(δε)κατα, τεύχος 44

COVER 44_

Αφιέρωμα Ειδήσεις

Ειδήσεις: Σε ποιον ανήκουν, ποιος τις φτιάχνει, από πού έρχονται; Σαράντα τέσσερις συγγραφείς και δημοσιογράφοι επιχειρούν να απαντήσουν με όλους τους τρόπους, μυθοπλαστικούς και μη. Με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι ειδήσεις από τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης – ειδησεογραφικά πρακτορεία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση -, δεν είναι απορίας άξιο ότι ο κόσμος έχει περιέλθει σε αξιολύπητη κατάσταση, γράφουν τα (δε)κατα στην εισαγωγή του αφιερώματος, με τίτλο οι ειδήσεις είναι η κρίση. Πράγματι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αμέτρητα συμβατικά, καλωδιακά αλλά και ιντερνετικά κανάλια εκφέρουν έναν λόγο και μια εικόνα που μετά βίας μοιάζει με «ειδήσεις», ενώ κατ’ ουσία είναι ρηχές ματιές σε συμβάντα. Είναι σα να παίζουν το ίδιο έργο, βασισμένο στην αρχή που λέει ότι κάθε θεατής πρέπει να στρέφεται σε μια οθόνη και να βρίσκει θέματα που γυαλίζουν και καθηλώνουν.

Μια ενδιαφέρουσα θέση εκφράζει ο David Jacobson στο κείμενό του Η τηλεόραση σου κάνει καλό. Η τηλεόραση κατηγορείται συνεχώς ότι ενθαρρύνει την απάθεια, την αδράνεια, την παθητικότητα, την δουλική υπακοή. Κανένας όμως δεν έχει παρατηρήσει την επίδρασή της σε εκείνους που τους είχαν στερήσει την δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια ποικιλία και χυδαιότητά της. Μπορεί αρχικά να προκαλέσει απογοήτευση και οργή στους αποκλεισμένους θεατές και συμμέτοχους στο παγκόσμιο ηλεκτρονικό καρναβάλι· στην συνέχεια όμως μπορεί να οδηγήσει σε δράση. Όταν βέβαια κερδίσουν την μάχη τους, είναι αλήθεια ότι μπορεί να γίνουν όπως όλοι εμείς οι υπόλοιποι.

A woman watches television in her house in the outskirts of Sudan's capital, Khartoum April 5, 2010. REUTERS/Zohra Bensemra (SUDAN - Tags: SOCIETY IMAGES OF THE DAY)

Οι κάτοικοι των χωρών του πρώην Σοβιετικού μπλοκ και οι Νοτιοαφρικανοί την εποχή του απαρτχάιντ εκδήλωσαν αυτή την κατάσταση. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό του πληθυσμού από κάθε σχετική πρόσβαση ως απόδειξη της ηθικής και πολιτιστικής του ανωτερότητας. Όφειλαν λοιπόν να είναι και ευγνώμονες στους πολιτικούς τους κυρίους που προαποφάσιζαν για λογαριασμό τους τι του ωφελούσε και τι όχι. Ο συγγραφέας θυμάται μερικούς κατηφείς ντόπιους σ’ ένα μπαρ στην Πράγα, να παρακολουθούν στην τηλεόραση μια ταινία που έδειχνε την παρακμή των Δυτικών· το ύφος τους έμοιαζε με εκείνων που ετοιμάζονται να περάσουν από μια εξέταση. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης της σοβιετικής αυτοκρατορίας, εργάτες στην Ανατολική Γερμανία αρνούνταν να εργαστούν σε περιοχές που δεν έφτανε το σήμα της δυτικογερμανικής τηλεόρασης.

Man Watching TV in a Bar, Detroit 1972

Αλλά εκείνο που του έκανε μεγαλύτερη εντύπωση στον συγγραφέα ήταν τα πρόσωπα των πρώην υπαλλήλων του καθεστώτος, στους οποίους είχαν επιρρίψει την ευθύνη των παραπτωμάτων του παρελθόντος και οι οποίοι ήταν πλέον ευπρόσδεκτοι σε τηλεοπτικές συζητήσεις από τις οποίες αποκλείονταν στο παρελθόν: Έμοιαζαν με παιδιά ξαμολημένα στο δρόμο. Που δεν χρειάζονταν πια να υπερασπιστούν τα αδικαιολόγητα, να εμφανίζονται πάντα με το προσωπείο του επίσημου ψεύτη, να φοβούνται τους φίλους στη χώρα τους περισσότερο από τους υποτιθέμενους εχθρούς της, που τώρα άρχισαν αν τους χαμογελάνε, να συζητάνε, να μιλάνε εφεξής για απαγορευμένα θέματα, να παραδέχονται τα λάθη του παρελθόντος. Το ίδιο συνέβαινε με τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική. Η ευχαρίστηση που αισθάνθηκαν όταν τους αντιμετώπισαν ως πραγματικούς ανθρώπους, όχι σαν αφύσικα τέρατα και απόκληρους, ήταν πασιφανής. Τουλάχιστον είχαν γίνει ξανά αποδεκτοί στο ανθρώπινο γένος. [σ. 53]

Φίλιππος Δρακονταειδής, Τάσος Καλούτσας, Χρύσα Φάντη, Δημήτρης Μίγγας, Μάριος Ποντίκας, Γιώργος Σκαμπαρδώνης κ.ά. στο διήγημα, Θανάσης Τριαρίδης, Θανάσης Χονδρός / Αλεξάνδρα Κατσιάνη, Γιάννης Τζώρτζης στο αφήγημα, Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ηλίας Γκρης, Κώστας Κουτσουρέλης, Χρήστος Μπουλώτης, Σοφία Διονυσοπούλου κ.ά. στην ποίηση συγγράφουν πλευρές των ειδήσεων, ενώ ο Γώργος Ρούβαλης ενώνει τις δυο ειδήσεις για τις τραγικές δολοφονίες του 1963 (Λαμπράκης – Κέννεντι) σε ένα κείμενο προσωπικής μνήμης.

News

Στο πεδίο των απόψεων και των εκτιμήσεων ο Μανώλης Παράσχος γράφει για την δημοσιογραφική αξία των ειδήσεων την ψηφιακή εποχή, ο Ben Bagdikian αναρωτιέται ποιος είναι κύριος της ενημέρωσης, ο Γιάννης Στρούμπας «τοποθετεί» την είδηση μεταξύ τραγωδίας και παρωδίας, ο Τάσος Τσακίρογλου επιχειρεί να αναπνεύσει υπό το τοξικό νέφος των ΜΜΕ, ο Δημήτρης Τζουμάκας παρακολουθεί «ειδήσεις με μανικιούρ στις οκτώ» και o Justin Fox παρακολουθεί τα νέα μονοπώλια του διαδικτύου και ιδίως το Facebook με την Google, που «ετοιμάζονται να μας πνίξουν, αν τους αφήσουμε». Και μιας και το έφερε η κουβέντα, αλιεύω από τον δεκατοδείκτη, την καθιερωμένη σελίδα – στήλη του περιοδικού, που παρουσιάζει κάθε φορά αδιανόητα δεδομένα από διάφορους τομείς, το έτος κατά το οποίο εικάζεται ότι θα κυκλοφορήσει η τελευταία εφημερίδα στην Αμερική είναι το 2034.

Σε άλλα που δεν φτάνουν ποτέ ως ειδήσεις, ο Θεοδόσης Πυλαρινός ερευνά την Αλληλογραφία Μενέλαου Λουντέμη – Αντώνη Μυστακίδη, η Μάρω Δούκα θυμάται ποιος ήταν ο Ασαντούρ Μπαχαριάν, ο Γιώργος Μπράμος επιχειρεί ένα υπαρξιακό πορτρέτο του επιστήθιου φίλου του Ανταίου Χρυσοστομίδη και το περιοδικό καταγράφει υποψηφίους, νικητές και σκεπτικά για το καθιερωμένο βραβείο των (δε)κάτων, The Athens Prize for Literature.

50s family

Το τεύχος περιλαμβάνει και μια εκτενή, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία του Ρωμανού Κοκκινάκη με τον Χρήστο Οικονόμου. Ο συγγραφέας αναφέρεται, εκτός πολλών άλλων, στην συνειδητοποίηση της μεγάλης γοητείας της γραφής που για τον ίδιο είναι η έκσταση της διαδικασίας να βγαίνει από τον εαυτό του και να γίνεται κάθε φορά κάποιος άλλος· να θέλει να ζήσει περισσότερες από μια ζωές, σα να μην του φτάνει η δική του. Γι’ αυτό και ποτέ δεν γοητεύθηκε από την ιδέα της ατέρμονης ενδοσκόπησης μέσω της λογοτεχνίας. Το στοίχημά του είναι να μπαίνει στην θέση του άλλου και να προσπαθεί να κάνει την ιστορία κομμάτι του εαυτού του αναγνώστη, μέρος της δικής του εμπειρίας.

Δεν χρειάζεται να είσαι άστεγος για να γράψεις μια καλή ιστορία για έναν άστεγο, όμως πρέπει να έχεις εκείνη την ακατανίκητη παρόρμηση να μπεις στη θέση ενός άστεγου, ή οποιουδήποτε άλλου, και να προσπαθήσεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, σε όλες τις ανεπαίσθητες και ιδιαίτερες εκδοχές του.

 [σ. 192]

Οι πρώτες δυο εικόνες: Τηλεθεατές στο Σουδάν [2015, Reuters / Zohra Bensemra] και στο Ντιτρόιτ [1972]

Δημήτρης Καλοκύρης – Τα σύνεργα της πλοιαρχίας, ήτοι η άλλη όχθη του Ανδρέα Εμπειρίκου

KALOKYRIS_SYNERGA_PLOIARXIAS_

Μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών

Κατά την περίοδο της δικτατορίας ο Εμπειρίκος βρισκόταν υπό το κράτος βαριάς κατάθλιψης, η οποία έγινε εντονότερη με την φυγή στο εξωτερικό πολλών φίλων του, όπως ο Ελύτης, ο Τσαρούχης και ο Νάνος Βαλαωρίτης, αλλά και λόγω της αυτοκτονίας του Γιώργου Μακρή. Η γνωριμία με τον Δημήτρη Καλοκύρη ήταν μια από τις λίγες φωτεινές στιγμές αυτής της ψυχικά και ηθικά δύσκολης περιόδου, όπως γράφει ο Λεωνίδας Εμπειρίκος στο εισαγωγικό του σημείωμα. Ο Καλοκύρης επισκέφτηκε τον Εμπειρίκο μαζί με τον Μίμη Σουλιώτη το 1971 και επέμεινε να τον πείσει να δημοσιεύσει ποιήματά του στο περιοδικό Τραμ που εξέδιδε, καθώς είχε πρόσφατα αρθεί η προληπτική λογοκρισία.

Τραμ 3 - 4_

Τελικά δημοσιεύτηκαν τρία ποιήματα στο «πολύπαθο» διπλό τεύχος 3/4 του περιοδικού (1972), που περιείχε και το ποίημα του Ηλία Πετρόπουλου «Το σώμα», για την δημοσίευση του οποίου ο Καλοκύρης δικάστηκε για παραβίαση του νόμου περί ασέμνων και φυλακίστηκε στην Δικαστική Φυλακή Θεσσαλονίκης. Ο Εμπειρίκος και ο Καλοκύρης ξαναβρέθηκαν σ’ ένα διεθνές βαγκόν-λι τραίνο προς την Θεσσαλονίκη και πέρασαν όλη την πολύφωτη νυχτερινή διαδρομή καπνίζοντας στον άδειο διάδρομο της πρώτης θέσης, ενώ μια αυτόνομη έκδοση στα τραμάκια δεν προχώρησε καθώς ο Εμπειρίκος παρέμενε απρόθυμος να δημοσιεύσει βιβλίο υπό το καθεστώς της δικτατορίας. Με τον θάνατό του, το 1975, που ο συγγραφέας έμαθε καθυστερημένα από παλιά εφημερίδα στο στρατόπεδο,  έλαβε τέλος και η ύστατη ενεργός συμμετοχή του στην ελληνική πρωτοπορία, οφειλόμενη εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό και την επιμονή του νεαρού Καλοκύρη.

Τραμ 3 - 4 εσώφυλλο_

Αυτός είναι και ο πυρήνας του βιβλίου: η ύστατη ενεργός συμμετοχή του Εμπειρίκου στην ελληνική πρωτοπορία, που οφείλεται εξ ολοκλήρου στον θαυμασμό του Καλοκύρη, που με τα ανοίγματά του στα νεότερα ρεύματα (που αγαπούσε αλλά και περιπλανούσε με τα Τραμ του) ενέπνευσε τον εβδομηντάχρονο ποιητή. Μια αντίστροφη επίδραση, μια οφειλή για την οφειλή. Πλέουμε μ’ ένα πολύτιμο τομίδιο σε κείμενα που έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως ο Χάρτης αλλά και ο Φωτογράφος, σε βιβλία του Καλοκύρη – Φωτορομάντσο, Πλώρη στον Εωσφόρο, Το μουσείο των αριθμών, Ποικίλη Ιστορία, σε ειδικές εκδόσεις και ακόμα ειδικότερα επίμετρα, ή αποτέλεσαν ανακοινώσεις συνεδρίων και αποκαλύψεις δελτίων τύπου.

Τα πρώτα κείμενα αφιερώνονται στα πλοκάμια της παραπάνω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσας ιστορίας, που καταγράφεται με την πλούσια λεξιπλαστική του συγγραφέα και εμπλουτίζεται με απολαυστικές και ανεκδοτολογικές πλευρές της συνύπαρξης. Για μια ενδεχόμενη έκδοση του Αργώ στα τραμάκια ο Εμπειρίκος είχε συντάξει και σχέδιο βιογραφικού σημειώματος, όπου έγραφε, μεταξύ άλλων, πως δημιουργούσε υπό το φως πάντα της ψυχανάλυσης και του υπερρεαλισμού, βαδίζοντας «όπως εκείνοι που εμπιστεύονται περισσότερο την πορεία τους στ’ αστέρια παρά στα σύνεργα της πλοιαρχίας».

Εμπειρίκος

Την εποχή που ξέσπασε η δικτατορία ο Εμπειρίκος ήταν εξήντα έξι ετών και είχε να πολλά χρόνια να βγάλει καινούργιο βιβλίο. Ο Ελύτης αργότερα θα σημείωνε ότι λίγοι γνώρισαν όσο εκείνος στα Δεκεμβριανά τις φρικαλεότητες της ομηρίας. Και τελικά η χούντα τον έκανε να σωπάσει οριστικά. Η στατιστική, γράφει πιο κάτω ο Καλοκύρης, αποδεικνύει ότι επί αυταρχικών καθεστώτων ευδοκιμούν τα εν Ελλάδι περιοδικά. Κι έτσι κι εκείνος με το Τραμ στο χέρι κατέβηκε να τον συναντήσει, παίζοντας με την φωτιά. Αν η πολιτική ορίζεται ως η τέχνη του εφικτού, η τέχνη μπορεί κάποτε να είναι η πολιτική του ανέφικτου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά) με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι.

Σε τι γοήτευσε ο Εμπειρίκος εκείνη την γενιά που ήταν αφοσιωμένη στο ροκ και στην πολιτική ενηλικίωση, μια νεολαία που τα ήθελε όλα και τα ήθελε τώρα; Αρχικά ήταν η γλώσσα: γεμάτη κρυμμένες αστραπές, συνδεδεμένη με μεταφράσεις σημαντικών έργων της εφηβείας αλλά και με κείμενα όπως του Παπαδιαμάντη και του Ροΐδη, που τώρα οδηγούσε στην καρδιά μιας μυθοπλασίας συνδυασμένης με λαϊκά αναγνώσματα αλλά γεμάτης χιούμορ και ειρωνεία που δεν σχολίαζε γεγονότα αλλά προκαλούσε γεγονότα. Ή όπως έγραψε ο Νάνος Βαλαωρίτης, «συνουσίασε κυριολεκτικά την καθαρεύουσα με την δημοτική».

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1924, Ελβετία

Έτερον στοιχείο γοητείας ήταν το μυστήριο του τεράστιου αδημοσίευτου ως τότε έργου του, αλλά και το συχνά ελευθεριάζον περιεχόμενο αρκετών κειμένων του, ακόμα και τα ίδια τα εύγλωττα αποσιωπητικά, σε εκείνα τα περίφημα εβύθισε το…του, εις το….της), μια αθωότητα που καταγόταν ίσως από τους φιλολογικά άγνωστούς μας ακόμα beat ποιητές, αλλά ήταν πολύ κοντά στο πνεύμα των επιγόνων τους και των συνομηλίκων μας: αυτών που έχτιζαν την ουτοπία των χίπις και της παράλιας μουσικής.

 Τραμ 3 - 4 πρώτη σελίδα_

Στα γραπτά του υπήρχε ένα κλίμα ανταρσίας, «μια έσω Ανταρσία κατά πάντων και πασών». Εκείνος έμοιαζε φορέας μιας φιλοσοφίας άμεσης, μακριά αλλά και κοντά ταυτόχρονα στα παγανιστικά και συνάμα αριστερόστροφα ενδιαφέροντα του κύκλου των νέων όπου ανήκε ο Καλοκύρης. Και αποδείκνυε ότι η λογοτεχνία δεν είναι υποχρεωτικά καταγραφή και μεταστοιχείωση θρήνων, καημών και ψυχικών τραυμάτων που με αυταρέσκεια μικρά ή ψεύτικα σεκλέτια γλυκερά σταλάζει. Ως προς την δήθεν ιδεολογική σύνδεση του Εμπειρίκου με την ιδεολογία του φασισμού (!) ο συγγραφέας τονίζει ότι οι σωματοφύλακες του λυρικού βασιλέως δεν ευκαιρούν ν’ ασχολούνται με τις γελοιότητες και τις ραδιουργίες των ποικιλώνυμων καρδιναλίων.

Εμπειρίκ 2ος

Το κείμενο Η άλλη όχθη αναφέρεται στην ουτοπία της Άλλης Όχθης, που υπήρξε ένα διαρκές αίτημα του στοχασμού και της τέχνης. Εδώ ο Καλοκύρης συναρμογεί περίτεχνα την Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού, την Σοφία Σπανούδη και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη μέχρι τον Γιώργο Σαραντάρη που απευθυνόταν στους φίλους μιας άλλης χαράς και τον Μίλτο Σαχτούρη που επέγραφε ένα βιβλίο του Η χαρά στον άλλο δρόμο, καθώς η ευτυχία που είναι πάντα στην αντίπερα όχθη, σύμφωνα και με την περίφημη Αλκυόνη του Ντ’ Αννούντσιο.  Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού». Κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007_

Η γλώσσα του Υπερσιβηρικού συμπλέει με τον πολύτομο και ιθυφαλλικό Μεγάλο Ανατολικό, περιορίζοντας τον ορισμό κάθε μελλοντικής ελληνικής πεζογραφίας σε «σύμπτυξη θαμπής ατμομηχανής», καθότι υπήρξε μια μορφή Υπερσιβηρικού της Γλώσσας ή μια έσχατη εκδοχή του Έπους των Σοδόμων. Το βιβλίο περιλαμβάνει και την καταγραφή μιας δημόσιας συζήτησης του Λεωνίδα Εμπειρίκου με τον Δημήτρη Καλοκύρη και άλλους σύνεδρους που φωτίζει οριστικά σκοτεινές, αμφιλεγόμενες και παρερμηνευμένες πλευρές: για την «θρησκευτικότητα» του ποιητή, τον μύθο του πάμπλουτου ποιητή, το χρονικό της ομηρίας του στα Δεκεμβριανά, τον τρόπο με τον οποίο δημοσίευε και άλλα πολλά.

Αμαρυλλίς_

Ένα ενδεχόμενο αμφίβιο αναφέρεται στο παράδοξο εκ πρώτης όψεως ζεύγμα Εμπειρίκου και Καζαντζάκη. Σταχυολογώ από τις πλείστες ομοιότητες: υπήρξαν σοσιαλιστές με τον τρόπο τους αλλά επέστρεψαν κρυφά απογοητευμένοι από την Σοβιετική Ένωση, είχαν εμμονή στο πρόσωπο του Χριστού καίτοι δηλωμένοι άθεοι, αντέτειναν στην Κατάνυξη την Έξαρση, έγραψαν δυο μείζονα εκτεταμένα έργα – τον Μεγάλο Ανατολικό και την Οδύσσεια, τα οποία έχουν το αρνητικό προνόμιο να μιλούν όλοι γι’ αυτά χωρίς να τα έχει αντέξει ως το τέλος σχεδόν κανείς, αμφότεροι βίωσαν βαθύτατη κατάθλιψη και επεδίωξαν πλήρη απομόνωση, αλλά πάνω απ’ όλα:

O συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε

«Ποια θα ναι η μορφή της νέας Αγάπης;» συλλογίζεται ο Καζαντζάκης. Γιατί ανύψωση του ανθρώπου χωρίς να ’χει βάση την Αγάπη δεν μπορεί να νοηθεί. / Και ο Εμπειρίκος: «Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη».

Εκδ. Άγρα, 2013, σελ. 122.

Στις εικόνες, το περίφημο τεύχος του Τραμ που βρέθηκε εύοσμο και καταδιαβασμένο στην ουτοπική πτέρυγα του Πανδοχείου, Εμπειρίκος – Φωτοφράκτης, συντροφία με Αντρέ Μπρετόν, Ντιέγκο Ριβιέρα και Λέων Τρότσκι, Εμπειρίκος τρίκυκλος εις Ελβετία, «Το ναυάγιο του Μεγάλου Ανατολικού» – κολάζ (μελάνι και χαρτί) του Δημήτρη Καλοκύρη, 2007, και ο συγγραφέας καθώς διαβάζει τον συγγραφέα που συνέγραψε.