Γκράχαμ Γκρην – Οι θεατρίνοι

ex_THEATRINOI_Graham Greene_polis

Η τραγικότητα μιας κοσμοπολίτικης αποικιοκρατίας

Γιατί βρισκόμουν εδώ; Βρισκόμουν εξαιτίας μιας καρτ – ποστάλ από τη μητέρα μου που θα μπορούσε άνετα να είχε χαθεί –  σε οποιοδήποτε καζίνο οι πιθανότητες δεν γίνονταν να είναι μεγαλύτερες. Υπάρχουν άνθρωποι που ανήκουν αναπόσπαστα σε μια χώρα από την ώρα που γεννιούνται, που ο δεσμός τους παραμένει άρρηκτος από την ακόμα κι όταν την εγκαταλείπουν. Και υπάρχουν κι όσοι ανήκουν σε μια επαρχία, σε μια κομητεία, σε ένα χωριό, αλλά εγώ δεν μπορούσα να νιώσω το παραμικρό δέσιμο με τα εκατόν τόσα τετραγωνικά χιλιόμετρα γύρω από τους κήπους και τα βουλεβάρτα του Μόντε Κάρλο, μιας πόλης περαστικών. Μεγαλύτερο δεσμό αισθανόμουν εδώ, μ’ αυτή την εξαθλιωμένη χώρα του τρόμου, που διάλεξε για μένα η τύχη. [σ. 301]

Είναι οι φράσεις που εκφράζουν ιδανικά την ιδιοσυγκρασία των χαρακτήρων που υποκρίνονται εαυτούς και άλλους στο θέατρο που διαδραματίζεται εδώ. Και είναι και μια μορφή εξομολόγησης που ακόμα κι όταν δεν μονολογεί όπως εδώ ο αφηγητής πάντα έχει στην άκρη της σκέψη του. Και πράγματι, ο κύριος Μπράουν, ιδιοκτήτης κληρονομηθέντος ξενοδοχείου στο Πορτ – ω – Πρενς, επιμένει να ζει στον τρομερό τόπο που του επιφύλαξε όχι μόνο η τύχη αλλά και ο ίδιος του ο περιπλανώμενος ψυχισμός.

Graham Greene 1

Τα διαπιστευτήρια και τα επισκεπτήρια των υπόλοιπων συμπαικτών του στο πολιτικό θέατρο του παράλογου αλλά και της μανιασμένης ατομικής φιλοδοξίας κατατίθενται εν πλω, στα καταστρώματα και στα σαλόνια της Μήδειας, ενός φορτηγού πλοίου που ταξιδεύει προς την Αϊτή. Δεν πρόκειται για μια φωτεινό, εξωτικό προορισμό, με τον οποίο έχει απατηλά ταυτιστεί στα συλλογικά υποσυνείδητα των Δυτικών, αλλά για την εφιαλτική δικτατορική επικράτεια του Ντυβαλιέ (Πάπα Ντοκ), των αρχών της δεκαετίας του ’60. Από την μία ο κύριος και η κυρία Σμιθ, πρώην υποψήφιο προεδρικό ζεύγος, δηλώνουν σταυροφόροι της χορτοφαγίας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί πράγματι αυτή να εξαλείψει την βιαιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς· από την άλλη ο «ταγματάρχης» κύριος Τζόουνς, αυτοαποκαλούμενος βετεράνος του πολέμου της Βιρμανίας, δηλώνει με κάθε τρόπο τον ριψοκίνδυνο αντικομφορμισμό του σ’ έναν κόσμο συμβιβασμένων.

Haiti

Αυτή η πρώτη τριμερής διάκριση μοιάζει τόσο ενδιαφέρουσα όσο και επίπλαστη: ο μοναχικός τυχοδιώκτης, ο ορθόδοξος, ειρηνικός χαρακτήρας και ο ανορθόδοξος πολεμιστής, όλοι με σκοτεινά παρελθόντα και αμφίβολα μέλλοντα, μοιάζουν να έχουν μοιράσει ρόλους και ιδιότητες υπό την καθοδήγηση του ενορχηστρωτή – του συγγραφέα ή της ίδιας τους της μοίρας. Είναι ακριβώς οι ίδιες οι συγκυρίες που τους έχουν πλάσει στην μορφή με την οποία εμφανίζονται τώρα στο ζοφερό νησί.

duvalier

Προτού δούμε ως σημερινοί πλέον αναγνώστες πώς λειτουργεί η γραφή του Γκρην εν έτει 2015, έχουμε ήδη προσκληθεί στην πάντα πειστική, κινηματογραφική ατμόσφαιρα της ιστορίας του. Και σίγουρα οι σελίδες του καταστρώματος, όπου γίνεται και η πρώτη γνωριμία των ηρώων, έχουν πάντα μια γοητεία, αλλά είναι η ίδια η απόβαση στο νησί που ενεργοποιεί το μόνιμο, πηχτό σκοτάδι, στο οποίο έχει βουτήξει την χώρα το καθεστώς του Ντυβαλιέ. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η παρουσία τους στο έρημο ξενοδοχείο ενεργοποιεί ήδη τα αντανακλαστικά των σκοτεινών πολιτικών δυνάμεών αλλά και της ανεξέλεγκτης παρουσίας των παραστρατιωτικών του ομάδων. Οι τελευταίοι εκτός από δολοφονικές μηχανές, ακολουθούν μια παρά φύσιν βουντού δεισιδαιμονία που ενίσχυσε σε πιστούς και άπιστους υποτελείς ο διεφθαρμένος δικτάτορας. Άλλωστε οι ίδιες οι βουντού τελετές μοιάζουν να διαδραματίζουν μέγιστο ρόλο στην ιδιωτική και την δημόσια ζωή της Αϊτής.

Graham Greene 3

Ο αφηγητής γνωρίζει ότι στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων υπάρχει ένα σημείο χωρίς επιστροφή, το οποίο περνάει απαρατήρητο – και σίγουρα αυτό το σημείο αφορά και τον αδιέξοδο έρωτά του. Στην Αϊτή δεν τον περιμένει μόνο ένα έρημο ξενοδοχείο αλλά κι ένας εξίσου έρημος ερωτικός δεσμός, με την Μάρτα, σύζυγο ενός διπλωμάτη. Οι σελίδες που περιγράφουν τις συναντήσεις τους κάτω από το άγαλμα του Κολόμβου και αλλού είναι από τις πλέον κινηματογραφικές. Εγκλωβισμένη για χρόνια στο νησί, περιορισμένη από τις συνεχείς απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ματαιωμένη σε μια συμβιβασμένη συζυγική σχέση και σε μια δύσκολη μητρότητα, είναι η απόλυτα μοιραία γυναίκα για τον μοναχικό Μπράουν.

The-Comedians2

Πέρασαν τέσσερις εβδομάδες προτού ξυπνήσω δυστυχισμένος σ’ ένα δωμάτιο με κλιματισμό στη Δυτική 44η οδό της ΝέαςΥόρκης, αφού ονειρεύτηκα ένα κουβάρι από χέρια και πόδια σ’ ένα Πεζώ και ένα άγαλμα που ατένιζε τη θάλασσα. Τότε συνειδητοποίησα πως αργά ή γρήγορα θα γύριζα πίσω, όταν το πείσμα μου ξεθύμαινε, η επιχειρηματική μου συμφωνία αποτύχαινε, και αντιλαμβανόταν ότι μισή φραντζόλα ψωμί φαγωμένη μέσα στον φόβο ήταν προτιμότερη από την απόλυτη ένδεια. [σ. 134]

François Duvalier, May 1957, Haiti.

Ο «στρατιωτικός» (που σύμφωνα με τον αφηγητή μιλάει μια παράξενη, ξεπερασμένη αργκό ξεπερασμένη, σα να την έχει μελετήσει στην παλιά έκδοση κάποιου λεξικού) πηγαίνει ακόμα πιο μακριά βήματα στο θράσος και την αυτοπεποίθηση, ξεχνώντας ότι ακριβώς ο πολεμικός – στρατιωτικός χαρακτήρας του καθεστώτος ετοιμάζεται να τον απορροφήσει μοιραία και οριστικά. Το παρολίγον προεδρικό ζεύγος δεν επέχει θέση κομπάρσου. Το ταξίδι τους σχετίζεται με την ιδέα μιας χορτοφαγικής και ευρύτερα οικολογικής επένδυσης: μια σχετική επιχείρηση στην φαραωνική πόλη Ντυβάλιεβιλ. Το κέντρο χορτοφαγίας σχεδιάζεται να κατασκευαστεί σύμφωνα με ένα σχέδιο – απάτη, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παρέχει εγγύηση για τους μισθούς των εργατών, οι οποίοι θα πληρώνονται πολύ λιγότερο, προτού απολυθούν στο τέλος του μήνα, αφήνοντας το γιαπί έρημο και τους μισθούς στην τσέπη των επιτήδειων, μέχρι να προσληφθεί νέα φουρνιά αργότερα για να ολοκληρώσει το έργο. Αντιλαμβάνεται κανείς πόσο πρώιμα εκφράζει ο συγγραφέας την σύγχρονη παγιωμένη κατάσταση των «μη κερδοσκοπικών οργανώσεων».

Graham Greene 4Ίσως είναι περιττό να τονιστεί ότι εδώ ο Γκρην γράφει όπως πάντα και διαβάζεται ως ο παλιός καλός λογοτέχνης που κατασκευάζει δομές ως επιδέξιος αρχιτέκτων, αυξομειώνει ρυθμούς ως πεπειραμένος μαέστρος, ζευγαρώνει και τριπλοζευγαρώνει ιστορίες ως ικανός συγγραφέας. Και φυσικά στήνει την πλοκή  με αληθινά γεγονότα ακόμη και με πρόσωπα που γνώρισε κατά την παραμονή του στο νησί. Ο Μπράουν αποτελεί το άλτερ έγκο του. Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εργαστηριακή του εισαγωγή, το «εγώ» δεν είναι ο μοναδικός φανταστικός χαρακτήρας· μείζονες και ελάσσονες ήρωες έχουν αποκτήσει χαρακτηριστικά που συγχωνεύτηκαν στο μαγειρείο του ασυνείδητου και επανεμφανίζονται αγνώριστα, ώστε ούτε ο ίδιος ο μάγειρας δεν τα αντιλαμβάνεται.

haiti - 1951

Ο κοσμοπολιτισμός και η αναζήτηση μιας άλλης ζωής στα πέρατα του ασφαλούς κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, είναι μόνο η μια όψη του νομίσματος. Στην άλλη πλευρά αποτυπώνεται η βουλιμική επιθυμία του δυτικού ανθρώπου να κυριαρχήσει σε μια χώρα – πείραμα. Η Αϊτή είναι ένα πεδίο ανοιχτό στα πάντα, συνεπώς και στα δικά τους μεγαλεπήβολα επιχειρηματικά και άλλα σχέδια. Πιστεύουν ότι θα είναι ευπρόσδεκτοι, εφόσον δεν προτίθενται να εναντιωθούν στο καθεστώς αλλά να επενδύσουν στις παρυφές μιας νέας χώρας υπό ανάπτυξη. Μόνο που στην Αϊτή του διεστραμμένου «δόκτορος» Ντυβαλιέ είναι αδύνατον η νύχτα να γίνει πιο σκοτεινή και σύντομα θα διαψευστούν. Κάποιος θα βρεθεί πρόωρα στην φυλακή, κάποιος άλλος δεν θα αντέξει για πολύ την νομιμοφροσύνη του στο καθεστώς. Άλλη μια πολιτικά αφυπνισμένη μορφή ετοιμάζεται να προστεθεί στην σχετική πινακοθήκη.

haiti direct

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, σελ. 398. Με 193 σημειώσεις της μεταφράστριας [Graham Greene, The Comedians, 1966].

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 44, χειμώνας 2015 – 2015.

Στις εικόνες: H Αϊτή στις δεκαετίες του 1950 και 1960, ο δικτάτορας σε ελενίτ αυλή και σε γραμματόσημο, ο συγγραφέας και ο δίσκος Haiti Direct: Big Band, Mini Jazz & Twoubadou Sounds, 1960-1978, μια ιδανική εισαγωγή στην Αϊτινή μουσική πριν και κατά την διάρκεια των καθεστώτων του Ντυβαλιέ.

Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.