Πολ Θερού – Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Διασχίζοντας την Ασία με τρένο

Το σφύριγμα των τρένων υπήρξε σταθερή οικιακή υπόκρουση για τον Θέροου (ή Θερού όπως συνήθως προφέρεται και θα τον αποκαλούμε), λόγω γειτνίασης του σπιτιού του με σιδηροδρομική γραμμή. Συνεπώς το τετράμηνο σιδηρότροχο ταξίδι του ως την άλλη άκρη του κόσμου του, με ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο του 1973 ήταν θέμα χρόνου, όπως και τα 30 κεφάλαια που αντιστοιχούν σε ισάριθμες διαδρομές με οποιοδήποτε είδος τρένου μπορεί κανείς να φανταστεί. Ξεκινώντας από τον Λονδίνο και σταθμεύοντας σε Βενετία, Βελιγράδι και Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας εισήλθε στο κύριο σώμα της τροχήλατης περιπλάνησής του, την Ασία, όπου για δυο συνεχόμενους μήνες προς μεγάλη του χαρά θα βλέπει ήλιο, μέχρι τους μουσώνες του Μαδράς.

Ο Θερού είναι πανέτοιμος: γνωρίζει καλά πως το ταξίδι είναι εξίσου φυγή και αναζήτηση ταυτόχρονα. ΄Πάντα βλέπει τα κρεμασμένα ρούχα έξω στα σπίτια σαν σημαίες που στέλνουν σινιάλα στους επιβάτες των περαστικών τρένων και ζηλεύει τον Ιταλό συνταξιούχο σιδηροδρομικό που ανταμείφθηκε με μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ζει μόνιμα μέσα στα κινούμενα βαγόνια. Άλλοτε νοιώθει θεατής μιας συνεχόμενης παράστασης, άλλοτε ένοικος μιας κινητής κρεβατοκάμαρας, άλλοτε επισκέπτης γκαλερί με εναλλασσόμενους πίνακες, όλα όσα βλέπει απ’ το παράθυρο.

Φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης ανήκει στους ανθρώπους που γνωρίζει ταξιδεύοντας. Όταν δεν ανταλλάζει «τις (συνηθισμένες ανάμεσα σε μοναχικούς ταξιδιώτες που διανύουν μεγάλες διαδρομές) ματιές της ανεκτικής αναγνώρισης», συζητά μαζί τους με αβίαστη ειλικρίνεια, που οφείλεται στο γεγονός ότι συνταξιδεύουν, έχουν παρόμοιο προορισμό, τρώνε μαζί και ξέρουν πως δεν θα ξανασυναντήσουν ο ένας τον άλλον. Όπως ο Γερμανός μαραθωνοδρόμος που κατεβαίνει βιαστικά στις αποβάθρες και ασκείται για να μη χάσει τη φόρμα του, ο Σαδίκ που αλλάζει βαγόνι και προορισμό για να ακολουθήσει μια γυναίκα που απλώς του άρεσε, ένας Καναδός που κλείστηκε από λάθος σ’ ένα Άσυλο Ψυχοπαθών στο Αφγανιστάν αλλά του φάνηκε καλύτερο απ’ το να γυρίσει στον Καναδά, ο μυστήριος γερο – Ντάφιλ που ξεχάστηκε σ’ ένα σταθμό, άλλοι που «απλώς ταξιδεύουν».

Στην Καισάρεια του φαίνεται πως οι κάτοικοι – απόγονοι του Ταμερλάνου που κάθονται έξω απ’ τα χαμηλά σπίτια κοιτάζουν τον ορίζοντα μήπως φανεί ο επόμενος κατακτητής, στην Τεχεράνη εκπλήσσεται που τα μπαρ έχουν την ατμόσφαιρα των σαλούν της άγριας Δύσης, προς ψυχαγωγία των εργαζόμενων στις πετρελαιοπηγές, εφτά μέρες μέσα εφτά έξω. Μια Αγγλίδα στο Μαδράς, πόλη με ανύπαρκτο πλούτο, εκπορνεύεται για λίγα χρήματα και εκείνος αναρωτιέται τι την οδήγησε σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό αλλά και την βλέπει σαν μια απόκληρη φυγάδα, σαν την Λένα στη Νίκη του Κόνραντ.

Ο Θερού όμως ενθουσιάζεται από τις αμέτρητες εικόνες: μια εγκαταλειμμένη ατμομηχανή με αγριόχορτα στο φουγάρο της, τις παράγκες των αμέτρητων απόμερων σταθμών. Ο Γιασάρ Κεμάλ να φτιάχνει χαρταετούς για τα μικρά παιδιά στο Μεναξέ, στον κόλπο του Μαρμαρά, απλοί άνθρωποι που κάθονται να δουν τα τρένα να περάσουν ή στέκονται με μπεκετική αδιαφορία μπροστά στην τροχήλατη κίνηση. Αφήνει από περιέργεια έναν ταξιτζή – νταβατζή να τον συνοδεύσει σε μια φωτεινή καλύβα μέσα σε σκοτεινές ερημιές για υπόσχεση χιλίων και μιας νύχτας (ενώ ξέρει πως θα φύγει τρέχοντας). Απορεί με τους πωλητές εταιρειών που πουλάνε αδιανόητα πράγματα σε πάμφτωχες κοινωνίες, λαστιχάκια για ντοσιέ ή αδιάβροχες πλαστικές θήκες για αλυσοπρίονα και εκπλήσσεται με τους ταξιδιώτες που ζουν σαν τους πιο φτωχούς κατοίκους του Ιράν και του Αφγανιστάν υπό άθλιες συνθήκες ζωής, επειδή δεν θέλουν να αποδεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα της…χώρας τους, διαλέγοντας ακόμα και να πεθάνουν από την αρρώστια τους «ανώνυμοι μέσα στη γενικευμένη αθλιότητα, στις φρικτές παραγκουπόλεις της Ανατολής».

Φυσικά το ίδιο το (εκάστοτε) βαγόνι του επιφυλάσσει εκπλήξεις, περιπέτειες, απρόοπτα. Θα απογοητευτεί από τραγικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες, θα στηθεί σε γραφεία Πληροφοριών και Κρατήσεων που αντιγράφουν τα στοιχεία των εισιτηρίων σε χοντρά τετράδια ή που μένουν κλειστά με …χορταριασμένα πρεβάζια. Θα φάει άπειρες φορές άθλιο φαγητό ή τίποτα, θα ξυπνήσει από τα ζωώδη βογκητά μιας κοπέλας που σεξουαλείται ακριβώς στο διπλανό κρεβάτι, θα κοιμηθεί σε κουκέτες και ξύλινες κλινάμαξες που τρίζουν ασταμάτητα όλη νύχτα και μοιάζουν έτοιμες να διαλυθούν. Ο Θερού αισθάνεται πως σε κάθε τρένο του επιτίθεται κάθε τερατώδες χαρακτηριστικό της χώρας που περνά.

Η εικόνα της Λαχώρης που μέσα του προερχόταν από τον Κίπλινγκ (που ωρίμασε ως συγγραφέας στην πόλη) σήμερα δεν έχει πολλές διαφορές από τις πρώτες ιστορίες του ή τον Κιμ. Στον οδοντωτό για την Κάλχα (ένα αμάξωμα παλιού λεωφορείου με την μούρη φορτηγού Φορντ) οι Βεγγαλέζοι βουτάνε από την αποβάθρα με το κεφάλι μέσα από τα παράθυρα για να πιάσουν τις καλύτερες θέσεις. Οι Ινδοί έχουν μεταφέρει τα χωριά τους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γίνονται ένοικοί τους με κανονική κατάληψη του χώρου, κοιμούνται, τρώνε, ζητιανεύουν στις αποβάθρες, ενώ οι χωρικοί αφοδεύουν καθιστοί στις γραμμές, θεωρώντας τις το όριο του κόσμου τους. Εδώ αναθυμάται το περί αυτών σχόλιο του Μαρκ Τουέιν: Είναι παράξενος λαός. Φαίνεται να θεωρούν ιερή την κάθε μορφή ζωής εκτός από την ανθρώπινη.

Καθώς το τρένο περνάει από την Βομβάη οι επιβάτες τραβούν τον μοχλό ασφαλείας οπουδήποτε τους βολεύει μετατρέποντας το εξπρές σε τοπικό λεωφορείο. Παντού καταυλισμοί με σκεπές από λάστιχα αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικού, πλήθος κόσμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στα πεζοδρόμια, σώματα ακίνητα με μαξιλάρι τα χέρια τους, ξανά σαν περιγραφή του Μαρκ Τουέιν. Σ’ ένα σταθμό της Βομβάης άλλωστε ο Β.Σ. Ναϊπόλ τρομοκρατήθηκε: Θα μπορούσε κανείς να βυθιστεί και να χαθεί χωρίς κανένα ίχνος μέσα στα πλήθη των Ινδών (An Area of Darkness) – κι όμως εδώ υπάρχει μια διάτρητη μητροπολιτική υπεροψία που βρίσκει κανείς μόνο στην Καλκούτα.

Καθώς ο Θερού διαβάζει το Martin Chuzzlewit διαπιστώνει πως η Καλκούτα είναι μια πόλη ντικενσιανής αθλιότητας, πολύ περισσότερο ντικενσιανή από όσο ήταν ποτέ το Λονδίνο. Πλήθη αστέγων στριμώχνονται ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, οικογένειες ολόκληρες ζητούν καταφύγιο κάτω από πάγκους και μέσα σε καρότσια αποσκευών. Με τόσους ρακοσυλλέκτες, τα σκουπίδια της Καλκούτας «ανακυκλώνονται» σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο σουρεαλισμός υπάρχει παντού: Στο τοπικό για το Ραμεσβαράμ με τις … 94 στάσεις, σε κάθε σταθμό ορμούν μέσα στην κλινάμαξα για να πάρουν με τενεκεδάκια νερό από τις τουαλέτες, κάπου υπάρχουν οι τάφοι των …. Κάιν και του Άβελ, ένα σεμινάριο στην Κεϋλάνη σχετικά με την αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτο – ευνόητο, εφόσον προσφέρονται τρία γεύματα ημερησίως και η αίθουσα είναι γεμάτη με φτωχούς αλλά χορτασμένους, μισοκοιμισμένους συνέδρους.

Στην γραφειοκρατούμενη σοσιαλιστική Βιρμανία εκπλήσσεται με την κινηματογραφική μανία του πληθυσμού και υφίσταται για άλλη μια φορά φρικτά ξύλινα καθίσματα και σπασμένα παράθυρα. Κόκαλα κοτόπουλου και κελύφη από γαρίδες στο διάδρομο, μουσική στη διαπασών από γιγάντια παλιά ηχεία. Το Μανταλέι είναι ένα μαγικό όνομα, αλλά τίποτε άλλος εκτός απ’ αυτό. Το ποίημα του Κίπλινγκ είναι ανεξήγητο – εκείνος δεν έφτασε ποτέ ως εδώ. Όμως του αρκεί το θέαμα των γυναικών που λούζονται σ’ ένα ποτάμι στην Άνω Μπούρμα και για μια στιγμή σκέφτεται να πηδήξει από το τρένο και να ζήσει με μια από αυτές στην υπόλοιπη ζωή του. Καθώς θεόρατες γέφυρες ενώνουν τις βουνοκορφές της ζούγκλας, μια ένοπλη ομάδα στο τελευταίο βαγόνι προστατεύει στο τρένο από τους ληστές, με αρχαία όπλα – οι ληστές το γνωρίζουν και ορμούν μόνο στο πρώτο.

Τα μπουρδέλα του Βιενάν στο Λάος είναι πιο καθαρά από τα ξενοδοχεία ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Μπανγκόγκ θεωρούνται φυσιολογικές από τους κατοίκους της. Η πόλη βασίζεται στους περαστικούς και διαφημίζεται ως το μέρος που οποιοσδήποτε άτολμος τουρίστας θα νοιώσει Καζανόβας. Για άλλη μια φορά αδιαπέραστοι δρόμοι, μαύρα κανάλια και εμπόριο έργων τέχνης κλαπέντων από απομονωμένους ναούς της χώρας. Και ο Θερού συνεχίζει σε Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ και Ιαπωνία, παίρνει το Υπερ – Εξπρές Ηλιαχτίδα για το Κιότο και την δεκατετράλεπτη «Ηχώ» για την Οζάκα, καταλήγει στον Υπεσιβηρικό και στο τέλος του τετραμήνου επιβεβαιώνει πως τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ ένα τρένο: ακόμα και η παρόρμηση να κατέβεις.

Αν σκεφτεί κανείς πως ο ανήσυχος τροχιοδρόμος (Μασαχουσέτη, 1941) υπήρξε από καθηγητής σε Μαλάουι και Σιγκαπούρη έως πανεπιστημιακός στην Ουγκάντα, εγκατεστημένος επί 17ετία στην Βρετανία και νυν ζων στη Χαβάη, τότε είναι προφανές πως δεν θέλει και πολύ να ξαναφύγει κι άντε εμείς μετά να τον ακολουθήσουμε πάλι λαχανιάζοντας. Τι; Ξανάφυγε, ακολούθησε νέο βιβλίο και πέρασε από δω;

Όσο πιο μεγάλο ήταν το τρένο, όσο πιο μακρύ ήταν το ταξίδι, τόσο πιο ευτυχισμένος ένοιωθα εγώ – δεν είχα το άγχος που μου προξενούσαν τα τοπικά τρένα, που έπρεπε να βρίσκονται μια ορισμένη ώρα σε ορισμένο μέρος. Στα μεγάλα ταξίδια σπάνια κοιτούσα τους σταθμούς που περνούσαν έξω από το παράθυρό μου – η κίνηση του τρένου μέσα στο χώρο δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είχα μάθει να συμπεριφέρομαι σαν μόνιμος ένοικος τους εξπρές…Το ταξίδι με το τρένο ζωντάνευε τη φαντασία μου και συνήθως μου παρείχε τη μοναξιά που χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω και να καταγράψω τις σκέψεις μου. Μου ήταν εύκολο να ταξιδεύω σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: πάνω στις επίπεδες σιδηροτροχιές, ενώ η Ασία άλλαζες αδιάκοπα έξω από το παράθυρό μου, και την ίδια στιγμή να περιφέρομαι στα άκρα ενός προσωπικού κόσμου αναμνήσεων και λέξεων. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο πετυχημένο συνδυασμό. (σ. 251)

Εκδ. Κέδρος, 2005, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 510 σελ. (Paul Theroux, The Great Railway Bazaar, 1975). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου

Η βιβλική μεταϊστορία

Μέρος Α΄

Ο αλλοτινός «ψηλαφιστής μιας θρησκείας εγκόσμιας σωτηρίας» (θυμίζουμε: φίλος και συνεργάτης του Τσε Γκεβάρα) οργώνει τους βιβλικούς τόπους σε μια ιδιότυπη αποστολή διερεύνησης των περιπετειών της μεγάλης θεολογικής υπόσχεσης. Εικονοπλαστικές περιγραφές, συζητήσεις με πρόσωπα κάθε άποψης και ταυτότητας και προσωπικές περιπλανήσεις μεταπλάθονται σε συναρπαστικό δοκιμιακό, πολιτικό, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό λόγο (που προλογίζεται από απαραίτητο εισαγωγικό και κριτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη). Τι απέγιναν οι Γραφές στην χώρα των τριών μονοθεϊσμών, των κληρονομικών μεσσιανισμών και του μέγιστου μίσους στην ελάχιστη επιφάνεια, όπου τρεις φωνές μοιάζουν να λένε η μια στην άλλη «δεν έχεις θέση εδώ»;

Το επιχείρημα της παλαιότητας συνεπάγεται την κυριαρχία στο παρόν. Το εκρηκτικό βραχυκύκλωμα χρονολόγησης και διεθνούς δικαίου (που θα ανάγκαζε πολλούς πληθυσμούς στον κόσμο να μετοικήσουν) εξηγεί γιατί η αρχαιολογία εδώ μυρίζει μπαρούτι. Το Ισραήλ κατατρυπά τη γη, ταυτίζει πηγές κι εξαφανίζει κάθε εχθρική προϊστορία. Οι χριστιανοί αναζητούν την επαλήθευση της βιβλικής αφήγησης σε χαλίκια και παπύρους. Οι μηδαμινές αρχαιολογικές πληροφορίες για τα πρωτοχριστιανικά χρόνια αναπληρώνονται από παραχαράξεις και οι βιβλικοί λόγοι συρράπτονται στα θραύσματα των σκαμμάτων: μια σχολαστική υψηλή ραπτική. Οι πιστοί μοιάζουν δεμένοι περισσότερο με τις τελετουργίες παρά με το δόγμα τους. Η θρησκεία περισσότερο δηλώνει την ταυτότητα της ομάδας παρά την αλήθεια ενός αισθήματος. Οι κληροδοτημένες χειρονομίες βαρύνουν περισσότερο από τις ιδέες.

Η βιομηχανία της μνήμης μετατρέπει τους βιβλικούς μη-τόπους σε «αυτόματους πωλητές του παγκοσμιοποιημένου μεταφυσικού. Ο επιμνημόσυνος τουρισμός μας επιστρέφει σε πηγές περισσότερο πλαστές παρά γνήσιες. Το λίκνο της χριστιανικής πίστης θεάται μόνο μέσα από τις επανειλημμένες επεμβάσεις της ενηλικίωσής της, Η σηματοδότηση ανθεί, το σημαινόμενο φθίνει. Τα μνημεία – πολυκαταστήματα της πίστης είναι για την ανάμνηση του Ιησού ό, τι είναι η φλυαρία για τον λόγο. Το μυθικό λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση. Ο προσκυνητές δημιούργησαν τον Άγιο Τόπο, όχι το αντίστροφο. Η Ιστορία αντικαθίσταται από μια εύπλαστη και πολυδύναμη μεταϊστορία.

Η τριπρόσωπη Πόλη μοιάζει με βιομηχανική έκθεση περιφράξεων και εμποδίων διέλευσης. Παντού κυριαρχεί η αγωνία του σωστού συνθήματος, της λάθος πινακίδας και του κλειστού περάσματος. Καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο κατακερματισμένη και οριοθετημένη. Η αποθέωση της τειχολογίας συμβαδίζει με την ταυτοτική σηματοδότηση: το ομοίωμα του ηγέτη κάθε κοινότητας γίνεται τελωνείο και πυξίδα ταυτόχρονα. Φωτογραφίες αγνοουμένων ή νεκρών στα μπάζα ή τους ηλεκτρικούς στύλους, αυτοσχέδια μνημεία, σημαίες στους αγρούς και τις σκεπές: μια έκρηξη εμβλημάτων, ένας αγιογραφικός ενθουσιασμός. Ο φόβος της όσμωσης δημιουργεί γωνίες λήψης που επιτρέπουν την απάλειψη των έτερων πλεοναζόντων πλησιαστών. Η κοινότητα και το τηλεοπτικό της κανάλι συνοψίζει τον μικρόκοσμο του καθενός, ενώ συχνά η εσωτερική ειρήνη εξαγοράζεται μ’ έναν εξωτερικό εχθρό ή με την υποχώρηση της δημοκρατίας.

Το Ισραήλ, σε μόνιμη κατάσταση εργοταξίου και προώθησης των συνόρων, δεν αναδεικνύει πόλεις αλλά μεγάλους άξονες κυκλοφορίας: οι μύθοι του χτίζονται με την μπουλντόζα, ο Μωυσής συμβαδίζει με το Κατερπίλλαρ. Χάρη στην τακτική του τετελεσμένου γεγονότος δεν αποτελούν οι ισραηλινοί εποικισμοί στίγματα ενός παλαιστινιακού φόντου, αλλά το αντίστροφο. Οι αναφορές των οργανισμών αγνοούν κάθε αξιολογική κρίση και προσωπική μαρτυρία. Ένα «μακελειό» καταχωρίζεται ως «συμβάν», η στατιστική μοιάζει πιο αξιόπιστη από τις φθαρμένες λέξεις. Καμιά σύγκρουση δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη και χαρτογραφημένη. Οι λογιστές τους πένθους και της σφαγής γνωρίζουν πως τα μακροπρόθεσμα σενάρια αποτελούν ανυψωτές ηθικού και εργοδοτούν διπλωμάτες, μέσα και πολλές φάμπρικες απασχόλησης.

Ο Ντεμπρέ αισιοδοξεί παρατηρώντας την δικτύωση των προσφυγικών στρατοπέδων. Το Διαδίκτυο υποκαθιστά την εδαφική ένωση, παρακάμπτει τη λογοκρισία και οδηγεί σε μια εύπλαστη αντίληψη του ιερού. Η μεταφορά του ΟΗΕ («η τελευταία ασφάλεια, μαζί με τους Μ.Κ.Ο., πριν από την αυτοκτονία μιας κοινωνίας») στην πόλη, η επινόηση μιας πολιτικής οχυρώσεων και μιας ηθικής συνόρων και η λύση των δυο κρατών με μεγάλες εκατέρωθεν παραιτήσεις είναι απαραίτητες, όπως και η πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο ανάμεσα στις κουλτούρες και την συνύπαρξη ταυτοτήτων. Απαιτείται ένα «αυτοί» για να ζήσει ένα «εμείς». Η πολλαπλότητα των κόσμων και το ψηφιδωτό των πίστεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής.

Μέρος Β΄

Η σημειολογία της Αγίας Χώρας
Σπίτια μισοτελειωμένα, εντύπωση ενός διαρκούς «υπό κατασκευή», ανοιχτοί τοίχοι, κατασκηνώσεις μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, οικογένειες που κατασκηνώνουν μέσα στο μισογκρεμισμένο σπίτι τους, πάνω στα ερείπια. Στους τοίχους φωτογραφίες των νεκρών εφήβων ή κόκκινα τριαντάφυλλα αντί για τα πρόσωπα των κοριτσιών. Μια κοινωνία που εξαθλιώνεται και σαπίζει ζωντανή από έλλειψη δουλειάς, ελπίδας και εξαερισμού. Σμήνη παιδιών στη Αντ Ντεϊράτ, στην Δυτική Όχθη, υποδέχονται με κραυγές ενθουσιασμού τα σκουπιδιάρικα των εποίκων, για να βοηθήσουν στο οικογενειακό τσουκάλι: ο σκουπιδοτενεκές ως μέσο ταπείνωσης του εχθρού.

Η ειδωλολατρία της δύναμης
Στο Ισραήλ η θρησκεία είναι ένθετη στο έθνος και αντιστρόφως. Η συναγωγή κυριεύει τον στρατώνα και ο στρατώνας την κυβέρνηση. Εβραίοι εγκαταστάθηκαν άνευ όρων σ’ αυτή τη γη που τους είναι συγχρόνως ξένη και από τα πανάρχαια χρόνια πατρίδα τους. H επιστροφή ενός λαού στη γη του είναι νόμιμη, αλλά μπορεί να γίνεται δια του βίαιου διωγμού και της κατοχής ενός άλλου λαού; Εδώ εφαρμόζεται η εθνοκάθαρση και ανάγονται ως βασικοί δικαιικοί κανόνες το status quo και οι «νέες πραγματικότητες που ισχύουν επί τόπου». Ο Ντεμπρέ τονίζει πως αυτό το κράτος κινδυνεύει πρωτίστως από τον εαυτό του, από την «προσχώρηση στην ειδωλολατρία της δύναμης», στη δεισιδαιμονία της ισχύος. Είναι αξιοσημείωτο πως η αμερικανική εβραϊκή κοινότητα γίνεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική της ασταμάτητης φιλοπολεμικής τους δραστηριότητας, σε αντίθεση με την Γαλλία, στα λάθη της οποίας συχνά επανέρχεται ο συγγραφέας.

Οξύμωρα και υποκρισίες
Ενώ η Αμερική είναι η μεγαλύτερη χορηγός του Ισραήλ, η Ευρώπη είναι η πρώτη στην παροχή βοήθειας στην Παλαιστίνη: αφιερώνει εκατομμύρια ευρώ και τους καλύτερους εμπειρογνώμονες για την κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, ενός αεροδρομίου ή ενός επιστημονικού εργαστηρίου αλλά οι ίδιες χώρες δεν διαμαρτύρονται όταν η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε αυτές τις πολυδάπανες επενδύσεις σε τρία λεπτά! (σ. 372). Έτσι το Ισραήλ επωφελείται πρώτο από την βοήθεια προς την Παλαιστίνη, αφού η Ευρώπη πληρώνει στη θέση του τα έξοδα κατοχής που βαρύνουν τον κατακτητή. Από την άλλη, Παλαιστίνιοι κάνουν ουρά σε κάποιο check point για να τους προσλάβουν με τη μέρα στο χτίσιμο του τείχους που θα περικλείσει το χωριό τους. Ή νεαρές εργάτριες ράβουν τις στολές της Τσαχάλ.

Διασκέψεις και διάλογοι πραγματοποιούνται εκτός πεδίου πυροβολισμών και καρδιάς του προβλήματος. Η υποκρισία αποτελεί το απαραίτητο λιπαντικό για τους μηχανισμούς και των δύο. Όλοι επικρότησαν τις «συμφωνίες της Γενεύης» που δεν ισχύουν πλέον, λίγοι τις διάβασαν. Μεγάλες προσδοκίες, κανένα αποτέλεσμα. Οι ισραηλινές κυβερνήσεις μεριμνούν για τη χορήγηση τριμηνιαίας δόσης αναλγητικών (μονομερή πλάνα αποχώρησης, μερικές διαλύσεις εποικισμών, εξαγγελίες απραγματοποίητες). Η δημοσιότητα ζει στην επικαιρότητα και δεν έχει μνήμη. Είκοσι νεκροί στη Γάζα είναι σαν διακόσιους στην Βαγδάτη: ένα πλάνο, τρία δευτερόλεπτα, και περνάμε στην κλήρωση του λόττο.

Η εκβιομηχάνιση του συμβολικού

Δέκα χιλιάδες διδάκτορες για τον Πλάτωνα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι για τον Ιησού. Οι ιδέες και οι πράξεις μετράνε λιγότερο από την σιλουέτα που έχει εντυπωθεί.

Οι Άγιοι Τόποι σύντομα δεν θα είναι η Λούρδη που φοβόταν ο Φλωμπέρ αλλά μια νέα Ντίσνεϋλαντ – επισκέψιμα πνευματικά πάρκα αναψυχής με πάρκινγκ. Τα μνημεία μένουν όρθια μόνο χάρη στις αφηγήσεις με τις οποίες τα τεκμηριώνουμε, τη λάμψη μιας κοινής μνήμης που προβάλλουμε επάνω τους. Οι μυθικές πόλεις αποτελούν σημάδια μιας υπόσχεσης που απολαμβάνεις εκ του μακρόθεν. Τελικά τι είναι ο Ιορδάνης της γεωγραφίας μπροστά στον Ιορδάνη του προσωπικού μας χάρτη, των ονείρων μας για τον υμνωδό με τον ξύλινο σταυρό; Μόνον εκείνος είναι ωραίος γιατί δεν υπάρχει (σ. 136). Ευκολότερα μιλάς γι’ αυτόν παρά τον βλέπεις. Η Βηθανία της Βάπτισης είναι ένα εγκαταλειμμένο σημείο στο μέσο ενός ναρκοπεδίου. Τα κάμπινγκ της Άνω Γαλιλαίας, το φαστ-φουντ στη Ναζαρέτ, οι εργατικές κατοικίες στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τα ηχεία που ουρλιάζουν στην Εμμαούς εμποδίζουν κάθε επιστροφή στο παρελθόν, το οποίο ανασκευάζεται στη βάση των νοσταλγών του παρόντος.

Αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν η εποχή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η εποχή των Βυζαντινών, που ήταν οι πρώτοι που προσδιόρισαν την τοποθεσία των ipsissimi loci της Γέννησης και των Αγίων Παθών. Στα αλλεπάλληλα στρώματα του υπεδάφους στοιβάζονται οι ευσεβείς φαντασιώσεις της οικουμενικής χριστιανοσύνης. Δελεαστικά φυλλάδια και προσκλήσεις σε τετραχρωμία μας καλούν σε επιστροφή σ’ αυτό που μας διαβεβαιώνουν πως είναι η αφετηρία μας. Καθώς τα λείψανα της πόλης στριμώχνουν τις εποχές και τους θεούς τον έναν πάνω στον άλλον, η ζωτική τέχνη της προχρονολόγησης και του αναχρονισμού αναλαμβάνει μια παντομίμα κουλτούρας, όπως οι γραφείς της φυλής που διηγούνται την ιστορία από εμπρός προς τα πίσω για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της στιγμής. Οι πρόγονοί μας, γράφει ο Ντεμπρέ, είχαν υπερεπάρκεια μνήμης και πενιχρότητα τόπων. Εμείς έλλειμμα μνήμης και πλεόνασμα τόπων. Δεν διαβάζουμε τις Γραφές, αλλά το προχρονολογημένο σκηνικό τους μας έχει γίνει πιο οικείο. Παραγνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται μέσα μας, ότι είναι οι δικές μας αναμνήσεις και ελπίδες.

«Θεολογικές» και «λαϊκές» συλλογικότητες
Ένας τραγικός ποιητής θα χειροκροτούσε την ενότητα δράσης, τόπου και χρόνου. Πρωταγωνιστής ο Θεός, τόπος δυο τετραγωνικά χιλιόμετρα, επίδικο αντικείμενο η ίδια η αιωνιότητα. O Ντεμπρέ νοιώθει άβολα με την λατρευτική υστερία, τις ευσεβείς απάτες, «τα ασφαλιστικά συμβόλαια των σαλών του Θεού». Οι μονοθεϊστικές θρησκείες εξαγγέλλουν την συναδέλφωση και προκαλούν σφαγές στο όνομά τους. Αυτά που λέει ο Μπιν Λάντεν, περιέχονται στο Syllabus, την παπική εγκύκλιο του 1869!

Σε κάθε άνθρωπο, ας είναι και άθεος, υπάρχει ένας μουσουλμάνος, ένας χριστιανός και ένας εβραίος εν υπνώσει, που μια αναλυτική παρουσίαση μπορεί να τον ξυπνήσει φέρνοντας στην επιφάνεια ορισμένες αλλεργίες ή ενδόμυχες τάσεις που δεν υποψιαζόταν μέχρι τότε. Όλοι γνωρίζουν ότι η Βίβλος, το Κοράνι, ακόμα και τα Ευαγγέλια περιέχουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, και ότι για κάθε μειλίχια παραίνεση των Γραφών αντιστοιχεί, τρεις σελίδες παρακάτω, μια άδεια για φόνο. (σ. 470, 472)

Οι χριστιανοί Άραβες διπλά παραμερισμένοι: στην πατρίδα ως χριστιανοί και στο εξωτερικό ως Άραβες. Οι Μαρωνίτες και οι κόπτες της Αιγύπτου αποδεικνύονται τα δυο πιο σταθερά αγκυροβόλια του ανατολικού χριστιανισμού. Δημιουργείται όμως η εντύπωση πως οι Χριστιανοί περισσότερο ενδιαφέρονται για την κλειδοκρατορία παρά για τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισης του χριστιανισμού στην περιοχή.

Το φράγμα των επτακοσίων χιλιομέτρων μοιάζει με την υπογραφή ενός μοιραίου πεπρωμένου «άπαξ και συγκροτηθούμε σε θίασο, εταιρεία, εκκλησία, σχολή, λέσχη, στοά, κόμμα, εθνότητα, έθνος ή κοινότητα». Εκεί όπου υπάρχει ένας εκλεκτός, υπάρχει και ένας απόβλητος. Ή απλώς «Μια εθνική μνήμη είναι η διαχείριση από κοινού μερικών βολικών παραλείψεων που θα έβλαπταν το ηθικό του έθνους». (σ. 257)

Τίτλοι τέλους (;)
Ο Ντεμπρέ είναι βέβαιος πως κάποια μέρα αυτό το σκουριασμένο καζάνι θα αυτοκαταστραφεί. Οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας και οι απαγωγές ομήρων θα συνεχίζονται χωρίς τελειωμό, παρασυρμένες από μια τυφλή και νεανική παλίρροια, έναν ξέφρενο άνεμο συλλογικής και αυτοκτονικής ζωτικότητας. Όμως ελπίζει, καθώς το διαδίκτυο γίνεται εξισωτής δυνάμεων και νευρώνων, ευνοεί όσους έχουν χαμηλότερη μόρφωση, ενώνει τους εξόριστους, κάνει τις αποφάσεις συλλογικές και αφαιρεί από τα κράτη τον έλεγχο της αλήθειας, ελπίζει βλέποντας ένα εικονικό παλαιστινιακό μουσείο και γνωρίζοντας πως σε δέκα χρόνια από τώρα, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Βεδουίνων, θα είναι δικτυωμένοι. Εάν υπάρχει ένας μετα-ισλαμισμός, οφείλει πολλά στις δορυφορικές κεραίες και στους φορητούς υπολογιστές. Στον 21ο αιώνα όλοι μας θα έχουμε μια σύνθετη ταυτότητα και τόσο το καλύτερο. Ή όπως λέει ένας από τους συνομιλητές του: Είμαι Άραβας, μουσουλμανικής κουλτούρας, χριστιανικής θρησκείας, βυζαντινής μνήμης, σε εβραϊκό περιβάλλον. Είμαι όλα αυτά μαζί. Είμαι η ιστορία αυτού του τόπου εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Δεν μ’ αρέσουν οι ταυτότητες. Απλώς εντάσσομαι.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, σελ. 516.

Πρώτη δημοσίευση: Α’ Μέρος : Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ). Β΄ Μέρος: αποκλειστικά εδώ στο Πανδοχείο.

Στις φωτογραφίες: Το Φράγμα των Επτακοσίων Χιλιομέτρων. Εξωτερικός (εξαεριζόμενος) τοίχος σπιτιού στη Γάζα. Πολύχρωμο «μνημείο» κατασκευασμένο από βλήματα που εκτοξεύτηκαν από άλλα βλήματα. Κόπτης μοναχός που μοιάζει με Σεκιούριτι. Η Οδός των Δακρύων (που δεκαπλασιάστηκε και περνάει μέσα από τουριστικά μαγαζιά). Ένα κορίτσι στη Γάζα. Κι ένας εγγυημένος τρόπος να θωρακίσεις την πόρτα σου.