Slavoj Žižek – Βία. Έξι λοξοί στοχασμοί

Βία; Μη, (τ)Ζίζ!

Εσείς το κάνατε αυτό; Όχι, εσείς το κάνατε αυτό

Στο μυαλό μας βία αποτελούν οι εγκληματικές και τρομοκρατικές πράξεις, τα επεισόδια κατά της δημόσιας τάξης, οι διεθνείς συρράξεις· δηλαδή πρόκειται για την άμεσα ορατή «υποκειμενική» βία, που διαπράττεται από έναν σαφώς προσδιορίσιμο δρώντα. Μας διαφεύγουν τα περιγράμματα του φόντου που προκαλούν τέτοια ξεσπάσματα, η «συμβολική» βία που ενσαρκώνεται στη γλώσσα, η «συστημική» βία. Αν η «εμφανής» πρώτη βία αποτελεί διατάραξη της «φυσιολογικής», ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, η δεύτερη, η αντικειμενική βία, ενυπάρχει σε αυτή τη «φυσιολογική» κατάσταση των πραγμάτων και αθέατη συντηρεί ακριβώς εκείνο το μηδενικό επίπεδο. Χρησιμοποιεί αδιόρατες μορφές καταναγκασμού και συντηρεί σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, καθώς και απειλές επιβολής της. Μόνο που όταν η «φιλελεύθερη στάση» καταπολεμά την άμεση/ ιδεολογική βία (ρατσισμός, διακρίσεις με βάση το φύλο κλπ.) αποσπά την προσοχή μας από τις άλλες μορφές βίας και την αληθινή καρδιά του προβλήματος. Άρα η απάντηση σ’ εκείνους που ρωτούσαν τους αριστερούς για τις λεηλασίες στα παρισινά προάστια Εσείς το κάνατε αυτό; είναι ίδια με εκείνη που έδωσε ο Πικάσο όταν του έκαναν την ίδια ερώτηση για την Γκερνίκα κι εκείνος απάντησε Όχι, εσείς το κάνατε αυτό.

Η πολιτική του φόβου

H πολιτική σήμερα παίρνει μια νέα μορφή και γίνεται μεταπολιτική (: ισχυρίζεται ότι έχει αφήσει πίσω της τους παλιούς ιδεολογικούς αγώνες και εστιάζει στη διοίκηση από ειδήμονες) βιοπολιτική (: ορίζει ως βασικό της σκοπό την ασφάλεια και την ευημερία). Φυσικά η «αποπολιτικοποιημένη» τεχνοκρατική διαχείριση δεν είναι δυνατό να ασκήσει εξουσία παρά μέσω του φόβου και της (ανάγκης) άμυνας απέναντι σε μια πιθανή παρενόχληση ή καταπίεση. Έτσι χρησιμοποιείται ο φόβος των μεταναστών, του εγκλήματος, του κράτους, της περιβαλλοντικής καταστροφής.

Από το 2006 και μετά η αντιμεταναστευτική πολιτική έγινε κυρίαρχη τάση και αποκόπηκε ο ομφάλιος λώρος που τη συνέδεε με την Άκρα Δεξιά. Τα μεγάλα κόμματα θεώρησαν πλέον αποδεκτό να τονίσουν ότι οι μετανάστες είναι φιλοξενούμενοι που πρέπει να συμμορφωθούν με τις πολιτισμικές αξίες της κοινωνίας που τους φιλοξενεί: «Δική μας είναι η χώρα, ή την αγαπάτε ή φεύγετε». Η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και ο σεβασμός της ετερότητας συνυπάρχουν με τον ιδεοληπτικό φόβο μήπως μας παρενοχλήσουν – άρα η ανεκτικότητα συμπίπτει με το αντίθετό της. Αναδύεται λοιπόν στην κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού το  θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα να μη μας παρενοχλούν, να παραμένουμε σε απόσταση ασφαλείας από τους άλλους. Και δεν υπάρχει πιο έντονη αντίθεση από αυτήν ανάμεσα στο σεβασμό για το ευάλωτο του άλλου και στην υποβάθμισή του σε απλώς «γυμνή ζωή».

Οι Φιλάνθρωποι Απάνθρωποι

Στη φιλελευθεροκομμουνιστική ηθική, το ανελέητο κυνήγι του κέρδους αντισταθμίζεται από τη φιλανθρωπία. Σ’ έναν υπερεγωτικό εκβιασμό γιγαντιαίων διαστάσεων, οι ανεπτυγμένες χώρες συνδράμουν τις υπανάπτυκτες, με ανθρωπιστική βοήθεια, δάνεια κ.ο.κ., και με τον τρόπο αυτό αποφεύγουν το κομβικό ζήτημα, δηλαδή τη συνενοχή και τη συνυπευθυνότητά τους για την ελεεινή κατάσταση των υπανάπτυκτων. [σ.34] Και ποιοι είναι οι νέοι φιλελεύθεροι κομμουνιστές; Μα οι συνήθεις ύποπτοι: Μπιλ Γκέιτς (στο πρότυπο του «πρώην χάκερ που τα κατάφερε»), Τζορτζ Σόρος (ο συνδυασμός της αδίστακτης χρηματοοικονομικής κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης και του αντίδοτού της, του ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος για τις καταστροφικές της επιπτώσεις), οι διευθύνοντες σύμβουλοι των Google, IBM, eBay, Intel, οι φιλόσοφοι που ψωμίζονται στις αυλές τους (Τόμας Φρίντμαν), ο γκουρού της μεταμοντέρνας Αριστεράς Τόνι Νέγκρι, που επαινεί τον μετανεωτερικό ψηφιακό καπιταλισμό ως περιέχοντα όλα τα στοιχεία του κομμουνισμού.

Η επικαλούμενη μεταστροφή από τους θεσμούς στα άτομα (που επανέρχονται στο προσκήνιο ως πολίτες μιας νέας ψηφιακής δημοκρατίας), αυτή η υποτιθέμενη νέα κυβερνοδημοκρατία στην οποία εκατομμύρια άνθρωποι μπορούν να επικοινωνούν και να αυτοοργανώνονται, άμεσα συγκαλύπτει μια σειρά από ανησυχητικά χάσματα. Ο τυπικός χρήστης του Παγκόσμιου Ιστού σήμερα καθισμένος μόνος μπροστά σε μια οθόνη, είναι όλο και περισσότερο μια μονάδα που δεν έχει καμιά άμεση επαφή με την πραγματικότητα και συναντά μόνο εικονικά ομοιώματα, έστω και εμβυθισμένος σε ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό δίκτυο. Ο Ζίζεκ συνδέει ευφυώς την κατάσταση με τον οπωσδήποτε αποενοχοποιημένο και απαραίτητο αυνανισμό.

Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω

Μας είναι πιο δύσκολο να βασανίσουμε ένα συγκεκριμένο άτομο από το να εγκρίνουμε εκ του μακρόθεν τη ρίψη μιας βόμβας που ενδεχομένως θα προκαλέσει τον επώδυνο θάνατο χιλιάδων ανθρώπων. Θα προτιμούσαμε να πατήσουμε ένα κουμπί που θα σκοτώσει δεκάδες ανθρώπους παρά να πυροβολήσουμε εξ επαφής. Ο Τσόμσκι έχει ήδη υποδείξει την υποκρισία στο να ανεχόμαστε τον αφηρημένο – ανώνυμο σφαγιασμό χιλιάδων ανθρώπων, ενώ καταδικάζουμε μεμονωμένες περιπτώσεις παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Γιατί ο Κίσινγκερ που διέταξε τον βομβαρδισμό της Καμπότζης που σκότωσε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους να θεωρείται λιγότερο εγκληματίας από τους υπεύθυνους των Δίδυμων Πύργων; Η επιλεκτική λήθη απορρέει από μια χειρονομία φετιχιστικής αυταπάρνησης: «Ξέρω, αλλά δεν θέλω να ξέρω ότι ξέρω, γι’ αυτό δεν ξέρω».

«Καλός οικογενειάρχης»

«Ένας εχθρός είναι κάποιος την ιστορία του οποίου δεν έχεις ακούσει» αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας…γιατί οι εξαιρέσεις είναι αμέτρητες, όπως κι οι ακραίοι εγκληματίες. Η Χάνα Άρεντ έχει γράψει για το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στον τρόπο που οι ναζιστές βίωναν τον εαυτό τους και στη φρίκη των πράξεών τους. Γι’ αυτό και εκπλήσσει η θερμή ανθρωπιά που έδειχναν για την οικογένειά τους στυγνοί εγκληματίες της ανθρωπότητας. Η ιστορία που αφηγούμαστε στον εαυτό μας για τον εαυτό μας, προκειμένου να τον αιτιολογήσουμε ό,τι κάνουμε είναι ένα ψεύδος – η αλήθεια βρίσκεται έξω, σε αυτά που πράττουμε.

Τόσο κοντά, όσο μακριά

Εκείνοι που εννοούν την παγκοσμιοποίηση ως μια ευκαιρία να γίνει η Γη ένας χώρος που θα φέρει κοντά όλη την ανθρωπότητα, συχνά δεν κατορθώνουν να αντιληφθούν τη σκοτεινή πλευρά της πρότασής τους. Όπως το έθεσε ο Πέτερ Σλότερνταϊκ «Περισσότερη επικοινωνία σημαίνει καταρχάς περισσότερη σύγκρουση». Γι’ αυτό και η στάση «τού να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλον» πρέπει να συμπληρωθεί με τη στάση τού «να μην μπαίνουμε ο ένας στο δρόμου του άλλου», να τηρούμε μια δέουσα απόσταση, εφαρμόζοντας έναν νέο «κώδικα διακριτικότητας». Ιδού μια άλλη, λιγότερο ελκυστική πτυχή της παγκοσμιοποίησης: στο «παγκόσμιο πληροφοριακό» χωριό μια άσημη εφημερίδα στη Δανία προκαλεί βίαιο αναβρασμό σε μακρινές μουσουλμανικές χώρες. Ίσως μια δόση αποξένωσης είναι αναγκαία για την ειρηνική συνύπαρξη. Μερικές φορές η αποξένωση δεν αποτελεί πρόβλημα, αλλά λύση. [σ. 75]

Προάστια 2005

Ο Ζίζεκ εντάσσει τις ταραχές στα παρισινά προάστια το 2005 στην σύγχρονη μεταϊδεολογική εποχή: το εξεγερμένο πλήθος δεν προέβαλε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, δεν υπήρχε κανένα πρόγραμμα πίσω από τους φλεγόμενους δρόμους. Ιδού το ιδεολογικοπολιτικό αδιέξοδο ενός κόσμου που αυτοπροβάλλεται ως κοινωνία της επιλογής αλλά στον οποίο η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική είναι η τυφλή εκτόνωση. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι η αντίθεση στο σύστημα δεν μπορεί να εκφραστεί με μια ρεαλιστική πρόταση ή ένα θετικό πρόταγμα αλλά με ένα άνευ νοήματος ξέσπασμα. Η βία των εξεγερμένων στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον αυτών των ίδιων και των ομοίων τους. Αυτά που πυρπόλησαν αποτελούσαν μέρος των σκληρά κερδισμένων αποκτημάτων εκείνων ακριβώς των στρωμάτων από τα οποία προέρχονταν. Επαληθεύεται εδώ ο λακανικός όρος «παρορμητική κινητοποίηση σε δράση», η οποία δεν μπορεί να μεταφραστεί σε λόγο ούτε σε σκέψη.

Οι ταραχές ήταν απλώς μια άμεση προσπάθεια των εξεγερμένων να καταστούν ορατοί. Μια κοινωνική ομάδα θεωρούσε εαυτήν αποκλεισμένη από τον καθαυτό πολιτικό και κοινωνικό χώρο κι ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία της, να δείξει ότι αποτελεί ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοείται. Γι’ αυτό ακριβώς ήταν απαραίτητη η βία. Αν είχαν οργανώσει μια μη βίαιη πορεία διαμαρτυρίας, το μόνο που θα είχαν καταφέρει θα ήταν να τους αναφέρουν σε μια σύντομη σημείωση, στο τέλος μιας σελίδας….

Οι τρομοκράτες θεοί

Στον αντίποδα βρίσκονται οι άμεσα τρομοκρατικές ενέργειες και οι βομβιστικές επιθέσεις εν ονόματι της θρησκείας. Ο Αντρέ Γλικσμάν στο βιβλίο του Ο Ντοστογιέφσκι στο Μανχάταν χρησιμοποιώντας τη φράση του Ντοστογιέφκσι Αν δεν υπάρχει Θεός, τότε όλα επιτρέπονται. Λάθος! Το δίδαγμα της σύγχρονης τρομοκρατίας είναι ότι, αν υπάρχει Θεός, τότε όλα, ακόμα και το να ανατινάζεις εκατοντάδες αθώους παρατυχόντες, επιτρέπονται σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι ενεργούν άμεσα, εξ ονόματός, ως όργανα της βούλησής τους, αφού, ασφαλώς, ένας άμεσος σύνδεσμος με τον Θεό νομιμοποιεί την παραβίαση οποιουδήποτε ορίου.

Τιμωρητέα κράτη

Με αφορμή την ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη ο Ζίζεκ επιμένει ότι τα κυρίαρχα κράτη δεν εξαιρούνται πλέον από τις ηθικές κρίσεις αλλά αντιμετωπίζονται ως ηθικοί δρώντες οι οποίοι πρέπει να τιμωρούνται για τα εγκλήματά τους, όσο διαφιλονικούμενο κι αν παραμένει το ποιος απονέμει τη δικαιοσύνη και το ποιος κρίνει τον κρίνοντα. Η μεσοανατολική διαμάχη μας φέρνει ακριβώς αντιμέτωπους με την ευθραυστότητα και τη διαπερατότητα  του ορίου που χωρίζει την «άνομη» κρατική ισχύ από τη «νόμιμη» κρατική εξουσία. Και στις δυο πλευρές υπάρχει η παθολογική προσκόλληση στη γη, από την οποία απορρέει το δικαίωμα να επιστρέψει κανείς σε αυτήν ακόμα κι έπειτα από χιλιάδες χρόνια – μια άρνηση της απεδαφοποίησης που υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τον σύγχρονο καπιταλισμό. Το κράτος του Ισραήλ παρότι συνεχώς «νικηφόρο» εξακολουθεί να στηρίζεται στην εικόνα των Εβραίων ως θυμάτων για να νομιμοποιήσει την πολιτική της ισχύος. Ο Άρθουρ Κέσλερ έχει ήδη επισημάνει: Αν η δύναμη διαφθείρει, το αντίστροφο είναι επίσης αλήθεια· ο κατατρεγμός διαφθείρει τα θύματα, αν και ίσως με πιο αδιόρατους και τραγικούς τρόπους.

///

Ο λόγος του Ζίζεκ είναι γνωστός: δεν τον βαριέσαι ποτέ, χρησιμοποιεί διαρκώς αναφορές από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τρέχουσα πολιτική, τη σύγχρονη ζωή και τις επιστήμες που καλά γνωρίζει, τη φιλοσοφία και την ψυχανάλυση. Αποκαθηλώνει κάθε καθιερωμένη βεβαιότητα ακόμα και τις πιο «προοδευτικές» απόψεις, συχνά χωρίς να βασίζει τη σκέψη του σε ατράνταχτα επιχειρήματα αλλά στις πρακτικές τους αποτυπώσεις, για να υποδείξει τις μαύρες τρύπες τους και τα συμφέροντα που πάντα βρίσκονται εκεί μέσα. Η βιβλιογραφία του περιλαμβάνει Adorno, Brecht, Kant, Kierkegaard, Lacan, Carl Schmitt, Terry Eagleton, John Gray αλλά και λογοτέχνες, όπως οι W. G. Sebald, Primo Levi, George Orwell, Jose Saramago. Σε κάθε περίπτωση είναι απόλαυση να τον διαβάζεις και να αναθεωρείς σχεδόν τα πάντα.

Εκδ. Scripta, 2010, μτφ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, 289 σελ., με βιβλιογραφία και πολυσέλιδο ευρετήριο [Violence. Six sideways reflections, 2008-2009]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

E. M. Cioran – Ο πειρασμός του υπάρχειν

Οι διαταραχές, οι ντροπές, οι φρίκες, από τις οποίες θέλουν να μας απαλλάξουν οι θρησκευτικές ή λαϊκές θεραπευτικές, συνιστούν κληροδότημα, που με κανένα τίμημα δεν θα έπρεπε ν’ αφήσουμε να μας το αποστερήσουν. Πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στους θεραπευτές μας, και να διαφυλάσσουμε τις δυστυχίες και τις αμαρτίες μας. Το εξομολογητήριο: βιασμός των συνειδήσεων…Κι αυτός ο άλλος βιασμός: η ψυχολογική ανάλυση! Εκλαϊκευμένο, εκπορνευμένο, το εξομολογητήριο θα εγκατασταθεί οσονούπω στις γωνιές των δρόμων: εκτός από κάποιους δολοφόνους, όλος ο κόσμος φιλοδοξεί να έχει ψυχή δημόσια, ψυχή – αφίσα. (σ. 97). Οι δικαιολογίες που επικαλούνται οι άνθρωποι για να προσδώσουν νόημα στην ύπαρξή τους κατέτρωγε τη σκέψη του Εμίλ Μιχάι Σιοράν (1911-1995) ήδη από το πρώτο του έργο, Στα κορυφές της απελπισίας (Aux cimes du sespoir, 1934).

Γεννημένος στο Ρασινάρι των Ρουμανικών Καρπαθίων (υπό αυστροουγγρική κατοχή) ο Σιοράν άρχισε πολύ νέος να διαβάζει Νίτσε, Σοπενχάουερ, Ντοστογιέφκσι, Λίχντεμπεργκ, Σπένγκλερ, Ταγκόρ, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, κι αργότερα Χέγκελ, Καντ, Κίργκεγκωρ, άρα νωρίς να εισέρχεται στις αβύσσους της σκέψης και του λόγου. Στα είκοσί του περιπλανιόταν σαν φάντασμα στους δρόμους από τις κρίσεις αϋπνίας που κρατούσαν βδομάδες, κι όταν κάποτε σωριάστηκε μπροστά στη μητέρα του αναφωνώντας Δεν μπορώ άλλο, έλαβε την απάντηση Αν το’ ξερα θα’ χα κάνει έκτρωση. Η φράση λειτούργησε απελευθερωτικά: είμαστε καρποί του τυχαίου και δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να καταλάβουμε.

Επηρεασμένος από τον μεταφυσικό μαζοχισμό του Όσκαρ Κοκόσκα και συχνά γοητευμένος από ακραίες ιδεολογικές θέσεις, αισθανόταν εκτός τόπου μέσα στη χώρα του και εκπατρίστηκε οριστικά και αμετάκλητα στο Παρισινό Καρτιέ Λατέν. Εκεί έζησε μια ζωή μόνιμης απραξίας και γραφής στα γαλλικά (από το 1947, μετά την απαγόρευση των βιβλίων του από το νέο κομμουνιστικό κράτος της Ρουμανίας). Γευμάτιζε  για χρόνια στη Φοιτητική Εστία και αρνιόταν κάθε είδους δημόσια εμφάνιση ή τιμητική διάκριση, με εξαίρεση την ιδιότητα του επίτιμου μέλους της Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων μετά την πτώση του Τσαουσέσκου.

Αντί των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων προτίμησε τον αφορισμό, όπως οι στοχαστές του 18ου αιώνα, αναφερόμενος συχνά στον ρώσο στοχαστή Λέον Σεστόφ (που τοποθέτησε την απελπισία στην καρδιά κάθε αληθινού φιλοσοφικού στοχασμού) και στους Κυνικούς, στον Αντισθένη και στον Διογένη της Σινώπης. Η αντιφιλοσοφία του ήταν ακριβώς η απόρριψη της Φιλοσοφίας, της Ιδεολογίας, ακόμα και της Δράσης και η κατάφαση της άρνησης και της ματαιότητας. Κάθε βεβαιότητα αποτελεί αυταπάτη, ένα παραμύθι που βολεύει τον καθένα για να ισορροπήσει τα ανισόρροπα.

Η «οριακή κατάσταση» της εξορίας, αυτό το «σχολείο ιλίγγου»  απασχόλησε μόνιμα την σκέψη του: Λανθασμένα σχηματίζουμε για τον εξόριστο την εικόνα κάποιου που καταθέτει τα όπλα, αποσύρεται και περνάει στην αφάνεια, υπομένοντας καρτερικά τις αθλιότητές του, το γεγονός ότι αποτελεί φύρα. […] Διακρίνω, μάλιστα, μια σχέση ανάμεσα στη δυστυχία και τη μεγαλομανία. Εκείνος έχει χάσει τα πάντα, διατηρεί ως τελευταία προσφυγή την ελπίδα της δόξας, ή του λογοτεχνικού σκανδάλου. […] Θα δοκιμάσει σε άλλο ιδίωμα; Δεν θα του είναι εύκολο ν’ απαρνηθεί τις λέξεις όπου σέρνεται το παρελθόν του. Όποιος αρνείται τη γλώσσα του, για να υιοθετήσει μιαν άλλη, αλλάζει ταυτότητα, ακόμα και απογοητεύσεις. Ηρωικά προδότης, έρχεται σε ρήξη με τις αναμνήσεις του, και μέχρι ενός σημείου, με τον εαυτό του. («Πλεονεκτήματα της εξορίας»).

Στην «Επιστολή για κάποια αδιέξοδα» μονολογεί για τους ατέλειωτους χαμένους και κατεστραμμένους από το ταλέντο τους, καταλήγοντας στον λογοτέχνη, έναν αδιάκριτο που «υποτιμά τις αθλιότητές του, τις κοινολογεί, τις αναμασά: η αναισχυντία – επίδειξη οπισθοβουλιών – είναι ο κανόνας του· προσφέρεται». Η συγγραφή βιβλίων για τον Σιοράν δεν είναι άσχετη από το προπατορικό αμάρτημα: είναι η απώλεια μιας αθωότητας, η επανάληψη της πτώσης μας. Η δημοσίευση των ελλειμμάτων μας για να διασκεδάσουμε τους άλλους, μοιάζει βαρβαρότητα, βεβήλωση, σπίλος. Όμως την ίδια στιγμή παραδέχεται: Ψίχα ενστίκτου, ωστόσο, μ’ εξαναγκάζουν να γραπωθώ από τις λέξεις. Η σιωπή είναι αβάσταχτη: πόση δύναμη χρειάζεται για να κατοικοεδρεύσεις στην ακριβολογία του Ανείπωτου! Πιο εύκολο είναι ν’ απαρνηθείς τον άρτο, παρά τον λόγο. Δυστυχώς, ο λόγος ολισθαίνει στη λογοδιάρροια, στη λογοτεχνία.

Άλλοτε μοιάζει να αναπολεί απολεσθείσες αισθήσεις άλλων εποχών. Τους βοσκούς των Καρπαθίων και τους ζητιάνους της Ισπανίας, που δεν ένιωθαν την ανάγκη να επινοήσουν τη ζωή τους: υπήρχαν, πράγμα που ούτε κατά διάνοια δεν συμβαίνει στον πολιτισμένο. Τους αλλοτινούς καλλιτέχνες, που έφτιαχναν το έργο τους χωρίς να το πολυσκέφτονται και χωρίς να περιβάλλονται από θεωρίες και παρατηρήσεις περί της μεθόδου. Πλάι στο σημερινό «δημιουργό» εκείνοι του παρελθόντος μοιάζουν άρρωστοι από υγεία: δεν είχαν γίνει αναιμικοί από τη φιλοσοφία, όπως οι σημερινοί. Δεν είναι πια το έργο που υπολογίζεται αλλά το σχόλιο που προηγείται του έργου ή το διαδέχεται. Το «ψυχολογικό αισθητήριο» μας έχει μεταμορφώσει σε θεατές των εαυτών μας («Πέραν του μυθιστορήματος»). Μήπως εδώ προϋπάρχει «μεταμοντέρνα» σκέψη;

Κι αν κάποτε ο Κουρασμένος Σκεπτικιστής μπορεί να ξεκουράζεται στις λέξεις, την επόμενη στιγμή εκείνες τον προδίδουν. Ποιος θα συντάξει ένα λεξικό των φωνημάτων κατά εποχές, μιαν απογραφή των φιλοσοφικών ρευμάτων; Το εγχείρημα θα μας έδειχνε ότι ένα σύστημα πάσχει από την ορολογία του, φθείρεται από τη μορφή του. Τον τάδε στοχαστή που θα μπορούσε ακόμα να μας ενδιαφέρει, αρνιόμαστε να τον διαβάσουμε, επειδή είναι αδύνατον να υποφέρουμε τη λεκτική συσκευασία με την οποία επενδύονται οι ιδέες του. …Οι διδαχές πεθαίνουν απ’ αυτό που τους είχε εξασφαλίσει την επιτυχία: το ύφος. Για ν’ αναβιώσουν πρέπει να τις ξανασκεφτούμε με τη δική μας διάλεκτο.

Ούτε η ίδια η ψυχή δεν μένει αλώβητη! Η σημερινή της κατάσταση είναι θλιβερή, το τέλος της δεδομένο, ενώ είχε αρχίσει καλά: όλες οι αρχαίες διδασκαλίες, σφραγισμένες από τον μυστικισμό, στηρίζονταν σ’ αυτήν. Αλλά σήμερα ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν εκτός από τα τραγούδια που την αναφέρουν και τις μελωδίες που την υποφέρουν; Ο λόγος δεν την ανέχεται πια: έχοντας περιβληθεί πάμπολλες σημασίες και χρήσεις, έχει μαραθεί, υπομονευθεί, εξευτελιστεί. Ο κύριός της, ο ψυχολόγος, την αποτελείωσε («Λύσσα και εγκαρτέρηση»).

Η συλλογή συμπληρώνεται με κείμενα για τον καταρρέοντα δυτικό κόσμο («Περί ενός ασθμαίνοντος πολιτισμού»), την βολικότητα του πεπρωμένου («Μικρή θεωρία της μοίρας»), την εβραϊκή ιδιαιτερότητα («Ένας λαός μοναχικών»), την αδυναμία της έκφρασης του μυστικισμού («Το εμπόριο των μυστικών») κ.ά. Ακόμα κι όταν οι ρήσεις του Σιοράν μοιάζουν ανερμάτιστες, ακόμα κι αν συχνά σου μεταδίδεται η εντύπωση πως μπορεί να λέει οτιδήποτε θέλει μόνο και μόνο για να αρνηθεί ή να κατεδαφίσει, όσο κι αν κάποτε μοιάζει να χτίζει οποιοδήποτε συλλογισμό χωρίς την παραμικρή ανάγκη απόδειξης (στοιχείο άλλωστε κάθε αφορισμού), ακόμα και τότε ο λόγος του παραμένει γοητευτικός κι ακαταμάχητος, ελκυστής της σκέψης μας μέσα στον απολαυστικό λεκτικό του λαβύρινθο και σε φράσεις που μοιάζουν τρομακτικά αληθινές.

Ο συγγραφέας, αυτή είναι η λειτουργία του, λέει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα έχει να πει: διαστέλλει τη σκέψη του και τη συγκαλύπτει με λέξεις. Από ένα έργο απομένουν μονάχα δυο ή τρεις στιγμές: αστραπές σε κυκεώνα. Κάθε λέξη είναι μια παραπανίσια λέξη. (σ. 100)

Ο άνθρωπος των γραμμάτων μειώνεται με κάθε λέξη που γράφει. (σ. 67)

Εκδ. Scripta, 2007, [Σειρά Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, 236 σελ., με εξασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή (La tentation d’ exister, 1956).

Στην τελευταία φωτογραφία: το σπίτι όπου γεννήθηκε (Ρασινάρι).