Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.