Στανισλάβ Ιγκνάσι Βίτκιεβιτς – Αδηφαγία

Ω, πόσο περίπλοκος ήταν ο ψυχισμός μερικών ανθρώπων! Κανείς, ούτε καν ο υπαίτιος, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει όλες τις διαστρωματώσεις των ανοίκειων προσωπικοτήτων του, όλα αυτά τα κρυφά διαμερίσματα, όλα αυτά τα μυστικά συρτάρια που τα κλειδιά τους είχαν χαθεί…

Η κατά Βίτκιεβιτς Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα τελεί υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα και η Πολωνία βρίσκεται στα πρόθυρα τους τέλους της Ιστορίας της (ρώσικη επανάσταση στο εσωτερικό, κινέζικη προέλαση από τα ανατολικά). Μπροστά στην επικείμενη καταστροφή οι κυβερνώντες αδιαφορούν για τα κοινά και αφήνονται στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, αριστοκράτες διασκεδάζουν με κάθε παρακμιακό τρόπο, αποτυχημένοι καλλιτέχνες ζητούν μια τελευταία ευκαιρία, κι όλοι αυτοί, μαζί με πάσης φύσεως εκκεντρικούς και «πρώην» οτιδήποτε, φιλοσοφούν, άγονται και φέρονται από τα πάθη τους, κυνηγούν για τελευταία φορά τις εμμονές τους, εκφυλίζονται και παραφρονούν. Καθώς τα παγκόσμια αποθέματα σε κοκαΐνη και αποτρανσφορμίνη στερεύουν, προϊόν με τη μεγαλύτερη ζήτηση αποδεικνύεται το «χάπι της ευτυχίας», που απομαγνητίζει κάθε βασανισμένο και μη από το άγχος της ύπαρξής του. Η ανθρωπότητα κυριολεκτικά κυλούσε στην άλλη πλευρά της ιστορίας.

Ο ανήσυχος σεξουαλικά και φιλοσοφικά νεαρός ήρωας Ζένεζιπ (Ζιπ) Κάνεπ, ετοιμάζεται να μπει σε όλο αυτό τον άγριο θίασο για το δικό του μερίδιο λαγνείας και μάθησης. Μυητές του φιλοδοξούν να είναι πολλοί, με πρώτη και καλύτερη την πανηδονίστρια πριγκίπισσα Τικοντερόγκα και τον ιδιόμορφο εκκεντρικό κύκλο της. Ο Κάνεπ θα επιχειρήσει να βιώσει τη δική του τη σαρκική και πνευματική αδηφαγία αλλά και να αντισταθεί στο συνεχώς διογκούμενο πλέγμα κατευθυνόμενης βούλησης όπου τον παγιδεύει η παλαιά τάξη που υποχωρεί άτακτα και πανικόβλητα. Ας συμβούν τα πάντα. Θα τα βιώσω όλα, θα τα τιθασεύσω, θα τα μασήσω και θα τα χωνέψω: την πιο ανιαρή πλήξη, τη χειρότερη συμφορά.

Η Αδηφαγία μεταφράστηκε στα αγγλικά το 1985, 55 έτη μετά την πρώτη του έκδοση, στην δε χώρα άλλα 22 χρόνια μετά. Αρχικά μένει έκπληκτος κανείς διαπιστώνοντας πως έχει προηγηθεί των τριών κατεξοχήν προφητικών αντι-ουτοπικών μυθιστορημάτων (Brave New World / Χάξλεϋ – 1984 / Όργουελ – Us / Ζαμυάτιν). Ο Βίτκιεβιτς υπήρξε κορυφαία φυσιογνωμία της πολωνικής διανόησης την περίοδο του Μεσοπολέμου μαζί με τους Βίτολντ Γκόμπροβιτς και Μπρούνο Σουλτς, επιπλέον δε η Αδηφαγία θεωρείται πλέον ένα κορυφαίο δείγμα κεντροευρωπαϊκού μοντερνισμού και προφητικής πολιτικής αλληγορίας και μοιράζεται το ίδιο ράφι με τους Υπνοβάτες του Μπροχ, τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες του Μούζιλ και τον Φερντυντούρκε του Γκόμπροβιτς.

Αυτή η φαντασιακή δυστοπία έχει προβλέψει ένα αύριο που έχει ήδη φτάσει: κοινωνική σήψη αποδεκτή από όλους, μοντέρνα τέχνη χωρίς χρησιμότητα, μυστικοί οργανισμοί που ελέγχουν τη σκέψη, κυβερνήσεις που αφήνουν τους λαούς στο έλεος του τίποτα, θρησκευτικοί ηγέτες που κόβουν και ράβουν συνειδήσεις, οι πάντες ελπίζουν σε μεταφυσικές σωτηρίες, η σεξουαλική μανία γίνεται ανεξέλεγκτη, η συλλογική τρέλα βρίσκεται προ των πυλών. Το μέλλον έμοιαζε θολό σαν απόνερα λάντζας.

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση πως τα πολλαπλά θεματικά κάτοπτρα θα καταρρεύσουν το ένα υπό το βάρος του άλλου και πως η ενίοτε σύνθετη και παραληρηματική γραφή του Βίτκιεβιτς μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στην απόλαυση αυτού του ογκώδους εγχειρήματος, στην πράξη όμως βυθίζεσαι οικειοθελώς σε αυτό το σύμπαν ερωτομανίας και αποχαύνωσης.

Μπροστά στο τέλος, ήρωες που διακατέχονται από το σατανικό ρίγος ενός άφατου, παντοτινά μυστηριώδους και ανέφικτου πόθου, νιτσεϊκοί υπεράνθρωποι, απολλώνια σώματα και υποψήφια «ψυχοπτώματα», όλοι γίνονται ίσοι. Φανταστείτε ως μουσικά και, κυρίως, στιχουργικά αντίστοιχα όλης αυτής της γκροτέσκας ατμόσφαιρας Marc and the Mambas και Psychic TV στο ερωτικό σκέλος, Mecano και Death in June στο φιλοσοφικό.

Χρησιμοποιώντας ενδιαφέροντες πειραματισμούς (χωριστά κείμενα πληροφοριών και σημειώσεων μέσα στα κεφάλαια) αλλά και τα στοιχεία ενός μυθιστορήματος «μαθητείας» ο Βίτκιεβιτς συνθέτει ένα αριστουργηματικό (σύμφωνα με την Σούζαν Σόνταγκ), απαισιόδοξο, εσχατολογικό, φαντασμαγορικό, καταστροφικό, υπερβολικό και κυρίως προφητικό κείμενο – ποτάμι για τους μελλοντικούς ολοκληρωτισμούς αλλά και τον βασανιστικό συνδυασμό της σαρκικής και της πνευματικής αδηφαγίας.

Έχω δηλητηριαστεί από ανομολόγητα πράγματα που τα ξέρω μόνο από τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Καθώς αποσυντίθενται χημικά μέσα στο μυαλό μου, τα μυστήρια της ζωής παράγουν πτωμαΐνες νωθρότητας, σύγχυσης, αδράνειας. Πρέπει να ξεπεράσω τα επιφαινόμενα. Τι με νοιάζει – εμένα προσωπικά – αν τα έργα μου διαβαστούν από ένα μπουλούκι ημι-αυτοματοποιημένων πιθήκων που προσποιούνται τους ημίθεους αλλά είναι ανάξιοι της πραγματικής τέχνης και ίσως από λίγα μέλη της υπό εξαφάνιση φυλής των ευφυών ανθρώπων (όχι ότι γνωρίζω πολλούς).

Φάκελος φιλοξενούμενου: 1885-1939. Γέννημα Βαρσοβίας, συγγραφέας, δραματουργός, ποιητής, φιλόσοφος, θεωρητικός τέχνης, κριτικός, ζωγράφος (μπορεί κανείς να δει πολλά από τα εξαιρετικά έργα του στο διαδίκτυο), εικονογράφος, φωτογράφος, μέλος της πρωτοποριακής καλλιτεχνικής ομάδας των «Φορμιστών». Όσο ζούσε τα θεατρικά του έργα, επηρεασμένα από τις ανακαλύψεις των Νέων Μαθηματικών αλλά και την ζωγραφική του Πικάσο, παρέμεναν επί το πλείστον ανέκδοτα ή άπαικτα. Αυτοκτόνησε το 1939 όταν έβλεπε να εισβάλουν στη χώρα του από τη μία μεριά οι Γερμανοί κι από την άλλη οι Σοβιετικοί.

Συντεταγμένες: Stanislaw Witkiewicz, Nienasycenie, [Insatiability], 1927/1930. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 624, μετάφραση από τα αγγλικά: Αλέξης Καλοφωλιάς.

Απευθύναμε τέσσερις προσωπικές ερωτήσεις στον μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, γνωστό μας από άλλα ενεργειακά καλλιτεχνικά πεδία:

Πόσο σε δυσκόλεψε η μετάφραση αυτού του πολύπλοκου και ογκώδους λογοτεχνήματος;

Η μεταφορά της «Αδηφαγίας» στα ελληνικά έγινε από το κείμενο του καναδού Louis Iribarne, που έκανε την μετάφραση του πολωνικού πρωτοτύπου στα αγγλικά. Αυτός έκανε όλη τη δύσκολη δουλειά της αποκρυπτογράφησης των νεολογισμών του Witkiewicz, που αποτελούνται από συνθετικά διαφορετικών γλωσσών. Η δύναμη του κειμένου του ήταν τέτοια που με έπεισε να αναλάβω τη μετάφραση παρά τους κινδύνους που κρύβει ένα τέτοιο («διαγλωσσικό») εγχείρημα.

Οι περισσότερες δυσκολίες χρειάστηκε να ξεπεραστούν στην αρχή, καθώς διαμορφωνόταν το ύφος της μεταφοράς και αντιλαμβανόμουν το πλαίσιο των αναφορών του Witkiewicz. Στη συνέχεια το πράγμα έγινε πιο εύκολο, γιατί έστω κι αν η αφήγηση γίνεται μερικές φορές χαοτική, δεν της λείπει η ακρίβεια. Επιπλέον, η επικαιρότητα της δυστοπίας του Witkiewicz (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1930) μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον στοιχείο. Έχουμε και λέμε: Νοητικός έλεγχος και εθνικιστικός παροξυσμός ως βασικά συνεκτικά στοιχεία μιας «εξαρθρωμένης» κοινωνίας, χειραγώγηση μέσω του φόβου του πολέμου και των (παρα)θρησκευτικών δογμάτων, διάχυτη παραίτηση πριν από την καταστροφή, στρατιωτικοποίηση της καθημερινής ζωής, υστερική λατρεία της εικόνας του σώματος και του αθλητισμού.

Κοντά στο τέλος, το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν να εξασφαλίσω χρόνο για να το δουλέψω όπως ήθελα, γιατί με είχε απορροφήσει σχεδόν ολοκληρωτικά. Η επιμέλεια που έκανε η Άρτεμις Αργύρη βοήθησε πάρα πολύ το κείμενο, όπως και η βοήθεια που μου πρόσφεραν μία πολωνή φίλη (τις λίγες ευτυχώς φορές που έπρεπε να ανατρέξω στα πολωνικά) και ένας φίλος μαθηματικός.

Υπήρξε κάποιος ήρωας ή κάποια εικόνα που σου «έμεινε»;

Ο Witkiewicz ήταν και ζωγράφος και στην Αδηφαγία υπάρχει μια εικαστική διάσταση. Οι ήρωες δεν είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες αλλά ψυχεδελικές καρικατούρες, διαστρεβλωμένες απεικονίσεις αρχετύπων και στερεοτύπων που υπακούνε στους κανόνες που ορίζει η δήθεν διδακτική νομοτέλεια του μυθιστορήματος. Είναι δύσκολο να ταυτιστείς μαζί τους, αλλά το ίδιο δύσκολο και να τους ξεχάσεις. Η πριγκίπισσα είναι η γυναίκα-αράχνη της εφηβείας όλων των αρσενικών, η σκοτεινή δύναμη της Λίλιθ, και με υπαινικτικό τρόπο, πραγματική μητέρα του Ζιπ. Βρήκα την περιγραφή της «τελετής ενηλικίωσης» του (όταν η πριγκίπισσα τον εξαναγκάζει να παρακολουθήσει τις περιπτύξεις της με τον Τόλζιο) εξωφρενική. Επίσης, οι μορφές του Κοτσμολόσοβιτς – Στάλιν και των γελοίων ευπατρίδων της πολιτικής στηρίζουν με απολαυστικό τρόπο την κριτική του Βιτκίεβιτς.

Με τι μουσική συνόδεψες τη μετάφρασή του;

Κυρίως οργανική, γιατί μου είναι δύσκολο να μεταφράσω όταν ακούω τραγούδια με στίχους. Εκείνη την εποχή (φθινόπωρο – χειμώνας 2005) θυμάμαι ότι άκουγα στο repeat το δίσκο του Bill Frisell με τους Elvin Jones και Dave Holland και τo soundtrack του Neil Young για το «Dead Man».

Κάποια συμβουλή για τον επίδοξο αναγνώστη;

Έχω τη γνώμη ότι μέσα στις πρώτες δέκα σελίδες θα έχει αποφασίσει αν θα παρατήσει το βιβλίο ή αν θα συνεχίσει την ανάγνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, θα έχει βρει τους δικούς του, ιδιαίτερους λόγους για να το κάνει, όπως συμβαίνει πάντα με τέτοια βιβλία. Πάντως, καλό θα είναι να γνωρίζει ότι η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην «Αδηφαγία», η πραγματική περιπέτεια εξελίσσεται στις εγκεφαλικές συνάψεις του Witkiewicz.

Y.Γ. Τα εικαστικά είναι του ίδιου του συγγραφέα. Πρώτη δημοσίευση εδώ.

Βίκτωρ Γεροφέγιεφ – Ο καλός Στάλιν

Ο Στάλιν περνούσε όλους τους Ρώσους για παιδιά και αυτοί ήταν πράγματι παιδιά.
Φάκελος φιλοξενούμενου: Γέννημα και πτυχιούχος Μόσχας (1947 – φιλολογία), μελετητής του Ντοστογιέφσκι, εκδότης των έργων τού μέχρι πρότινος απαγορευμένου Nabokov, ένας από τους δυνατότερους συγγραφείς της μετακομμουνιστικής Ρωσίας και ίσως ο γνωστότερος στο εξωτερικό, με δωδεκάδα πολυμεταφρασμένων μυθιστορημάτων. Η κατακόρυφα ανοδική του πορεία συμπίπτει με την αντίστοιχη «πτώση» του πατέρα του και αυτός ακριβώς είναι ο μυθοπλαστικός πυρήνας του Καλού Στάλιν.
Πλοκή: Πώς ξεκίνησαν όλα; Το 1979 μια ομάδα νεαρών σοβιετικών λογοτεχνών (εκτός του Β.Ε. συμμετείχαν ακόμη οι Vassili Axionow, Andrei Bitov, Jevgeni Popov και Fasil Iskander) εξέδωσαν μια συλλογή διηγημάτων και ποιημάτων («Μητρόπολη»), αγνοώντας λογοκρισίες και κρατικούς ελέγχους και βγάζοντας τη γλώσσα στις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Τα καταιγιστικά γεγονότα που ακολούθησαν την αντίδραση του καθεστώτος (που περιγράφονται στην αρχή και το τέλος του βιβλίου) είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή πατέρα και γιου. Με τη μόνη διαφορά πως για τον Βίκτορ η στέρηση της θέσης του στην Ένωση Συγγραφέων (άρα και κάθε ενδεχόμενου έκδοσης των έργων του) διάρκεσε μονάχα λίγα χρόνια. Σήμερα είναι μια αναγνωρισμένη περσόνα που απολαμβάνει τη γραφή στα Die Zeit και New York Review of Books και διασκεδάζει με δική του εκπομπή σε ραδιόφωνο και τηλεόραση. Αντίθετα, για τον πατέρα, υψηλόβαθμο Σοβιετικό διπλωμάτη και πρώην επίσημο διερμηνέα του Στάλιν για τα γαλλικά, αυτό σήμαινε όχι απλώς την ανάκληση από τη θέση του ως πρέσβη αλλά και την πλήρη καταστροφή της διπλωματικής του καριέρας -σύντομα θα διοριζόταν υφυπουργός Εξωτερικών- εφόσον αρνήθηκε να αποκηρύξει το γιο του. Έτσι, το κοινωνικά και λογοτεχνικά αρχέγονο δίδυμο του κακού πατέρα και του καλού ηρωικού γιου αντιστρέφεται και ο Β.Ε. μυθιστορεί όλη την πορεία των γεγονότων, από την παιδική του ηλικία μέχρι την παράδοξη αυτή αντι-στροφή.
Τοπο/χρονογραφικό: Σοβιετική Ένωση, Παρίσι, Βαρσοβία, Ρωσία, 20ος αιώνας.
Αντιήρωες:Ο Βίτια μίλησε! φωνάζει η μαμά. – Θα καταντήσει αντιφρονών, κουνάει το κεφάλι του ο Αντρέι Μιχαήλοβιτς Αγκέντοφ, μελλοντικός βοηθός του Μπρέζνιεφ. (σ. 52).
Κάπως έτσι άρχιζε τις πρώτες του λέξεις ο μικρός Βίτια, προτού βυθιστεί σε μια προνομιούχο νεότητα (ένα κοινό σημείο με τον αγαπημένο του Ναμπόκοφ). Μια περίοδο χωρίς ιδιαίτερες έγνοιες αλλά με προσεκτική παρατήρηση του πατέρα του, που ανά πάσα στιγμή δεχτεί τηλεφώνημα μες τη νύχτα τρέχει στον «πατερούλη» τού Κρεμλίνου (απολαυστική η σκηνή όπου γλιστράει τρέχοντας στον καλογυαλισμένο διάδρομο του ανακτόρου, κατά τη συνεδρίαση κρύβει το ματωμένο του χέρι, αλλά ο Στάλιν το έχει ήδη εντοπίσει και ειδοποιεί με μυστικό κουμπί κάτω από το τραπέζι τον 24ωρης ετοιμότητας γιατρό!). Στην ουσία ο Βίκτορ καλοπερνούσε: έκανε διακοπές σε ντάτσα, είχε προσωπικές νταντάδες (που τον μύησαν στις θωπείες του γυναικείου σώματος, όπως περιγράφει σε μια σπαρταριστή σκηνή στα «μπάνια») και έζησε και στο Παρίσι ακολουθώντας τον πατέρα του – μια πόλη που δεν ήταν απλώς ο παράδεισος των μικρών πραγμάτων αλλά και ένας τόπος γνωριμιών με προσωπικότητες όπως ο Πικάσο, ο Αραγκόν, ο Υβ Μοντάν, η Σιμόν Σινιορέ. Έτσι, αυτός ο νεαρός ευνοούμενος του καθεστώτος δεν επαναστατεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Στην ουσία αφυπνίζεται σταδιακάκαι αναπόφευκτα, με μόνους οδηγούς τη λογική και την ορθή σκέψη. Του είναι αδύνατο να μην τις χρησιμοποιεί, μόνο που αυτές είναι κάτι άγνωστο στους υπόλοιπους. Ως ενήλικος πλέον θα σαρκάζει σε κάθε ευκαιρία την επιθυμία του ρωσικού λαού να έχει έναν καλό, αυστηρό «πατέρα» ή, κατά παράδοση, να θεωρεί τον ηγέτη του ως θεό. Σε πρόσφατη συνέντευξή του τονίζει πως με τον Πούτιν το βιολί συνεχίζεται. Ο άλλος αντιήρωας, ο πατέρας, αποτελεί ένα υπόδειγμα ψυχραιμίας και μοιρολατρίας, σε σημείο να συγχωρήσει με παροιμιώδη ευκολία το γιο του, αποδεχόμενος τη μοίρα του, όπως έκανε πάντα.
Το να είσαι ελεύθερος στην πιο γελοία χώρα του κόσμου είναι απαράμιλλα διασκεδαστικό. Σε άλλες χώρες ζούνε σοβαροί άνθρωποι, που φέρουν το βάρος των ευθυνών τους, σαν καλογεμισμένοι νεροκουβάδες, σε μας όμως ζούνε αστείοι, αμετάφραστοι σε άλλες γλώσσες μουζίκοι, κυράτσες, αστυνόμοι, διανοούμενοι, κολχόζνικοι, πρεζόνια, ηλίθιοι, προϊστάμενοι και άλλοι παρόμοιοι μαλάκες. Οι γελοίοι άνθρωποι δεν χρειάζονται ελευθερία … Όποια ιδιοφυή ιδέα και να επινόησε Ρώσος, πάντα ήταν ιδιοφυώς γελοία. Βάλθηκαν να στήσουν την Τρίτη Ρώμη, να αναστήσουν τους προγόνους τους, να χτίσουν τον κομμουνισμό. Και σε τι δεν πίστεψαν! Στον τσάρο, στους λευκούς αγγέλους, στην ιδέα της Ευρώπης, της Αμερικής, στην ορθοδοξία, στο ΝΚVD, στην οικουμενικότητα, στην οπστσίνα, στην επανάσταση, στην αποκλειστικότητα του έθνους τους – σε όλα και σε όλους πίστεψαν εκτός απ’ τους ίδιους τους εαυτούς τους. (σ. 14)
Εργαστήρι: Ο Γεροφέγιεφ στέκεται απέναντι σε κάθε έννοια πολιτικής ορθότητας και ευγενικής γραφής. Ανασύρει τα γεγονότα απευθείας από τη μνήμη του και τα περνάει αμέσως στο χαρτί. Μπορεί να πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο, να αναπαριστά διαλόγους, να περιγράφει εικόνες, όλα υπό μορφή ενός προφορικού ημερολογίου. Παραδόξως αρνείται πως αυτοβιογραφείται και το χαρακτηρίζει ως απλό μυθιστόρημα.
Γοητεία: Η Ιστορία μένει διακριτικά στο πίσω μέρος της σκηνής, εισχωρώντας ύπουλα στην καθημερινότητα της οικογένειάς του – κι ίσως έτσι (ή σίγουρα και έτσι) θα πρέπει να μελετώνται οι σύγχρονες Ιστορίες. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξουμε ορισμένες απίστευτες ιστορίες του καθεστώτος: την καθαίρεση του Χρουστσόφ από τον Στάλιν λόγω έλλειψης δημοσίων αποχωρητηρίων, την επιμονή του τελευταίου να καλλιεργήσει λεμόνια ανθεκτικά στην παγωνιά («μια μεταφυσική απαίτηση, αντάξια ενός πρώην υποτρόφου ιεροδιδασκαλείου»), την ανεπιτυχή προσπάθεια του Μόλοτοφ να αλλοιώσει τα γραπτά του Έρενμπουργκ και το συναρπαστικό μεταξύ τους διάλογο, αλλά και τη σαδιστική συνήθεια του Μ. να συλλαμβάνει τις γυναίκες των ανωτέρων υπαλλήλων με επινοημένες κατηγορίες για να τον παρακαλούν απελπισμένοι και να τους απαντά να μη στενοχωριούνται, θα τους βρει άλλη γυναίκα! Νάτην η Ζεμζούτσινα τη μια μέρα να πίνει σαμπάνια στη δεξίωση του Κρεμλίνου με το βαθύ της ντεκολτέ …και την επόμενη στη Λουμπιάνκα να τεντώνει, γυμνή, τον ποπό της στον γιατρό της φυλακής (σ. 138).
Ο αντίλογος σε αυτό το καυστικό ρωσογράφημα αφορά το γεγονός ότι ο συγγραφέας πνέει τα μένεα κατά του καθεστώτος, έχοντας στο έπακρο ωφεληθεί από τα προνόμια που του παρείχε. Δεκτόν, αλλά ακόμα κι έτσι τον προτιμώ: ως έναν average αντιήρωα που δε διατείνεται στον σπουδαίο, αλλά διαλαλεί τις αδυναμίες του, τις φαυλότητές του, ακόμα και μια έλλειψη ηθικών αρχών. Που το μόνο που ψάχνει είναι να δώσει μια απάντηση πώς γίνεται και σήμερα ο Στάλιν παραμένει ο θετικότερος ήρωας των Ρώσων και ορισμένοι φιλούν ακόμα τις προτομές του, όπως βλέπω δίπλα. Τουλάχιστο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την αενάως ρευστή θέση μας μέσα στην Ιστορία: Ποιος είμαι εγώ που θα κρίνει τα σημεία του 20ου αιώνα; Ένας πυροβολισμός ή μια φουρνιά ακόμα στο Άουσβιτς και μπορεί και να μην υπήρχα. Οι αυτοθυσίες δεν μετράνε εκ των υστέρων. (σ. 72)
Απoσπάσματα: Οι σοσιαλρεαλιστές είχαν καταλάβει τη ρωσική ψυχή, το ανεξάντλητο απόθεμα ενθουσιασμού της, με το οποίο θα μπορούσε κανείς να κάνει τον γύρο του κόσμου σαράντα φορές. (σ. 129)
Ο μπαμπάς μου δεν αρρώσταινε ποτέ. Το να αρρωστήσεις στην γραμματεία του Μόλοτοφ θεωρούνταν ένα είδος διατάραξης της κομματικής πειθαρχίας και ο μπαμπάς ήταν πειθαρχημένος κομμουνιστής. – Ο πειθαρχημένος άνθρωπος, έλεγε ο Μόλοτοφ στους συνεργάτες του, δεν κρυολογεί ποτέ, γιατί διαχειρίζεται το ρουχισμό του και την συμπεριφορά του με υπεύθυνο τρόπο. Δεν πρόκειται ποτέ να κάτσει στο ρεύμα ή να βγει έξω στο κρύο χωρίς παλτό. (σ. 116)

Η απεριόριστη εξουσία μεθάει τον κόσμο. Η συναναστροφή με τον εξουσιαστή σημαίνει να είσαι ένας απ’ τους εκλεκτούς, να ανήκεις στην αφρόκρεμα της ιστορίας. Όταν σκέφτομαι λογικά, καταλαβαίνω ότι όλα αυτά τα δειλά κατακάθια, τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου που χαμογελάνε στον πατέρα, όλοι αυτοί οι Βοροσίλοφ, οι Καγκανόβιτς, οι Μπέρια δεν είναι παρά μια αγέλη λύκων που αν βρίσκονταν σε ένα ξέφωτο, στο φεγγαρόφωτο, μέσα στα χιόνια θα μπορούσαν να ξεσκίσουν τον πατέρα μου σε χίλια κομμάτια. Ακούω τα ουρλιαχτά τους.. Τι θα τους έκανα; Θα τους σκότωνα. Δεν έχω να πω τίποτα μαζί τους. Παρ’ όλα αυτά όμως λιώνω, νιώθω μια γλύκα. Είναι κάτι σαν οργασμική αυταπάτη. (σ. 120-121)

Συντεταγμένες: Viktor Erofeyev, Good Stalin, 2004. Ελληνική μετάφραση: Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου, σ. 476, εκδ. Ποταμός 2004./Πρώτη δημοσίευση εδώ.