Angel de la Calle – Tina Modotti. Από Την Τέχνη Στην Επανάσταση

modotti_exof_siteΕάν μαζέψεις αυτές τις φωτογραφίες, σχηματίζουν ένα παζλ που αφηγείται το Μεξικό. Κάτι τέτοιο αναζητώ στη λογοτεχνία…ψήγματα, διαφορετικές ματιές που, όταν προστίθενται, αποδίδουν την πραγματικότητα, δίνοντας ζωή σε ένα…μυθιστόρημα!

Ο συγγραφέας που όχι απλά εκπλήσσεται αλλά και εμπνέεται για ένα μοντέρνο είδος μυθιστορήματος είναι ο Τζον Ντος Πάσος και οι φωτογραφίες ανήκουν στην φωτογράφο Τίνα Μοντότι, σύντροφο τότε του Χαβιέ Γκερέρο, μεξικανού κομμουνιστή στα χρόνια της δεκαετίας του ’20 τον οποίο και επισκέφτηκε ο αμερικανός λογοτέχνης. Πράγματι, οι φωτογραφίες της Μοντότι, τραβηγμένες πάντα σε φυσικό φως με μια graflex χειρός, ακολούθησαν την τέχνη του δασκάλου της, του μοντέρνου αμερικανού φωτογράφου Έντουαρντ Γουέστον αλλά την επέκτειναν και την ενστάλαξαν στην σκληρή και ελπιδοφόρα μεξικανική πραγματικότητα.

Weston_Tina-ModottiΠοια ήταν όμως η Μοντότι στην οποία αφιερώνεται το πολυσέλιδο αυτό graphic novel; Μια μοναδική γυναικεία προσωπικότητα, μια πρωτοποριακή φωτογράφος, ένας ερωτικότατος άνθρωπος, μια πολιτικά στρατευμένη καλλιτέχνις, μια ακούραστη αγωνίστρια. Παιδί ιταλών μεταναστών στις ΗΠΑ, ξεκίνησε ως ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου και μοντέλο αλλά άφησε το θέαμα για την δική της δημιουργία πάνω στα ουσιαστικότερα της ζωής. Η Μοντότι ήταν παρούσα παντού στα χρόνια του 1920 και του 1930, έζησε τις ιστορίες που έγιναν η Ιστορία, αναζήτησε την αξιοπρέπεια στον αγώνα, έζησε σε αναβράζουσες πόλεις και γνώρισε όλους όσους ήταν σημαντικοί, τους ξακουστούς και τους ανώνυμους, τον Χέμινγουεϊ και τους νεαρούς σοσιαλιστές από τη Βιέννη, τον Αιζενστάιν και τους ανήλικους Αστουριανούς, τον Έγκον Κις και τους τελευταίους λαθραίους κομμουνιστές στο Βερολίνο, όπως γράφει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο, φίλος και συνεργάτης του συγγραφέα.

Σύμφωνα με τον Τάιμπο το βιβλtumblr_lj5tgnYIKa1qcl8ymo1_1280ίο αποκρίνεται σε δυο ερωτήματα – παγίδες: πώς να μιλήσεις για αυτή την γυναίκα και πώς να την μεταπλάσεις σε εικονογραφημένο σχέδιο. Το στοίχημα αφορά τα αφηγηματικά όρια ενός κόμικ, την μετατροπή της διήγησης σε βιογράφηση, την προσωπική εμπλοκή του βιογράφου. Εδώ διακρίνει επιρροές του φίλου του από την μεξικανική θεωρία της Ιστορίας (δηλαδή την θεώρησή της ως εύπλαστού υλικού που μπερδεύεται με το σήμερα και συγκροτεί σε ενιαία αφήγηση παρόν και παρελθόν) και εξομολογείται την σφοδρή του επιθυμία να ήταν ο σεναριογράφος της ιστορίας – έχουν άλλωστε ήδη εργαστεί μαζί σε εικονογραφημένη νουβέλα για τους Πάντσο Βίγια και … Ντάσιελ Χάμετ.

Tina-Modotti-by-Edward-Weston-1923Πράγματι, de la Calle και Τάιμπο παίρνουν τον δικό τους διακριτικό ρόλο στην αφήγηση που αρχίζει από το μετεπαναστατικό Μεξικό, όπου βρέθηκε η Μοντότι στις αρχές του ’20. Η σταδιακή ένταξή της στην πολιτιστική και πολιτική μποέμ και αβανγκάρντ σκιτσάρεται με ιδανικό τρόπο στις αρχικές σελίδες του βιβλίου. Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν από το σπίτι της, από τον Ντιέγκο Ριβέρα που την χρησιμοποιεί ως μοντέλο και την εντάσσει σε τοιχογραφίες του ως την Αλεξάντρα Κολοντάϊ και άλλους στρατευμένους της κομμουνιστικής ιδέας. Η Μοντότι βρίσκεται μπροστά σε ένα μεγάλο βήμα· μπορεί η εξωτερική όψη του προοδευτικού κύκλου να ήταν γεμάτη καλλιτέχνες και διανοούμενους, όμως η καθημερινή στράτευση ήταν σκληρή και επικίνδυνη, γεμάτη από αιματοβαμμένα σώματα αγωνιστών ή απεργών δολοφονημένων από τον μεξικανικό στρατό ή από πιστολέρος πληρωμένους από γαιοκτήμονες και εργοδότες.

woman with flag [mexico 1926]Αλλά και πριν την πολιτική της ένταξη, η μεξικανική κοινωνία την είχε ήδη αντιπαθήσει ως γυμνό μοντέλο αλλά και ως μια μοντέρνα γυναίκα που απολαμβάνει τους έρωτές της και αδιαφορεί για κάθε στερεότυπο του φύλου της. Είναι χαρακτηριστική η συνομιλία με φίλη της: ο τρόπος ζωής της, το ντύσιμό της, τα γυμνά της έργα, ενόχλησαν της καθολική αστική τάξη περισσότερο από δεκάδες διαδηλώσεις με δρεπάνια και σφυριά· ακόμα και στο Κόμμα λίγα πράγματα μένουν για τις γυναίκες· άλλωστε καμία δεν φτάνει ποτέ ως την Κεντρική Επιτροπή. Όπως αλλού σχολιάζει μια άλλη παράπλευρη παρουσία, η νέα της εμφάνιση ως γκρίζας και θλιμμένης κομμουνίστριας ερχόταν σε εμφανή αντίθεση με τους καλλιτέχνες καλεσμένους της.

Tina Modotti en la calle Altamirano. Ο κύβος όμως είχε ήδη ριφθεί. Το 1930 η Μοντότι εκδιώχθηκε από το Μεξικό, ταξίδεψε φρουρούμενη ως το Ρόττερνταμ, πέρασε από το Βερολίνο, έφτασε στην Ιταλία όπου εντάχθηκε στο αντιφασιστικό κίνημα και τελικά έφυγε για την Μόσχα το 1931. Εκεί σταματούν οι φωτογραφίες της. Ο τελευταίος της αγώνας για καλύτερη ζωή δεν μπορούσε παρά να γίνει στον Ισπανικό Εμφύλιο· μετά την ήττα, έφυγε με ψευδώνυμο στο Μεξικό, όπου και πέθανε εξαντλημένη από την καρδιά της. Ακόμα και στις οριακές ιστορικές στιγμές δεν έπαψε να ζει τον έρωτα με συναγωνιστές και συ-στοχαστές.

Tina Modotti Mexico City's pulquería La Palanca in 1926.Οι σελίδες αφυκτιούν από τα μικρά καρέ του de la Calle που αποδίδουν ολόκληρους κόσμους με μαεστρικά σκίτσα γεμάτα πυκνές γραμμές και ευφάνταστη εικονογραφία· ο Τάιμπο χαρακτηρίζει την τέχνη του πρωτότυπο νέο – μάνγκα, με προσωπικά μπαρόκ στοιχεία. Γοητευμένος κι αυτός από αυτή την σπάνια προσωπικότητα, αναρωτιέται αν τον ελκύει τον γεγονός πως πίσω της φουντώνουν οι διωγμοί, οι δυσκολίες, η ατυχία, η μόνιμη καταδίωξη, η ηθική μιας ιδέας που ηττήθηκε από την σταλινική αυταρχικότητα, μια ιστορία ηρώων από τον Ζαπάτα, την Λάικα, τον Ντουρίτι ως τον Μαγιακόφσκι και τον Μπένγιαμιν. Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιος πως τίποτα δεν εξαφανίζεται, τα πάντα μένουν, μεταλλάσσονται και ως ό,τι έχει αξία διαιωνίζεται και επιζεί.

Στο τέTina_Modotti_with_her_arms_raised_-_Edward_Weston_restorationλος ο κομικίστας παραδέχεται την αδυναμία του να διηγηθεί την ιστορία της Μοντότι χωρίς να βάλει τις δικές του σκέψεις. Κι έτσι το βιβλίο είναι η ιστορία και των δυο τους και η μόνη κατάλληλη γλώσσα είναι εκείνη «που ενώνει τις λέξεις και την εικόνα». Μένει το ερώτημα για ποιο λόγο εκείνη δεν τράβηξε φωτογραφίες τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής της. Απάντηση καμία. Δεν του έμενα παρά να αφήσει ένα αντίτυπο του βιβλίου στον τάφο της, που, όπως ακούστηκε, παρέμεινε για καιρό κι ύστερα είτε έγινε φύλλο και φτερό στον ουρανό του Τσαπουλτεπέκ είτε βρέθηκε στον πάγκο με τα μεταχειρισμένα στην οδό Στασιαστών. Και τα δυο φινάλε τον γαλήνεψαν.

Εκδ. ΚΨΜ, 2013, μτφ. – επιμ. – εισαγωγή: Εύη Παρασκευή Γούσια, πρόλογος Ι και ΙΙ: Paco Ignacio Taibo II, σελ. 295 [Angel de la Calle – Modotti: Una mujer del siglo XX, 2011]. Στο παράρτημα περιλαμβάνονται: κείμενο της T.M. Περί φωτογραφίας και δεκαέξι φωτογραφίες της αλλά και δείγματα από το εργαστήριο του συγγραφέα: βινιέτες σε φυσικό μέγεθος, φωτογραφίες που έγιναν καρέ, προσχέδια σκίτσων, σελίδες που αφαιρέθηκαν από την τελική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr – Βιβλιοπανδοχείο 155 / Fotolusion.

Μανές Σπέρμπερ – Η καμένη βάτος. Δάκρυ στον ωκεανό

Οιsperber5575-8 εμφύλιοι του κομμουνισμού (ή το θάρρος να ζεις χωρίς αυταπάτες)

Τα γεγονότα ήταν καταιγιστικά. Μολονότι ο Γιόσμαρ είχε άμεση εμπλοκή, ήταν στιγμές που ένιωθε πως τον ξεπερνούσαν· πως τα είχε φανταστεί, πως τα είχε εν μέρει επινοήσει. Όπως στα όνειρα, γνωστά πρόσωπα, χώροι, πλατείες, σοκάκια, άλλαζαν συνέχεια, οι ώρες κυλούσαν σε άνισους χρόνους κι είχε την αίσθηση πως ακόμα και οι τοίχοι των κτιρίων έπαιρναν μέρος σ’ ένα παιχνίδι αλυσιδωτών μεταμορφώσεων.[σ. 92]

Οι δεκάδες χαρακτήρες της φλεγόμενης ευρωπαϊκής μεσοπολεμικής βάτου ζουν σε μια συνεχή παραζάλη μεταμορφώσεων και εναλλαγών όχι μόνο των συνθηκών μέσα στις οποίες παραδέρνουν αλλά και της ίδιας τους της ταυτότητας: την μία συναγωνιστές και την άλλη αντίπαλοι· την μία σύντροφοι και την άλλη προδότες. Πρόκειται για πρόσωπα που συνθέτουν την αχανή τοιχογραφία της κομμουνιστικής ανάδυσης στην μεσευρώπη αλλά και εκατέρωθεν των αλλοτινών βασιλείων του παλαιού κόσμου. Πόσα μέτωπα δεν είχαν να αντιμετωπίσουν οι πιονέροι της νέας ανθρωπότητας: το αντιχιτλερικό / αντιφασιστικό, το αντικρατικό / αντικαθεστωτικό, τον αγώνα για συστράτευση των λαών (άρα και κατά της δυσπιστίας τους) και, το πιο αναπάντεχο όλων, τον ίδιο τους τον εαυτό – την ίδια τους την πηγή, την ίδια την εφαρμογή της Ιδέας. Πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει παλεύοντας και προς τα τέσσερα μεταφορικά σημεία ενός μαύρου ορίζοντα;

Αναρίθμητα τα 553_sπρόσωπα λοιπόν – αλλά από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία να κρατάει κανείς σημειώσεις ως προς το ποιος μιλάει. Σημασία έχει τι λέει ο καθένας, ποια αλήθεια προτείνει και ποια επιλέγει να αγνοήσει· μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει, τι και ποιον αποδέχεται να προδώσει κατά την πρόκριση της δικής του Ιδέας για τον κόσμο. Και ιδού μια – και μορφική συν τοις άλλοις – ειρωνεία: ακριβώς αυτή η αποθέωση της ελεύθερης ατομικότητας είναι που ακυρώνει τα πρόσωπα και φέρνει σε πρώτο πλάνο τα παραπάνω διλήμματα.

Κι εδώ αρχίζει μια διαρκής, ατελεύτητη μάχη ανάμεσα σε ιδέες και σε πρακτικές, ανάμεσα στις γραμμές του Κόμματος και σε ό,τι θεωρείται παρέκκλιση, ανάμεσα στην αλήθεια του Αρχηγού και στην αλήθεια του καθενός. Ο Γιόσμαρ, ένας από τους βασικούς χαρακτήρες, είναι ο πιστός της «διαλεκτικής», εκείνος που έχει πάντα μια εξήγηση για όλες τις παρεκκλίσεις και τις αποτυχίες του Κόμματος. Έχει χάσει την ικανότητα να συνδιαλέγεται, γνωρίζει μόνο να κάνει διακηρύξεις και να καταδικάζει απόψεις. Ο Ντόινο, από την άλλη, ένα πρόσωπο που σταδιακά καταλαμβάνει το κέντρο της τραγικής σκηνής, εκπροσωπεί το ανήσυχο, διαβολεμένο πνεύμα που αναζητάει την ουσία πέρα από τους τύπους.

01051488Γύρω τους ένα συνεχές αλισβερίσι συναγωνιστών και ανταγωνιστών. Από την μία, οι νέες ακλόνητες βεβαιότητες: Επειδή ξέρουμε την Ιστορία, επειδή έχουμε απελευθερωθεί πλήρως από την ανάγκη να πιστεύουμε – από τη νοσταλγία του Απόλυτου. Ξέρουμε πως ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος το’ χει πιο εύκολο να κατασκευάσει έναν νέο Θεό, παρά να εκπαιδεύσει, να διαμορφώσει ένα νέο άνθρωπο. Και από την άλλη, οι άλλες φωνές: Εσύ δεν έχεις πάει στη Ρωσία. Αν είχες πάει θα ήξερες πως σε καμία άλλη χώρα δεν έχουν εξορίσει τόσο ριζικά το έλεος. Εκεί, στο φτωχό που ζητάει έλεος, του βάζουν αμέσως την ταμπέλα του επαναστάτη. / Το αίμα των εργατών είναι πιο φτηνό απ’ το μελάνι που ξοδεύουν για την μετατροπή κάθε ήττας τους σε νίκη.

400px-Soviet_propagandaΔεκάδες πρόσωπα περιπλανιούνται στις πανάθλιες βαλκανικές πόλεις και στα γερμανοαυστριακά εδάφη, αναζητούν συμμάχους, αφυπνίζουν τον λαό, προδίδουν και καταδίδονται, ψάχνουν χρόνο να χαρούν το έρωτα, συνειδητοποιούν «πόσο μοναχική είναι η Επανάσταση», βιώνουν τον τρόμο της δίωξης, εμπνέονται από την θαμμένη επανάσταση του 1905, τον Σπάρτακο, την Ρόζα Λούξεμπουργκ, αναζητούν έμπνευση στην Ιστορία, αλλά και εχθρούς μέσα στην ίδια τους την συντροφία, φωνάζουν την αλήθεια, που κάποτε όμως θρυμματίζεται σε δεκάδες ατομικές αλήθειες. Όλες αυτές οι αλήθειες διαχέονται στην Ευρώπη αλλά εκβάλλουν στα Κεντρικά. Εκεί θα αποφανθούν για την μοίρα τους – τόσο ως ιδεών όσο και εκείνη των φορέων τους. Κάποιοι άλλοι θα κληθούν να επιλέξουν την πρόκριση της συμπαράταξης με τον σοβιετικό άρα και τον σταλινικό κόσμο μπροστά στην χιτλερικό φάσμα, κοινώς η εκλογή του λιγότερο καταστροφικού ολοκληρωτισμού.

tumblr_mcq9e017wy1qzfmh5o1_r1_500Ποια είναι η τραγική τομή στην ζωή μερικών από αυτούς που χαρακώνει δραματικά την ζωή τους και γεμίζει σημάδια την συλλογική ανάταση; Είναι η στιγμή που διακρίνουν το λάθος, που συνειδητοποιούν το παράλογο, που αντιλαμβάνονται την πλάνη. Είναι η στιγμή που η συνείδηση τους πνίγει, η λογική τους ξυπνάει, το αίσθημα της προσωπικής ηθικής τους κατακλύζει. Ύστερα από αυτήν, τίποτε δεν θα είναι το ίδιο. Καταδικάζονται οριστικά και αμετάκλητα με όλους τους τρόπους αναίρεσης της ίδιας τους της ύπαρξης (από τον στιγματισμό και την ατίμωση μέχρι τον κατατρεγμό και τον θάνατο) αλλά πρωτύτερα έχουν εξοριστεί εσωτερικά, στην μοναξιά του αιρετικού. Ο προβληματισμός φυσικά έχει ευρύτερους ομόκεντρους κύκλους, καθώς θέτει και το ερώτημα της επιβίωσης – ιδιαίτερα σε οριακούς καιρούς – μακριά από ομάδες, ιδεολογίες, κοινές συστρατεύσεις.

Manès_Sperber_7Ο Σπέρμπερ αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση συγγραφέα που αποτέλεσε μέλος της ζέουσας Ιστορίας που συγγράφει, κομμάτι εκείνου του κόσμου που τώρα αποκαλύπτει με μια μυθοπλασία που θα της άξιζε να αποκαλείται αληθοπλασία. Η αντισταλινική του κριτική τον συνδέει με τον Άρθουρ Καίστλερ αλλά και με άλλους συγγραφείς και διανοητές όπως ο Ιγκνάσιο Σιλόνε ή ο Αντρέ Ζιντ, κείμενα των οποίων συστεγάστηκαν στην συλλογή Ο Θεός απέτυχε [1949]. Μόνο που ο συγγραφέας εμφανώς συνεχίζει να πιστεύει στην Μεγάλη Ιδέα που κίνησε αναπότρεπτα την Ιστορία, κι ας την εκτροχίασε στην άβυσσο εξαιτίας των άθλιων χειριστών της. Από αυτή την άποψη, και τηρουμένων πάντα των αναλογιών, το μυθιστόρημα συγγενεύει με την οπτική και το λογοτεχνικό εγχείρημα των δυο εξίσου συναρπαστικών βιβλίων του Βικτόρ Σερζ (Υπόθεση Τουλάγιεφ και Αναμνήσεις ενός Επαναστάτη – βλ. τις σχετικές παρουσιάσεις στο παράπλευρο ευρετήριο του Πανδοχείου).

leninΣτον πρόλογό του ο συγγραφέας εξομολογείται την αίσθηση πως όσα γράφει αποτελούν θραύσματα ενός έργου ανολοκλήρωτου· πως αν ενέδωσε στην συγγραφή ήταν διότι υπό της συνθήκες της εποχής εκείνης πιο δύσκολο ήταν να μη γράφεις, παρά να γράφεις· πως μελάνιαζε τις σελίδες όχι αναζητώντας τον χαμένο χρόνο αλλά για να ζωντανέψει τις νεκρωμένες ελπίδες και να ανακαλύψει το νόημά τους, διατηρώντας πάντοτε την βεβαιότητα πως η γνώση του κάθε ανθρώπου συνδέεται άμεσα με την επίγνωση των χαμένων του ελπίδων και των προσωπικών του ουλών. Στο τέλος είναι βέβαιος πως έγραψε για όλους και για κανέναν και πως δεν έχει να προσφέρει καμία παρηγορητική ηθική και καμία βεβαιότητα παρά μόνο μια συμβολή στην ωρίμανση ερωτημάτων. Ίσως και στο θάρρος να ζουν χωρίς αυταπάτες.

Εδώ και τουλάχιστον σαράντα χρόνια επαναλαμβάνει τον εαυτό του ο Νορβηγός ποιητής, αφηγούμενος τις ίδιες και τις ίδιες ιστορίες, πάντα με αιχμές πολιτικής υφής και απαράμιλλης βλακείας. Ωστόσο ο Ντόινο, που τον είχαν μαγέψει τα βιβλία αυτά στην πρώτη του νεότητα, ένιωθε να του θερμαίνει την ψυχή ένα αίσθημα απέραντης ευγνωμοσύνης κάθε φορά που θυμόταν τον γηραιό συγγραφέα. 

manes_sperber.jpg w=1024Είχε φτάσει στην ηλικία εκείνη, όπου κανείς συνειδητοποιεί πως η ευγνωμοσύνη τον συνδέει με τη ζωή περισσότερο απ’ όσο η αγάπη που μπόρεσε να προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Στα ατέλειωτα δειλινά των πρώτων ημερών του θέρους, η σιωπή συντρόφευε το συναίσθημα κι η βεβαιότητα πως ο βιωμένος χρόνος είχε χαθεί οριστικά, του πρόσδιδε μια σχεδόν σωματική διάσταση. Χωρίς απόγνωση, η παραίτηση ήταν ανώδυνη: θα μπορούσε κανείς να πεθάνει απλά, όσο και μια απλή μέρα που φεύγει, συμφιλιωμένος με τον εαυτό του και με τον κόσμο. Μόνο σε τέτοιες στιγμές ένιωθε απελευθερωμένος από την ψυχαναγκαστική προσκόλληση σ’ αυτή τη δεκαετία και στις αναμνήσεις του, που τις κουβαλούσε πάντα, σαν βαρίδια. [σ. 452]

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. Έμη Βαϊκούση, σελ. 574 με τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας και τετρασέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα [Manès Sperber, Der Verbrannte Dornbusch, 1949].