Λουίς Σεπούλβεδα – Η σκιά του εαυτού μας

coverΤα κουρέλια πολεμούν ακόμα

Σχεδίαζαν να παρατείνουν τη φιλία τους και να τη διατηρήσουν αλώβητη με τα χρόνια, αλλά υπήρξαν και σύντροφοι, συμπολεμιστές στον αγώνα για να γίνει η χώρα ένας τόπος αν όχι καλύτερος, τουλάχιστον όχι τόσο απαυδισμένος, ώσπου ήρθε εκείνο το βροχερό πρωινό του Σεπτεμβρίου, κι απ’ το μεσημέρι τα ρολόγια άρχισαν να δείχνουν ώρες άγνωστες, ώρες δυσπιστίας, ώρες που οι φιλίες εξανεμίζονταν, αφήνοντας πίσω τους μονάχα τον έντρομο θρήνο των χηρών και των μανάδων. Η ζωή γέμισε με μαύρες τρύπες που βρίσκονταν παντού: κάποιος κατέβαινε στο σταθμό του μετρό και δεν ξανάβγαινε ποτέ, κάποιος έμπαινε σ’ ένα ταξί και δεν έφτανε ποτέ στο σπίτι του, κάποιος έλεγε πως λαχταρούσε μια άσπρη μέρα και τον έτρωγε το μαύρο σκοτάδι. [σ. 51]

109169887613hjΑκόμα και οι σκέψεις του Λόλο Γκαρμενδία είναι κοινές και συντροφικές μ’ εκείνες των άλλων δυο φίλων του, του Κάτσο Σαλίνας και του Λούτσο Αρανσίβια. Λίγο νωρίτερα ο Σαλίνας έχει βρει καταφύγιο σ’ ένα ελεεινό κοτοπουλάδικο μέχρι να κοπάσει η βροχή, συνομιλώντας με τον πωλητή. Το Σαντιάγο με βροχή δεν θα μπορούσε να είναι πιο θλιβερό, ειδικά αν σκέφτεται κανείς πως η φράση «βρέχει στο Σαντιάγο» ήταν το πραξικοπηματικό σύνθημα των φασιστών που σκοτείνιασαν τη χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973. Σ’ αυτό το παράπηγμα οι δυο άντρες κοιτάζονται φευγαλέα στα μάτια κι ανακαλύπτουν «τα ίδια φαντάσματα, το ίδιο ιστορικό γλαύκωμα που τους επέτρεπε να βλέπουν παράλληλες πραγματικότητες ή να διαβάζουν τη ζωή σε δυο αφηγηματικές γραμμές, καταδικασμένες να μη συναντηθούν ποτέ: αυτήν της πραγματικότητας κι εκείνην των επιθυμιών. Οι ναυαγοί απ’ το ίδιο πλοίο διαθέτουν μια έκτη αίσθηση που τους επιτρέπει να αναγνωρίζονται – όπως οι νάνοι».

11356734_e451ced8b8_zΟ τρίτος της παρέας, ο Λούτσο Αρανσίβια στο υπόστεγο με τους τεχνίτες ονειρεύεται σταυρόλεξα γεμάτα με λέξεις της δικής τους άγραφης Ιστορίας όταν του χτυπάει την πόρτα ο Σαλίνας. Οι δυο άντρες δεν είναι πια νεολαίοι· η νεολαία έχει διασκορπιστεί σε χιλιάδες σημεία, κουρελιασμένη απ’ τα ηλεκτροσόκ στις ανακρίσεις, θαμμένη σε μυστικούς τάφους που έβγαιναν στο φως σιγά σιγά, σε χρόνια φυλακής, σε ξένα σπίτια χωρών ακόμα πιο ξένων, σε ομηρικές επιστροφές από το πουθενά, κι απ’ αυτήν δεν είχαν μείνει παρά ύμνοι του αγώνα που κανείς δεν τραγουδούσε πια, γιατί οι κύριοι του παρόντος αποφάσισαν πως στη Χιλή δεν υπήρξα ποτέ νέοι σαν αυτούς, δεν τραγουδήθηκε ποτέ το Joven Guardia…. [σ. 29]

IMG_2950[1]Κάπου στην ίδια πόλη ένα πικ απ Dual για 33ρια αλλά και τα θρυλικά 78άρια από ανθρακίτη εκτοξεύεται από ένα παράθυρο χτυπώντας έναν τυχαίο περαστικό, μαζί με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής του Εδουάρδο Γκαλεάνο· άτυχος νεκρός ο Πέδρο Νολάσκο Γκονσάλες, ο υπεύθυνος για την επανασύνδεση των παλιών επαναστατών τριάντα πέντε χρόνια μετά. Ο Νολάσκο δεν σταμάτησε να ενεργεί ούτε ως εξαφανισμένος: επιτέθηκε σ’ ένα εκτροφείο βιζόν στην Παταγονία κι ελευθέρωσε δυο χιλιάδες ζώα, «αξίας» εκατοντάδων χιλιάδων πέσο, που ανακατεύτηκαν με την τοπική πανίδα κι έχασαν κάθε αξία· άλλη φορά ανατίναξε ένα φράγμα αφήνοντας να δραπετεύσουν χιλιάδες σολομοί.

405616499_640Ήταν κάποιος που είχε μόλις επιστρέψει από την εξορία, ένας άνδρας που είχε ζήσει δεκαπέντε χρόνια στην Πράγα, και στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε πως το περιστατικό είχε συμβεί στη γειτονιά του, πως μια ζωή αυτός ο δρόμος πήγαινε από βορρά προς νότο, πως δεν ήξερα πότε του είχαν αλλάξει κατεύθυνση. Όσοι επέστρεφαν από την εξορία είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους, η πόλη δεν ήταν πια η ίδια, έψαχναν τα μπαρ τους κι έβρισκαν κινέζικα μαγαζιά, στη θέση του φαρμακείου της παιδικής τους ηλικίας τώρα έστεκε ένα στριπτιζάδικο, το παλιό σχολείο είχε γίνει ναός των πεντηκοστιανών. Έτσι, απροειδοποίητα, τους είχαν αλλάξει τη χώρα. [σ. 74]

marcelo montecino prisoneras national stadium 1973Η επιστροφή των τριών από την εξορία είναι γεγονός, αλλά υπάρχει ποτέ τέτοια επιστροφή; Γιατί τελικά απ’ την εξορία δεν γυρίζεις, κάθε απόπειρα επιστροφής μια εξωφρενική απόπειρα να κατοικήσεις σε μια χώρα που φυλάς στη μνήμη σου. Όλα είναι ωραία στη χώρα της μνήμης….είναι μια χώρα αμετακίνητη, «σαν τη θηλή της Αγίας Θηρεσίας ή σαν μια ταινία του Ροζέ Βαντίμ». Αν η πρώτη ληστεία τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο έγινε με προορισμό των χρημάτων για τους κολασμένους της γης και ο υπάλληλος τότε δε φοβήθηκε ούτε στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι, όπως είπε, του είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ότι οι τακτικοί πελάτες της τράπεζας, τώρα ας γίνει η τελευταία ηρωική καταλήστευση των ληστών της Χιλής.

3905804583_2633456465_zΠολλοί άνδρες και πολλές γυναίκες που γνωρίζονταν, απαρνήθηκαν ο ένας τον άλλον σε μια επιδημία αναγκαίας και σωτήριας αμνησίας. Όχι· δεν τους ξέρω αυτούς τους τύπους που πήγαιναν φορτωμένοι σ’ ένα καμιόνι. Όχι· δεν την έχω ξαναδεί ποτέ αυτή τη γυναίκα που περιμένει στη γωνία. / Η λήθη ήταν επείγουσα ανάγκη, έπρεπε ν’ αλλάζεις πεζοδρόμιο και ν’ αποφεύγεις συναντήσεις, έπρεπε να κάνεις γρήγορη μεταβολή και να σβήνεις τα χνάρια σου. Κι όλα αυτά που ήταν φορτωμένα μέλλον, αμέσως δηλητηριάστηκαν με παρελθόν. [σ. 52]

Η τ11239093_9c028ba927_zραγωδία των Χιλιάνων έπαψε να συγκινεί όταν έπεσε η δικτατορία ενώ η χιλιανή  μεταπολίτευση πραγματοποιήθηκε με βάση το «γατοπαρδιανό» αξίωμα ότι όλα αλλάζουν για να μείνουν όλα ίδια. Ακόμα κι ένας σκεπτικιστής αστυνόμος συζητώντας με την υπαστυνόμο, αναρωτώμενος ποιοι δίνουν τις φονικές διαταγές από ψηλά, σκέφτεται πως όλα θα τα πει μια μέρα η Ιστορία, την μέρα ειδικά εκείνη όπου οι Χιλιανοί θα πάψουμε να ’μαστε χεσμένοι από το φόβο μας για το ίδιο μας το παρελθόν. Όμως το «Γραφείο» υπάρχει ακόμα: ένας παράλληλος οργανισμός ασφάλειαςμε σκοπό την εξόντωση των τελευταίων αριστεριστών που πίστευαν πως μπορούν να ρίξουν την κυβέρνηση με ένοπλο αγώνα, τώρα συνεργάζεται με βασανιστές που ιδρύουν εταιρείες σεκιούριτι. Και πλήθος φασιστικών καταλοίπων ζουν και βασιλεύουν, ενίοτε στις κοιλάδες του καθαρού αέρα, μακριά απ’ το «νέφος» του Σαντιάγκο.

11schileΥπάρχουν καλύτεροι στόχοι για τρεις αιώνια εξεγερμένους παλιόφιλους που δεν το βάζουν ποτέ κάτω; Υπάρχεις ιδανικότερη ηρωική έξοδος, για τρεις αγωνιστές που τώρα κοιτάζουν ξανά μπροστά, γνωρίζοντας πως δεν μπορούν να διορθώσουν πράγματα που έγιναν, αλλά πως μπορούν να προλάβουν πράγματα που θα γίνουν;  Αν κάποτε για τους νικημένους, η ζωή είχε μετατραπεί σ’ ένα στρώμα ομίχλης, στην καταχνιά των καταδικασμένων να συντηρούν με νύχια και με δόντια τις καλύτερες από τις αναμνήσεις τους, αυτά τα λίγα χρόνια ανάμεσα στο εξήντα οκτώ και το εβδομήντα τρία, σημαδεμένα μέρα με τη μέρα με το χαμόγελο της πιο στρατευμένης αισιοδοξίας [σ. 101], τώρα σημασία θα έχουν όχι οι μεγάλες ήττες αλλά οι μικρές νίκες. Ή όπως μουρμουρίζει ένας εξ αυτών, «είμαστε η σκιά του εαυτού μας και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως»

Εκδ. Opera, 2009, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 147, με δωδεκασέλιδο λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και τρισέλιδο λεξικό ξένων και μη εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων. [Luis Sepúlveda, La sombra de lo que fuimos].

Οι δυο πρώτες φωτογραφίες: Συλλήψεις στο Σαντιάγκο και συλληφθέντες στο Εθνικό Στάδιο της πόλης μετά το πραξικόπημα.  Στην τελευταία, ο Victor Jara τελευταίος δεξιά, στην πορεία του UP στο Σαντιάγκο στις 4 Σεπτεμβρίου 1973, μια βδομάδα πριν από το πραξικόπημα [φωτ. Marcelo Montecino].

4009424_8f2ff1e530_zΣημ.: Μιλώντας περί φασιστικών καταλοίπων: Στο βίντεο εισβολή στο γραφείο του Edwin Dimter Bianchi που  αναγνωρίστηκε από επιζώντες συγκρατούμενους του Victor Jara ως ο «El Príncipe», ο κύριος βασανιστής και δολοφόνος του. Για όσους δεν γνωρίζουν, είναι αυτός που έκοψε με τσεκούρι τα δάχτυλα του Βίκτορ Χάρα στο χιλιανό στάδιο, και του ζήτησε μετά να παίξει κιθάρα «για την π…την μάνα του». Είναι χαρακτηριστικό το κλαψούρισμά του ιδίως όταν κάθεται με τον πωπό πάνω στο γραφείο του με χέρια και πόδια ψηλά, ακριβώς όπως οι κατσαρίδες. Πάνω στον τρόμο του προστατεύεται με μια αφίσα του Victor Jara: ο ορισμός της απόλυτης ειρωνείας. Οι εισβολείς επιδεικνύουν ανωτερότητα, τον φτύνουν με τις λέξεις και αποχωρούν· άλλοι θα τον έβγαζαν στους δρόμους του Σαντιάγο, ώστε να μάθουν όλοι την ιδιότητα που έκρυβε τόσο γενναία όλα αυτά τα χρόνια. Κι άλλοι θα του έκαναν ακόμα χειρότερα. Υποθέτω θα το κατανοούσε, άλλωστε αυτός ήταν ο κόσμος του. Αυτό που θα του άξιζε όμως θα ήταν να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής τους μαζί με αυτούς, και ακριβώς όπως όλοι οι φτωχοί και κυνηγημένοι της χώρας.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Εντευκτήριο, τεύχος 99 (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2012)

Layout 1Ώρες ώρες έχω την αίσθηση ότι δεν δημιουργήθηκα από κάποιον Θεό. Ότι δημιούργησα τον δικό μου, προς χάριν ανακούφισης. Της υπόσχεσης, έστω για μια θέση στον Παράδεισο. Αυτή η επαγγελία είναι που δεν μου επιτρέπει να απολαύσω τη ζωή μου στο μέγιστο… γράφει ο Διαμαντής Αξιώτης στην Ισόβια αρετή, σε σπαράγματα λόγου ενός προσώπου που κλυδωνίζεται μεταξύ πίστης και ζωής, που η σάρκα τον σπρώχνει σε χίλιους πειρασμούς, που του ζητά να ενωθεί με άλλη… Οι νύχτες μου στοιχειώνουν από φαντάσματα με ανοιγμένα χείλη, υγρές γλώσσες, εξαγριωμένα όργανα. μοχλοί ικανοί να ταρακουνήσουν τον κόσμο όλο. / Ξέρω. Εκείνος ακόμη και τα όνειρα τα όρισε «αμαρτία». Όμως, αν το μυαλό μου είναι δημιούργημά Του, τότε είναι και τα όνειρα. Το ίδιο ισχύει για την ψυχή, για τις σκέψεις μου.

Βρισκόμαστε στον κειμενικό κήπο του Εντευκτηρίου και τα ερεθιστικά κείμενα είναι και πάλι πολλά. Το πλέον απρόσμενο ανήκει στον Ίνγκο Σούλτσε, σεσημασμένο κι ενδιαφέροντα «πρώην ανατολικογερμανό» λογοτέχνη. Το Κάποτε στην επαρχία (μετ.: Μαριαλένα Κρέμερ) αναφέρεται στα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας που αποτελούσαν πραγματικούς θησαυρούς. Ο επισκέπτης των μικρών εκείνων τόπων μπορούσε να πέσει πάνω σ’ ένα μαύρο βιβλίο της σειράς Σπέκτρουμ, με τα γράμματα να σχηματίζουν τα ονόματα Μπέρναρν Μαλαμουντ, Μαξ Φρις, Τόμας ein-kleines-Auto-unterwegs-in-Sachsen-a18014865Πίντσον ή σ’ ένα βιβλίο της σειράς Ρέκλαμ με ονόματα όπως Ισαάκ Σίνγκερ, Αλμπέρ Καμύ, Χουάν Κάρλος Ονέτι, Άρνο Σμιντ… Κάθε κωμόπολη μπορούσε να αλλάξει τη ζωή, γράφει ο αφηγητής, για εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που γνώριζαν τα ονόματα από φίλους, «επιλόγους» και σκουντήματα του αγκώνα, ενώ σήμερα η λογοτεχνία, αποτραβημένη στις αστικές οάσεις υπάρχει μόνο στον υπολογιστή, εξορισμένη όπως τα βενζινάδικα.

Κι όταν τους λόγους βγάζοντας τα πλήθη ξεσηκώνουνε,/ μπράβο, συγχαρητήρια, ωραιότατα, να πείτε. / Εδώ είμαι, αν με θέλουνε κομμάτια να με κόψουνε! / Και αν δίνουν ξύλο και βαρούν, τον Θεό να ευλογείτε! / Γιατί το ξυλοφόρτωμα καθήκον πρώτο τους λογίζεται. /Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926στιχουργεί στο ποίημα «Τριαντάφυλλα σκορπισμένα στον δρόμο» ο γερμανοεβραίος αντιμιλιταριστής ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Κουρτ Τουχόλσκι (1890 – 1935, πιθανόν αυτόχειρας), ένα από τα τέσσερα σατιρικά ποιήματα που καυτηριάζουν τους υπαίτιους για την απαξίωση της δημοκρατίας και την κατάρρευση της εύθραυστης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης (εισαγωγή και μετάφραση: Νόρα Πυλόρωφ – Προκοπίου· ποιήματα που σχεδόν σβήνουν την χρονική απόσταση που χωρίζει το τότε με το τώρα, με ανατριχιαστικές αναλογίες…

Κι αν να πυροβολούν τους δείτε: ε, και τι έγινε; / Τόσο πολύ πια τη ζωή σας μην τη λογαριάζετε! / Στον ειρηνόφιλο μονάχα η λόξα έμεινε! / Θύματα να ’στε δεν το θέλετε; / Κι αν στην κοιλιά σας μέσα / χιτλερικό στιλέτο ως τη λαβή του μπήγεται:/ Φιλήστε τους φασίστες, φιλήστε τους φασίστες, / Φιλήστε τους φασίστες, όπου και να τους βρίσκετε.

carlos-fuentes-630Η πιο κινηματογραφική εικόνα: Ο ταχυδρόμος του Συρράκο, δια χειρός Ηλία Κουτσούκου, ανεβαίνοντας τις στροφές στο βουνό φορώντας κίτρινο αδιάβροχο ξεφεύγει από τον δρόμο και φεύγει σαν κατακίτρινος αετός πάνω από φαράγγι. Ο καταιγιστικότερος λόγος του τεύχους ανήκει στον Κάρλος Φουέντες, όπως ξεπηδά από μια “χαμένη” συνέντευξη που η Λίλι Κάνσο ανακάλυψε σε μια κασέτα στο αρχείο της. Και η πιο γοητευτικά μελαγχολική πρόζα στον Φερνάντο Ιγουασάκι (μετ.: Θανάσης Ράπτης) και τα Νεκρικά προικιά του:

Όταν έφτασα στον νεκροθάλαμο, συνάντησα τη μάνα μου περίλυπη στις σκάλες.

–         Ρε μαμά, εσύ είσαι πεθαμένη.

–         Κι εσύ το ίδιο παιδί μου.

Κι αγκαλιαστήκαμε απαρηγόρητοι.

RORRHSΠεζά των Σπύρου Λαζαρίδη, Λόρι Μουρ (μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), Φραντς Κάφκα (μετ.: Ειρήνη Δαδιώτου), και ποιήματα των Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Βασίλη Δημητράκου, Βαγγέλη Τασιόπουλου, Ηλία Κεφάλα, Ζαφείρη Νικήτα, Στάθη Κουτσούνη, Βόλφγκανγκ Χίλμπιγκ (μετ.: Γιώργος Καρτάκης), Μάικλ Μαρτς (μετ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ) και τριών Τουρκοκύπριων σύγχρονων ποιητών (μετ.: Λευτέρης Παπαλεοντίου) συμπληρώνουν την λογοτεχνία του τεύχους. Στην δοκιμιακή πλευρά: συγκριτική ανάγνωση από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη ενός ποιήματος του Καβάφη («Ναυμαχία») και ενός του Σεφέρη («Σαλαμίνα της Κύπρος»), άρθρα του Διονύση Καψάλη για τον εικονογράφο (κυρίως της ποίησης) Γιάννη Μόραλη, του Νάσου Βαγενά για την πεζογραφία του Βασίλη Βασιλικού, του Χρήστου Τσιάμη για τους «αταίριαστους του Μανχάτταν» ποιητές Νίκο Σπάνια και Νίκολας Κάλας, καθώς και της Μυρτώς Ρήγου για τη «μνημονιακή Αθήνα». Αντιγράφω από το τελευταίο κείμενο:

Το αληθινό πένθος φαίνεται να υπαγορεύει μια και μόνη οδό: να αποδεχθείς το ακατανόητο της απώλειας – για μένα παραμένει ακατανόητη η αλλαγή της Αθήνας τα τελευταία 4-5 χρόνια. Να το αποδεχθείς, να του αφήσεις θέση και ψυχρά να απαριθμήσεις τους τρόπους, θέλω να πω: τη ρητορική του πένθους. Διότι τι άλλο σημαίνει πενθώ παρά ζω αλληγορικά την πραγματικότητα, επινοώ τρόπους για να καταφάσκω στο αδύνατο…

Kurt_TucholskyΜια τέτοια ακατανόητη απώλεια, σε άλλο επίπεδο, εκείνη της πρόωρα χαμένης Μπίλης Βέμη καταγράφουν στο Απουσιολόγιο τρεις φίλες και συνεργάτιδες. Το ειδικό τετράχρωμο ένθετο δεκαεξασέλιδο περιλαμβάνει φωτογραφίες του Πάνου Πατίλη και το τεύχος κοσμείται με σχέδια του Γιώργου Ρόρρη. Το επόμενο τεύχος θα είναι το 100ό, και ήδη αδημονούμε για το εορταστικό κειμενικό του πανηγύρι.

Στην επόμενη ανάρτηση, το αμέσως προηγούμενο τεύχος του Εντευκτηρίου.

Στις εικόνες: ένα Τράμπαντ στις εξοχές της Ανατολικής Γερμανίας (άραγε ο επιβάτης αναζητά τα βιβλιοπωλεία των κωμοπόλεων που περιγράφει ο Σούλτσε ή τους αναζητητές των βιβλιοπωλείων;), το έργο του George Grosz, Τα στηρίγατα της κοινωνίας, 1926, που πλαισιώνει στο τεύχος το κείμενό του Κουρτ Τουχόλσκι και λίγο παρακάτω ο ίδιος ο συγγραφέας,  Κάρλος Φουέντες και έργο του Γιώργου Ρόρρη.