Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

Εντευκτήριο, τεύχος 107 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014) [κυκλοφ. 27 Ιουλίου 2015]

107 COVER

Σκόπευα να γράψω την ποίηση εκείνων των ανθρώπων, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνουν οι ίδιοι. Και ήταν πολύ περίεργο: όταν οι υπόλοιποι εργάτες μου έλεγαν, ξέρεις, «Τι κάνεις», κι εγώ απαντούσα «Γράφω ποίηση», κανένας δεν με κορόιδευε… 

ανέφερε σε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ο Philip Levine, ο ποιητής έμαθε να διαμορφώνει την ποιητική του μέσα στον κόσμο της ζοφερής εργατικής πραγματικότητας στις βιομηχανουπόλεις της Αμερικής. Ο ποιητής παρουσιάζεται και μεταφράζεται από τον Γιάννη Σκαραγκά. Σε μια άλλη πλευρά της αμερικανικής γραφής ο Τζέιμς Σόλτερ, υπήρξε ένας ένας ιδιαίτερα σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα συγγραφέας, ο οποίος μετά την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου (Οι κυνηγοί, 1957) παραιτήθηκε από την αεροπορία για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμο, που τίμησε ως τον πρόσφατο θάνατό του. Στο τεύχος δημοσιεύεται ένα διήγημά του.

james salter

Και καθώς αρνείται να με κοιτάξει, παίρνω το δικαίωμα να προβάλω στη σιωπηλή παρουσία του, εκεί, απέναντί μου, τις δικές μου σκέψεις, φόβους, αγωνίες, ελπίδες, σκάλισμα πληγών και αναψηλαφίσεις ιδεών, τις δικές μου εν τέλει ανάγκες. Όση ώρα κι αν μείνω, οι κινήσεις του δεν θ’ αλλάξουν, θα ράβει έτσι ακούραστος για ώρες και για μέρες τα τετράγωνα και θα φυλακίζει το μαλλί μέσα στο μετάξι, λοφίσκο τον λοφίσκο, οι πλαγιές του από ράμμα σε ράμμα, μπακλαβαδωτό το πάπλωμα, ως το κέντρο, ένα «μικρό» θαύμα τέχνης και τεχνικής. Απομακρύνθηκα Τον κράτησα μέσα μου…

Ένας Ράφτης στη Σιδώνα ενεργοποιεί την πένα της Νίκης Τρουλλινού, σ’ ένα καμαρωτό μαγαζάκι με λιγδιασμένους τοίχους από βρώμα και υγρασία μαζί, σ’ ένα μισοσκότεινο σουκ κι εκείνη, καθώς αναρωτιέται, τι να κάνει ο ράφτης εκείνος τώρα που έχει τελειώσει ο εμφύλιος του λιβάνου και μέχρι πού μπορεί να έχουν φτάσει τα παπλώματά του, τον κάνει αφήγηση που φτάνει ως εμάς.

AppleMark

Οι μαστοί σου Ιωάννα τρούλοι εκκλησίας, δέχονται το σώμα μου στην ψαλμωδία των αφανισμών, οι ρώγες σου ράμφη αρπακτικών με ρίχνουν σε άγριους σπασμούς μέχρι να με ξεκάνουν. […] Το σώμα σου Ιωάννα μια λεωφόρος όπου κυκλοφορώ με ταχύτητα φωτός, το σώμα σου ένα πλοίο με ταξιδεύει κι ο ήλιος σου σιγά σιγά μού κλείνει τις πληγές, με δέχεσαι όπως κάποιος που για χρόνια ήταν χαμένος και με αναγνώρισες.

Πόσο παράξενο να ξαναδιαβάσω ένα απόσπασμα που είχα αποθησαυρίσει χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν είχα πάρει το μικρό πεζό βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη [εκδ. Στιγμή, 1985]. Τώρα το απόσπασμα εντάσσεται μεταξύ άλλων σε μια «επίσκεψη» στην ποίηση του συγγραφέα, δια χειρός Δημήτρη Κόκορη, ο οποιος διατρέχει το σύνολο του ποιητικού έργου του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, «η ποιητική έκφραση» του οποίου, όπως γράφει, «είναι συγκινησιακά λειτουργική και υποβλητική. Εκδιώκει κάθε ίχνος ρητορικής εκζήτησης, απέχει από τους όρους της κομψευόμενης λεκτικής γλαφυρότητας και κινείται στην απογυμνωμένη άλω του ποιητικού ρεαλισμού».

-black-bart by sean lewis

Στον πεζογραφικό κορμό του τεύχους δημοσιεύουν κείμενα οι Τάσος Καλούτσας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μισέλ Φάις, Γιώργος Γκόζης, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Έλενα Τσαγκαράκη, Νίκη Τρουλλινού, Απόστολος Στραγαλινός, Κίμων Καλαμάρας, Δημήτρης Πετσετίδης  και Ειρήνη Καραγιαννίδου. Εδώ γύρω ανακαλύπτουμε δέκα απολαυστικά μικροδιηγήματά της Αργεντινής Άνα Μαρία Σούα (μτφ. Γιάννης Παλαβός). Η ποίηση όπως πάντα παντού παρούσα: Ντον Σκόφιλντ, Φρανκ Ο’Χάρα, Πάτρικ Φίλιπς, Βασίλης Αμανατίδης, Παναγιώτης Ιωαννίδης Σταμάτης Πολενάκης και Γιώργος Βέης. Ο τελευταίος μεταφράζει και δύο σύντομα ποιήματα του Charles Earl Bowls, ποιητή του 19ου αιώνα που άλλαξε πολλά ονόματα, ένα εκ των οποίων,  Μπλακ Μπαρτ ο ποιητής, χρησιμοποιούσε στην αρχή της δράσης του ως … ληστής ταχυδρομικών αμαξών.

Στα μη μυθοπλαστικά αλλά ιδιαζόντως λογοτεχνικά, ένα σύντομο δοκίμιο του Φερνάντο Σορεντίνο εκκινεί από την μετάφραση ενός ποιήματος του 20χρονου Πάμπλο Νερούδα και τιτλοφορείται «Καλύτερα να κοιτάς τ’ αστέρια παρά να βλέπεις αστεράκια ή Γιατί δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τυφλά το ίντερνετ» (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), ο Θανάσης Θ. Νιάρχος συνεχίζει να ξεφυλλίζει τις σελίδες του ημερολογίου του και η  προσφιλής μας ταξιδιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου γράφει για τα μάτια των βεδουίνων του Wadi Rum της Ιορδανίας, μάτια που μιλάνε όλες τις γλώσσες του κόσμου, των ανθρώπων και των ζώων, χαμογελούν αβίαστα και ανυπόκριτα, δεν φανερώνουν αγωνία για την επιβίωση, αρκούνται στα ελάχιστα που είναι τα πάντα.

Ana Maria Shua

Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό κοσμεί ζωγραφική της Ελευθερίας Στόικου και η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που διευθύνει από το 1988 ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζει έργα της Γαλλίδας φωτογράφου Flora.

[176 σελ.]

Στις εικόνες: James Salter, Philip Levine, Charles Earl Bowles / Black Bart (έργο του Sean Lewis) και Ana Maria Shua.