνασίου σε άλλη ηλικία, η θεματολογία στην Τέχνη δεν έχει όρια και ο συγγραφέας έχει ως στόχο να εκφράσει την δική του ανάγκη και όχι την ανάγκη των καιρών.

virginia woolfΟ Δημήτρης Ραυτόπουλος εντοπίζει ένα ενοιολογικό τέρας στην ίδια τη λέξη «παραλογοτεχνία», ιδίως αν υπολογίσει κανείς τις σημασίες του «παρά». Σε κάθε περίπτωση η παραλογοτεχνία υπήρχε πάντα, και η πρώτη πολεμική εναντίον της βρίσκεται στις «ευριπίδειες» κωμωδίες του Αριστοφάνη που ταυτίζει τους δύσμορφους και ανόητους βατράχους με τους «άθλιους ριμαδόρους της Αθήνας». Πώς γίνεται όμως και σήμερα πολλαπλασιάζεται η παραγωγή εκατοντάδων τίτλων και ειδών, ακόμα και εν μέσω οικονομικής κρίσης; Προσπερνώντας τους γνωστούς συντελεστές της αγοράς, ο Ραυτόπουλος στέκεται σ’ έναν παράγοντα που δεν πολυεξετάζεται, τον «κοινωνιοψυχολογικό»: Η μαζοποίηση του κοινωνικού ανθρώπου συμπορεύεται με τη μιντιακή αίγλη, τη λάμψη της δημοσιότητας, το πρότυπο του «αναγνωρίσιμου». Για να βγει από την ανωνυμία, για να ’χει τη δική του στιγμή διασημότητας, κάποιος σκοτώνει ανθρώπους. Άλλοι σκοτώνουν μόνο τη γλώσσα ή τον Αριστοτέλη, το Καντ, ακόμα και τον Λιοτάρ. Η ντόπια γραφομανία ίσως μπορεί να συνδεθεί και με την παρακμή της πολιτικής, της επανάστασης ή του ριζοσπαστισμού. [σ. 69]

Barthes-Milano1974Η Άννα Κουστινούδη στο κείμενό της Παραλογοτεχνία [Η παρανάγνωση του Κανόνα ή ο Κανόνας της παρανάγνωσης], εκκινεί από την Απόλαυση του Κειμένου με την οποία ο Ρολάν Μπαρτ επιχείρησε να ορίσει τη ουσία της συγγραφικής και αναγνωστικής απόλαυσης του ηδονικού /οργασμικού (la texte de jouissance) και όχι του απολαυστικού απλά (le texte de plaisir), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ηδονική /οργασμική διάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί ή να διατυπωθεί παρά μόνο να προκύψει και μάλιστα στιγμιαία μέσα από την αμφίδρομη σχέση συγγραφής – ανάγνωσης. Οι ρώσοι φορμαλιστές και οι εκπρόσωποι της σχολής της Φρανκφούρτης πρώτοι αποπειρώνται να ορίσουν την έννοια της «παραλογοτεχνίας», εισάγοντας τον όρο της «ανοικείωσης». Ένα εφήμερο λογοτεχνικό κείμενο…

…παράγεται και προσλαμβάνεται με τρόπο μηχανικό και αυτοματοποιημένο, χωρίς να προκαλεί στον αναγνώστη/τρια την αίσθηση της ανοικείωσης, μέσω της οποίας η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας της λογοτεχνίας οφείλει να ανατρέπει, να διασπά και να καταργεί την στερεοτυπική, ανυποψίαστη σχέση μας με αυτό που αντιλαμβανόμαστε ως οικεία πραγματικότητα. Η λογοτεχνία λοιπόν, σε αντίθεση με την παραλογοτεχνία, παραμορφώνει μέσα από το ανοικειωτικό της λεκτικό πρίσμα και τους γλωσσικούς μηχανισμούς της την αντίληψή μας για τα πράγματα και τον κόσμο… [σ. 55 – 56]

Κείμενα και συνομιJuan Bosch_λίες ανοίγουν θέματα, ξεδιπλώνουν όψεις και φωτίζουν γωνίες του ιδιαίτερου φαινομένου που καίει (και, επιτρέψτε μου, ενίοτε ζέχνει) πάνω στα γραφεία όλων των εμπλεκόμενων του λογοτεχνικού κόσμου. Ενδεικτικά ορισμένοι τίτλοι και τιτλούχοι: Στάντης Αποστολίδης – Εξ απαλών ονύχων προετοιμάζεται ο αναγνώστης παραλογοτεχνίας, Βενετία Αποστολίδου – Παραλογοτεχνία και λογοτεχνικό σύστημα, Γιώργος Αριστηνός – Το λούστρο μιας παστρικής λογοτεχνίας, Γιώργης Γιατρομανωλάκης – Στην άσκηση της λογοτεχνίας δεν υπάρχουν κανόνες, Γιάννης Δάλλας – Ο μέσος αναγνώστης έχει δημιουργήσει Κανόνα, Νίκος Δήμου – Τρεις (παρ)αναγνώσεις του Δον Κιχώτη, Πέτρος Μαρτινίδης – Παραλογοτεχνία ή παραναγνώστες;, Μαίρη Μικέ – Παραλογοτεχνία, Μιχαήλ Γ. Μπακογιάννης –  «Παραλογοτεχνία» και άδολη αναγνωστική τέρψη – ή μήπως όχι;, Ερρίκος Μπελιές – Έχει σημασία ο στόχος που θέτει εις εαυτόν ο συγγραφέας, Δημήτρης Ραυτόπουλος – Διόνυσος και Βάτραχοι, Μάνος Στεφανίδης – Πώς μπορούμε να πλοηγηθούμε…, Μίλτος Φραγκόπουλος – Λογοτεχνία – Παραλογοτεχνία: Ένας ατελεύτητος διάλογος κ.ά.

Benjamin1929Στο υπόλοιπο λογοτεχνικό σώμα, η λογοτεχνία με κεφαλαίο το λάμδα, χωρίς προθέσεις και προθέματα: διαλεχτά διηγήματα από τους Χουάν Μπος (του ιδιαίτερου Δομηνικανού συγγραφέα αλλά και πολιτικού, που φυλακίστηκε επί Τρουχίλο, εγκατέλειψε την χώρα, επανήλθε με την Δημοκρατία, έγινε Πρόεδρός της και απομακρύνθηκε εκ νέου από τις ΗΠΑ και την Εκκλησία), Ντίνο Μπουτζάτι, Ντονάτο Καρίζι, εξομολογητικά – δοκιμιακά κείμενα από τους Αντρέα Καμιλέρι και Ίαν ΜακΓιούαν, τέσσερα ποιήματα του Σέις Νόοτεμποομ (μτφ. Νάντια Πούλου), τρία ποιήματα της Αντριέν Ριτς (μτφ. Άννα Κουστινούδη). Κάπου ανάμεσα, ένα απόσπασμα από το κείμενο του Βάλτερ Μπένγιαμιν Αδειάζοντας τα ράφια της βιβλιοθήκης μου, μια εξομολόγηση για τον συλλέκτη βιβλίων που υπήρξε, με δηλωμένη πρόθεση να μας δείξει τη σχέση του συλλέκτη με τα συλλογή του, και περισσότερο με την συλλεκτική δράση παρά με την ίδια τη συλλογή. Εάν, όντως, κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, του συλλέκτη συνορεύει με το χάος των αναμνήσεων, γράφει ο γερμανός φιλόσοφος, όπως και για την συλλογή ως ορισμό της ακαταστασίας που, ενσωματωμένη σ’ αυτή τη συνήθεια, φαίνεται σαν τάξη, αλλά και για τον συλλέκτη που δεν προτάσσει την λειτουργική αξία ή την χρησιμότητα των αντικειμένων, αλλά την υποχρέωση που του εμπνέουν να τα μελετά και να τα αγαπά ως σκηνικό, ως θέατρο του ίδιου τους του πεπρωμένου.

cees-nooteboom- brasilia1968Στην εξίσου λογοτεχνική – με βάρος στην τέχνη του λόγου  – γαλαρία μας περιμένουν τα συνήθη ερεθιστικά μικρά και μεσαία κείμενα. Στο “Facebook” του ο Κώστας Μαυρουδής παρατηρεί, μεταξύ άλλων, τους διάφορους έκπληκτους με τον εντόπιο νεοναζισμό και απορεί για την αθωότητα της μέσης νοημοσύνης, που θεωρεί το «κακό» μια ηθική κατηγορία ξένη, ένα είδος εκτροπής, στον ανθρώπινο χαρακτήρα, αγνοώντας ότι «το κακό είναι ο θρίαμβός μας, τα διαπιστευτήρια της ζωής στην ύπαρξη, που ζητά επιβεβαίωση, τη χωρίς όρους συνομιλία με τον κόσμο». Θυμάται μάλιστα και τον Αλέξανδρο Κοτζιά, που είχε ανάλογα εκπλαγεί με την υποστήριξη της κοινής γνώμης σε άλλες, παλαιές δολοφονίες, μολονότι συγγραφέας, εξοικειωμένος δηλαδή με τα ανεντόπιστα σκοτάδια αυτού που λέμε ψυχή. Και μιλώντας για τον Κοτζιά, ο Μαυρουδής θυμάται ένα κείμενο του εκλιπόντα συγγραφέα με αφιέρωση προς τον Θ. Βοσταντζόγλου, συγγραφέα του περίφημου Αντιλεξικού, χωρίς να τον γνωρίζει προσωπικά. Ήταν η πρώτη φορά, μας ομολογεί, συναντούσε την περίπτωση ενός πεζογράφου να εξομολογείται ότι οφείλει χάριτες στις άψυχες σελίδες ενός λεξικού μ’ ένα νεύμα ευγνωμοσύνης σ’ αυτό το ογκώδες αρχείο των εννοιών. [176 σελ.]

Στις εικόνες: Dino Buzzati, Virginia Woolf, Roland Barthes [1974], Juan Bosch, Walter Benjamin [1929], Cees Nooteboom [1968].