Archive for the 'Graphic Novels' Category

31
Ιαν.
11

Ράινχαρτ Κλάιστ – Johnny Cash

Φυλακές Φόλσομ, αίθουσα εστίασης. Ένας φύλακας της πτέρυγας 3 με αντάλλαγμα ένα τσιγάρο μαρτύρησε το μυστικό σ’ έναν κρατούμενο: εδώ μέσα σε λίγες μέρες θα παίξει ο Τζόνυ Κας. Ελάχιστοι τον πιστεύουν, αλλά τελικά δεν τους φαίνεται απίθανο: Ξέχνα τον Έλβις. Αυτός ο ψευτόμαγκας δεν θα έπαιζε ποτέ εδώ. Ο Κας είναι δικός μας άνθρωπος. Ξέρει πως είναι να περνάς από την κόλαση. Ζει τα τραγούδια του. Έτσι είναι: ο Τζόνυ νιώθει πως είναι να είσαι μέσα, κι ας μην μπήκε ποτέ.

Παιδικά χρόνια σε καλύβα χωρίς θέρμανση και τζάμια, καταρρακτώδεις βροχές, ο φόβος των πλημμύρων, δυο αγαπημένα αδέλφια, σκληρή δουλειά στις οικογενειακές βαμβακοφυτείες: «χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε κάντρι μουσική. Το χίλμπιλι, το μπλούγκρας και το ροκαμπίλι έχουν τις ρίζες τους εκεί. Οι εργάτες τους τραγουδούσαν τα γκόσπελ και τα μπλουζ των Hank Williams, Charlie Fethers, Jimmy Rogers». Η γη δεν αποδίδει κι ο Τζόνυ μετακομίζει στο Ντιτρόιτ για να δουλέψει όπως τόσοι άλλοι σε εργοστάσιο αυτοκινήτων. Αλλά η μουσική έχει φωλιάσει μέσα του. Γνωρίζει την Βίβιαν, ψάχνει σπίτι στο Μέμφις, που έχει ακούσει ως Μέκκα της Μουσικής, πιάνει δουλειά στην εταιρεία ηλεκτρικών ειδών Home Equipment Company, γνωρίζει τους μουσικούς του companieros.

Παίζουν, δένουν, κολλάνε. Αναμονή για τον χτύπο του τηλεφώνου αλλά ποιος να τους ψάξει σε μια πόλη που ακόμα και οι οδοκαθαριστές έχουν συγκρότημα; Κι όμως ο πολύς Σαμ Φίλιπς της Sun Records τον δέχεται και μόνο για τα χίλια τηλεφωνήματα που δεχόταν από εκείνο τον επίμονο νέο. Τον ακούει να παίζει Χανκ Σνόου, Κάρτερ Φάμιλι, Τζίμι Ρότζερς: o ακατέργαστος ήχος της μπάντας τον ενδιαφέρει, οι Johnny Cash and The Tennessee Two είναι γεγονός και η τριάδα ξεκινά περιοδεία με μια παλιά Πλύμουθ. Σφαίρα για το Ράιμαν του Νάσβιλ, το ναό της κάντρι, απ’ όπου πέρασαν όλες οι μορφές. Ο Τζόνυ άκουγε από μικρό παιδί την ραδιοφωνική εκπομπή Grande Ole Opry, που ηχογραφούνταν εκεί μπροστά στο κοινό. Εκεί γνωρίζει και την Τζουν Κάρτερ. Βενζεδρίνη, δεξεδρίνη, εκουανίλ, όλες οι αμφεταμίνες για να κρατηθεί ξύπνιος στις νυχτερινές τους οδηγήσεις…Ξέρει τους δρόμους καλύτερα απ’ το σπίτι του. Χωρίς πλάκα, αρκεί να ρίξω μια ματιά απ’ το παράθυρο του λεωφορείου και ξέρω πού είμαι. Ούτε πέντε μίλια έξω δεν πέφτω.

Αρχίζει να παίζει με την Τζουν. Because you’re mine, I walk the line. Ολόκληρη η Αμερική γνωρίζει τα τραγούδια του και δυναμώνει τον ήχο όταν παίζουν στο ραδιόφωνο. Το 1962 στο Κάρνεγκι Χολ αποδίδει φόρο συναυλιακής τιμής στο είδωλό του Τζίμι Ρότζερς, τον «τραγουδιστή των τρένων» και ανεβαίνει στη σκηνή με ρούχα σιδηροδρομικού και το φανάρι που κρατούσαν υποχρεωτικά οι τροχοπεδητές. Δολιοφθορές στα ξενοδοχεία, αμελείς πυρκαγιές – το όνομά του τον γλιτώνει από δικαστικές εμπλοκές. Η Κου Κλουξ Κλαν διαδίδει πως η Βίβιαν είναι έγχρωμη, για να τον δυσφημίσουν στο συντηρητικό κοινό. Ούτως ή άλλως η συμπάθειά του για τις μειονότητες δεν χειροκροτείται απ’ όλους, ενώ από την αντίθετη πλευρά κάποιοι δεν δέχονται το γεγονός πως δεν παίρνει ξεκάθαρη θέση απέναντι στους βρόμικους πολέμους της Αμερικής, παρά τραγουδά για τους εκείνους που της έδωσαν την ζωή του.

Ο Κας έχει φτάσει ήδη τα όριά του. Μια σκιά του μιλάει πίσω απ’ τις κουρτίνες, τον τυφλώνουν τα φώτα της σκηνής, εκτός ελέγχου καρφώνεται με το αυτοκίνητο πάνω σε στύλους. Στο απροχώρητο πηγαίνει στο Nickajack Cave. Του λένε πως το σπήλαιο έχει τόσες πολλές διακλαδώσεις που, αν χαθεί, δεν πρόκειται να βρει την έξοδο. Και απαντάει τότε είναι ό,τι πρέπει. Κάπου μέσα εκεί συνομιλεί με τον νεκρό του αδελφό και βγαίνει λυτρωμένος. Κοίταξες τους δαίμονές σου ίσια στα μάτια, ολομόναχος του λέει η Τζουν, που τον βοήθησε ν’ απαλλαχτεί από τον δαίμονα των εξαρτήσεων (χάπια, αλκοόλ, νικοτίνη) και έμεινε ολόψυχα δίπλα του και δική του.

Θέλω να κάνω κάτι σαν κάντρι όπερα. Με τραγούδια για φυλακισμένους, ανθρακωρύχους, ξυλοκόπους, Ινδιάνους, επαρχιακούς γιατρούς, την αληθινή Αμερική δηλαδή. Η ραχοκοκαλιά του άλμπουμ θα είναι ένα τρένο που θα διασχίζει τη χώρα. Ride this train, φίλε!

Λίγο μετά έρχεται η πρόταση για το λάιβ της φυλακής, με κοινό τα πιο σκληροτράχηλα παιδιά της χώρας. Ο Κας πηγαίνει να παίξει και τρέμουν τα χέρια του – ποτέ δεν είχε τόσο άγχος: ένδειξη απεριόριστου σεβασμού σ’ όλους εκεί μέσα… Ο έγκλειστος που του είχε στείλει ένα κομμάτι σε μαγνητοταινία είχε πει κάποια στιγμή: Ψάχνω την αλήθεια και τη βρίσκω στον ήχο της φωνής του Τζόνυ. Ξέρει καλά πως φυλακισμένος δεν νιώθει κανείς μόνο πίσω από τα κάγκελα. Κι όταν ο Κας τελικά το παίζει μονολογεί: Έτσι λοιπόν είναι η στιγμή που περίμενες όλη τη γαμοζωή σου! Οι τοίχοι του Φόλσομ είχαν τρία μέτρα πάχος αλλά εκείνη τη νύχτα όλοι πέρασαν μέσα τους. Ένα χρόνο μετά θα εμφανιστεί στο κολαστήριο του Σεντ Κουέντιν, για άλλη μια φορά στο αληθινό κοινό του: τους ξεγραμμένους, τους έγκλειστους, τους παρίες.

«Η μπασοβαρύτονη φωνή, η ματιά των ανοιχτών οριζόντων, το πρόσωπο άοπλου προφήτη, η πάντα παρούσα σκιά θλίψης και μελαγχολίας, το βλέμμα αυτού που όλα τα είδε, γεύτηκε, αισθάνθηκε, ο εθισμός στην αγάπη και στη μουσική (εντέλει στην μουσική της αγάπης και στην αγάπη της μουσικής)», όλα είναι ο Τζόνυ Κας, όπως γράφει ο προλογιστής. Κι εγώ πάντα θα θυμάμαι πως ο ίδιος που σπαράζει για τα χτυπήματα της ζωής και τα πληγώματα του έρωτα, είναι ο ίδιος σου προ(σ)φέρει τραγουδιστά τους τρόπους αντοχής και ξεπεράσματός τους.

Εδώ τα πάντα είναι ασπρόμαυρα, στο παλιό κλασικό κόμικς στιλ, ενώ πολλά κάδρα του χαρακώνονται από στίχους τραγουδιών που τραγούδησε ή άκουγε ο Κας. Ο Γερμανός κομικίστας (γενν. 1970) γεννήθηκε κοντά στην Κολονία, ζει στο Βερολίνο, έφτιαξε άλμπουμ για Lovecraft, Elvis, Castro, εικονογράφησε βιβλία των G.J. Ballard και H.C. Artmann, φιλοτέχνησε εξώφυλλα δίσκων (Terrorgruppe, Bear Family Records) και προσόψεις βερολινέζικων κτιρίων. Ιστοσελίδα του εδώ = http://www.reinhard-kleist.de. /Εκδ. Οξύ, 2009, μτφ. Γεωργία Σακάτου (Reihard Kleist – Johnny Cash. I see darkness, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, εδώ.

15
Ιον.
08

Αρτ Σπίγκελμαν – MAUS: Η ιστορία κάποιου που επέζησε.

Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία
ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου

Φάκελος φιλοξενούμενου: Αρτ Σπίγκελμαν, Στοκχόλμη, 1948, Κορυφαία προσωπικότητα των εναλλακτικών κόµικς, συνδημιουργός του Arcade (1975), ιδρυτής του πρωτοποριακά πειραματικού Raw (1980) και αργότερα του Little Lit. Επί χρόνια συνεργάτης του New Yorker και σχεδιαστής ορισμένων προκλητικών εξώφυλλων του New Yorker (βλ. παθιασμένο φιλί Εβραίου ραβίνου και αφροαμερικανής μαύρης), παραιτήθηκε λόγω ελέγχου πάνω στο έργο του. Ζώντας ελάχιστα τετράγωνα μακριά από το Ground Zero της 11/9, δήλωσε πως, μετά την επίθεση, συνειδητοποίησε ότι «ξόδευε άσκοπα το χρόνο του κάνοντας οτιδήποτε άλλο εκτός από κόμικς». Σήμερα εξακολουθεί να ζει στη Νέα Υόρκη με την οικογένειά του.

Ήρωες: Βλάντεκ Σπίγκελμαν: πατέρας του συγγραφέα – σχεδιαστή. Άνθρωπος «κοινός» και πραγματιστής προσγειωμένος, με επίγνωση του προσφυγικού χαρακτήρα του εβραϊσμού του και με ενοχές για την αγωνία της επιβίωσης που υπερισχύει των πάντων. Βιώνει τον πόλεμο και τα αδιανόητα καθέκαστα και βγαίνει ζωντανός από το Άουσβιτς. Ο ίδιος Βλάντεκ;

Αρτ Σπίγκελμαν : δεν είναι απλώς ο απόγονος ενός επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος αλλά και ένας νευρωτικός αδιε-ξοδεμένος νεοϋορκέζος που πασχίζει να βρει τη δική του έξοδο κινδύνου /τον δικό του δρόμο μεταξύ ζωής και τέχνης. Κυνηγημένος και ο ίδιος από άλλα φαντάσματα του παρελθόντος του, όπως η αυτοκτονία της μητέρας του (που περιγράφεται σε ένα διαφορετικής τεχνοτροπίας εμβόλιμο τετρασέλιδο κόμικς με τίτλο Κρατούμενος στον πλανήτη Κόλαση), επιχειρεί το δύσκολο: την οριστική βαθιά «συνομιλία με τον πατέρα». Ο πρώτος θύμα της Ιστορίας, ο δεύτερος θύμα των συνεπειών της.

Πλοκή: Η συνομιλία τους είναι δύσκολη γιατί αφενός διακόπτεται από την πραγματική καθημερινότητα (συνεπώς εδώ έχουμε ιδιαίτερα έξυπνη διπλή αφήγηση του τότε και του τώρα), αφετέρου πρέπει και οι δύο να ξεπεράσουν πολλαπλά ψυχολογικά εμπόδια ώστε να φτάσουν στον πυρήνα της διήγησής τους. Ο γιος άλλωστε δεν μπορεί να μείνει απλός ακροατής – πρέπει ο ίδιος να εμπνεύσει τον πατέρα του να βάλει την ζωή του σε λέξεις.

Θέλγητρα: Κάπως (και) έτσι πρέπει να γράφεται η Ιστορία: βιογραφώντας τους καθημερινούς ανθρώπους και την αναπότρεπτη μεταστροφή των βίων τους υπό το βάρος της. Αυτή την «μικροϊστορία» των προσώπων που βιώνουν την απώλεια των πάντων δεν φοβήθηκε να γραφοζωγραφίσει ο Σπίγκελμαν, αγγίζοντας μάλιστα το ύστατο «θέμα – αγκάθι» – γι αυτό και το Maus έχει θεωρηθεί ως ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία των κόμικς.

Είπαμε Ιστορία; Στην περίπτωση του Maus, το σύνηθες ερώτημα της ταξινόμησης είναι δυσκολότερο από ποτέ: πρόκειται για ιστορία, βιογραφία, αυτοβιογραφία, πρόζα ή κόμικς; Η επιτροπή που του έδωσε το Πούλιτζερ το 1992 πάντως είχε μπερδευτεί τόσο πολύ το ενέταξε σε ειδική κατηγορία! Ο Γιάννης Κουκουλάς σε μια ακόμα πλήρη εισαγωγή του απαντά καταφατικά σε όλα, προσθέτοντας και τα: αληθινό ντοκουμέντο, πολεμική ανταπόκριση, φιλοσοφικός στοχασμός, κοινωνικό δράμα, δημοσιογραφική έρευνα. Όποτε χρειαστεί επιχειρήματα και γι αυτά, εδώ είμαι.

Εργαστήρι: Ποτέ άλλοτε η τεχνική του ζωομορφισμού δεν ήταν τόσο κατάλληλη για την συγκεκριμένη περίσταση. Η ευφυής εικονογραφική αντιστοίχιση λαών και ζωικών μορφών (Εβραίοι – ποντίκια, Γερµανοί – γάτες, Πολωνοί – γουρούνια, Αµερικανοί – σκυλιά, Γάλλοι – βάτραχοι), εκτός από το προφανές παιχνίδισμα με στερεότυπα, δίνει ιδιαίτερα αλλόκοτο και κωμικοτραγικό χαρακτήρα στην ιστορία και δείχνει το μόνιμο κόμπλεξ της διαφορετικότητας. Ακόμη, φανταστείτε: μια τέτοια διπλή ιστορία δεν αρκείται σε συναρπαστικά κάδρα αλλάδιανθίζεται με χάρτες, αναφορές σε καίρια γεγονότα, φωτογραφίες, σχεδιαγράμματα και κατόψεις των χώρων της αγωνίας.

Συντεταγμένες: Art Spiegelman, MAUS: Α Survivor’s Tale: My Father Bleeds History. Στα ελληνικά: MAUS: H ιστορία κάποιου που επέζησε. Ι. Ο πατέρας μου αιμορραγεί ιστορία, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, 171 σελ., ΙΙ. Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματά μου, μτφρ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 138. Lettering σε αμφότερα Παυλίδα Καλλίδου, εκδόσεις Zoobus 2007 και 2008 αντίστοιχα.

Πρώτη δημοσίευση εδώ.

22
Φεβ.
08

Αλεξάνταρ Ζόγκραφ – Χαιρετίσματα από τη Σερβία

Νομίζω ότι αυτό το σκοτάδι γύρω μου μπορεί να μου μιλήσει… μου λέει ιστορίες… Σχεδιάζω κόμικς για να δείτε τον κόσμο μέσα από τα δικά μου τα μάτια. Έ! Προσπάθησε να φανταστείς πώς θα ήταν αν είχες γεννηθεί ως Αλεξάνταρ Ζόγκραφ!Εγώ θα μπορούσα να είμαι εσύ κι εσύ εγώ! (σ. 39)

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κατά κόσμον Sasa Rakezic. Pancevo, Σερβία, 1965. Ξεκίνησε να δημοσιεύει στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ζωγράφισε σε αναρίθμητα περιοδικά (και στην Βρωμιά, το θρυλικό φανζίν της Πτολεμαΐδας!), εξέδωσε μέχρι σήμερα 18 βιβλία. Ιδρυτής του μεγάλου φεστιβάλ κόμικς GRRR στο Πάντσεβο και συχνός επισκέπτης στη χώρα μας (το 1999 άρτι αφιχθείς μια μέρα μετά το σεισμό δήλωσε «Θα νοιώθουμε σαν στο σπίτι μας με τόσο κούνημα. Έχουμε συνηθίσει στους βομβαρδισμούς»).

Πλοκή: Το βιβλίο (στην ουσία ένα graphic novel, συνδυασμός κόμικς και λογοτεχνίας) αποτελεί μια συγκλονιστική καταγραφή της καθημερινότητας στη Γιουγκοσλαβία και, αργότερα, τη Σερβία, κατά τη διάρκεια της πιο ταραγμένης δεκαετίας της πρόσφατης ιστορίας της και χωρίζεται σε τέσσερα μέρη.Οι 9 αυτοτελείς ιστορίες του πρώτου μέρους (Life under sanctions, All against each other and god against all, Yugoslav Exprerience Comics κ.ά.) δεν είναι παρά εικονογραφημένες σελίδες από το προσωπικό ημερολόγιο ενός νέου δημιουργού που προσπαθεί να κρατηθεί οργανικά και πνευματικά ζωντανός μέσα σε πρωτόγνωρες και οριακές συνθήκες, χωρίς να χάσει ίχνος από το χιούμορ του.

Στο δεύτερο μέρος υπάρχει το πλήρες ιστορικό των mails που έστελνε σε φίλους του κι εκείνοι με τη σειρά τους σε άπειρο κόσμο κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών από το ΝΑΤΟ, όποτε υπήρχε ρεύμα, αλλά και μετέπειτα (24 Μαρτίου 1999 – 31 Μαρτίου 2000). Τα μικρά ηλεκτρονικά του σημειώματα, γεμάτα προσωπικές αμφιβολίες (Θα είναι «τέχνη» αν παραμείνουμε φυσιολογικοί κάτω από αυτή την κατάσταση), ξεκαρδιστικά δεδομένα (Δύο μέρες πριν την έναρξη των βομβαρδισμών παρουσιάστηκε η νέα, βελτιωμένη έκδοση του Yugo, με την ονομασία (τι ειρωνεία) Yugo Ciao! ), πρωτόγνωρες εικόνες από τη νέα ζωή (Οι κότες από την αναστάτωσή τους γεννάνε αυγά ασυνήθιστα μικρά σε μέγεθος), έκλειναν πάντα με το Τα λέμε στα όνειρά μου, Σάσα.

Το τρίτο κεφάλαιο (Regards from Serbia) αποτελούσε εβδομαδιαίο στριπ με θέμα τη ζωή του κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Το βιβλίο τελειώνει με ένα πεντασέλιδο κείμενό του με τίτλο Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης Στη Σερβία (12.3-22.4.03) και το μικρό κόμικ Addio Milosevic: Όπως πάντα, μόνο όταν ο τύρρανος έχει πια φύγει συνειδητοποιούν όλοι ότι ήταν πολύ μικρότερος απ’ όσο φαινόταν στην ακμή του, αλλά αυτό που άφησε πίσω του θα πληγώνει γενεές ανθρώπων. (σ. 285)

Σχέδιο: Οι λιτές και σχεδόν ασκητικές μορφές του Ζόγκραφ έχουν σαφείς επιρροές από την αρχαία βαλκανική και βυζαντινή ζωγραφική των Βαλκανίων, εξ ου και το ψευδώνυμό του. Ο ίδιος παραδέχεται πως εμπνέεται συχνά από τις φιγούρες των αγγείων και των τοιχογραφιών των χωρών του, παλιάς και νέας…

Εικόνες, εικόνες (παρμένες από τα κάδρα)…Τα διαμερίσματα είναι χωρίς θέρμανση, η τοπική συγκοινωνία σπάνια και πανάκριβη, τα αφιερώματα των περιοδικών αφορούν τρόπους επιβίωσης. Ένστολοι στρατιώτες που υποτίθεται πολεμούν, μπαίνουν σε διαμερίσματα και αποσυναρμολογούν την κεντρική θέρμανση. Η τηλεόραση παίζει παλιές Γιουγκοσλαβικές ταινίες και κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϊ (που όμως σταματούν να τους δίνουν οι Αμερικανοί – «μην παίζεις με τα παιχνίδια μας!»). Οι καλοπληρωμένοι κυονόκρανοι αποτελούν πόλο έλξης για τις πόρνες του πρώην ανατολικού μπλοκ. Συνηθισμένη η εικόνα των τελευταίων να αγοράζουν πανάκριβα τρόφιμα και τροπικά φρούτα.

Για κάποιους καλλιτέχνες η κατάσταση αποτέλεσε πηγή έμπνευσης (όλο αυτό το σοκ με κάνει και συνεχίζω), ενώ κάποιοι άλλοι έχουν χάσει τη θέληση και τη ζωντάνια τους. Κάποιοι άρχισαν να πουλάνε τα παλιά, άχρηστα πια χαρτονομίσματα για ταπετσαρία. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες αστείες αγγελίες: Ανταλλάσσω καναπέ με πατάτες. Ο κόσμος διαδίδει μύθους, εφόσον το συλλογικό υποσυνείδητο δημιουργεί παράξενες ιστορίες… Οι στολές γίνονται μέρος της εγχώριας μόδας. Πολλοί τις φορούν για να εντυπωσιάζουν.

Όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ο σαστισμένος και συγχυσμένος λαός βρίσκει παρηγοριά στους εθνικούς του ηγέτες. Θα σας προστατέψουμε αλλά πρώτα φορέστε τις στολές σας. Όσοι επιστρέφουν από το μέτωπο περιγράφουν πόσο γρήγορα είχαν ξεχάσει την πολιτική τους ζωή. Με το που άρχιζαν οι πυροβολισμοί ένιωθαν λες και σε όλη τους τη ζωή πολεμούσαν. Οι απλοί άνθρωποι εγκλωβίστηκαν σ’ ένα παιχνίδι που δημιούργησαν πολιτικοί, ΜΜΕ – αλλά και οι ίδιοι τους οι φόβοι και οι προκαταλήψεις.

Η κατάσταση ήταν πολύπλοκη και η ερμηνεία της δύσκολη. Αλλά τα ΜΜΕ χρειάζονται εύκολες απαντήσεις: χρειάζονταν καλούς και κακούς. Και να σκεφτεί κανείς πως, αρχικά, λίγοι ήταν αυτοί που είχαν πιστέψει ότι θα γινόταν πόλεμος. Στις αρχές, μάλιστα, στρατιώτες από αντίπαλα στρατόπεδα μιλούσαν μεταξύ τους στον ασύρματο λέγοντας κουβέντες του τύπου «Ε, μην πυροβολείς! Θα σκοτώσεις κανέναν!». Άλλοι έλεγαν «Ήδη ζήσαμε έναν εμφύλιο στο παρελθόν. Ο κόσμος δεν θα ξανακάνει το ίδιο λάθος», ή, «Δεν θα κρατήσει για πολύ».

Γοητεία: Αυτή η τόσο σύνθετη κατάσταση παρουσιάζεται από τον Ζόγκραφ με ένα μοναδικό τρόπο. Χωρίς καμία ιδεολογία, ξύλινη γλώσσα, διδακτισμό και άλλα συνηθισμένα στα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν για τη συγκεκριμένη περίσταση, μας εισάγει στην πολεμο-γιουγκοσλαβική καθημερινότητα ελλειπτικά, με απλές και συναρπαστικές εικόνες. Διατυπώνει αυτονόητα ερωτήματα, παρατηρεί τις ύπουλες αλλαγές που υφίστανται οι γείτονες και συμπολίτες του, μας ξεκαρδίζει με ευφυή σχόλια, κοροϊδεύει την πραγματικότητα, βρίσκει τρόπους να χαρεί μες το σκοτάδι των πάντων. Χάνω βάρος. Πλάκα έχει πώς μια κρίση σαν αυτή μπορεί να σε κρατήσει σε φόρμα. Ο φωτισμός είναι αδύνατος αλλά υπάρχει ομορφιά προς ανακάλυψη στους δρόμους τη νύχτα.

Οι ρεαλιστικές σπιτικές-πολεμικές του ανταποκρίσεις αποκτούν φαντασιακό χαρακτήρα με την προσθήκη των ημι-ονειρικών παραισθήσεων και υπναγωγικών οράματων που συνήθιζε να έχει ο Ζογράφος μας, ώστε ο όρος φανταστικός ρεαλισμός να επαληθεύεται πλήρως.

Γκράφιτι: Όσοι έπιασαν στα χέρια τους όπλο είχαν την ευκαιρία να γίνουν και θύτες και θύματα. // Λαοί: πνιγμένοι σε ιστορικές απογοητεύσεις, εθνικό ρομαντισμό και υστερικές εμμονές. // Τα ψυχιατρεία είναι τα μόνα μέρη όπου Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζουν μαζί αρμονικά. // Τα ΜΜΕ όλου του κόσμου τρέφονται από την δυστυχία των άλλων ανθρώπων. «Λοιπόν, για πείτε, υποφέρετε;».

Αποσπάσματα: Η πραγματικότητά μας διαστρεβλώθηκε μ’ έναν παράξενο τρόπο. Ίσως ολόκληρο το έθνος έμπαινε σε μια διαφορετική κατάσταση συναίσθησης ή σε κάποιο είδος συλλογικής παραίσθησης. Η κάθε μέρα έφερνε καινούργιες τιμές, καινούργια προϊόντα και καινούργιες τακτικές επιβίωσης. Ο κόσμος πήγαινε στις γειτονικές χώρες για να αγοράσει μικροπράγματα όπως σπίρτα, λάμπες ή χαρτί υγείας. (σ. 57)

-Πολύ συχνά μου κάνουν την ίδια ερώτηση: Γιατί η θεματολογία των κόμικς μου αφορά την τρέχουσα κατάσταση;

– Όντως, τι το ενδιαφέρον βρίσκεις; Κουράζομαι ακόμα και που τα σκέφτομαι όλα αυτά!

-Μα.. μα… δεν νομίζεις ότι είναι απίστευτο; Άνθρωποι σκοτώνονται μεταξύ τους μόλις 150 χιλιόμετρα από δω…- Είναι όλοι τους τρελοί… μια μέρα θα ξεχαστούν όλα.. Ας αφήσουμε την φαντασία μας ελεύθερη, υπάρχουν τόσα πράγματα στη ζωή… -Ίσως από μια άποψη έχεις δίκιο… αλλά αυτό που κάνω δεν είναι αυστηρό «ντοκιμαντέρ»…Είναι ένα είδος φανταστικού ρεαλισμού με λίγο από ρώσικη παράδοση… νομίζω ότι όλη η κατάσταση θα μπορούσε να περιγραφεί καταλλήλως δίνοντας έμφαση σε περιφερειακές λεπτομέρειες… Στη ζωή μας βλέπουμε πάντα μόνο θραύσματα… Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία μας αν θέλουμε να δούμε όλη την εικόνα. (σ. 58 )

Επίγραμμα: Το πιο αυθεντικό graphic novel των τελευταίων χρόνων.

Συντεταγμένες: Aleksandar Zograf, Regards from Serbia, Top Shelf Productions. Στα ελληνικά: εκδόσεις ΚΨΜ, 2007, σ. 288, επιμέλεια Γιάννη Κουκουλά, μετάφραση-απόδοση Μπέλλα Σπυροπούλου, πρόλογος του σκιτσογράφου Βαγγέλη Χερουβείμ, προλογικό σημείωμα του Γιάννη Κουκουλά.

Επισκεπτήριο: aleksandarzograf.com

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14890

13
Φεβ.
08

Κρεγκ Τόμσον – Blankets

Μπορεί κανείς να βάλει φωτιά μέσα στον κόρφο του και τα ρούχα του να μην καούν; (σ. 315).
Χαρτογράφηση: Πόσες φορές δεν έχουμε κλείσει την τελευταία σελίδα ενός κόμικς άλμπουμ επιθυμώντας να διαρκούσε περισσότερο; Πόσες φορές δε ρουφήξαμε λαίμαργα τις εικόνες του με την ευχή να πολλαπλασιάζονταν σε μια εικονογραφημένη ιστορία με τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία μυθιστορήματος ή έστω νουβέλας; Αυτήν ακριβώς την επιθυμία ικανοποιεί ένα «νέο» είδος γραφής, το graphic novel ή αλλιώς «γραφικό» ή εικονογραφημένο μυθιστόρημα. Πρόκειται για είδος που καθιερώνεται ταχύτατα, αποτελώντας εναλλακτική μορφή λογοτεχνίας αλλά με υπολογίσιμο εμπορικό αντίκρισμα. Στη χώρα μας ήδη κυκλοφορούν τα Palestine του Joe Sacco και Χαιρετίσματα στη Σερβία του Aleksandar Zograf (επίσης από τις εκδ. ΚΨΜ), αμφότερα με προφανές θέμα, τα δύο Περσέπολις της Μαριάνε Σατράπι (η ενηλικίωση μια κοπέλας στο φονταμενταλιστικό Ιράν, εκδ. Ηλίβατον), ενώ μέσα στον επόμενο χρόνο αναμένεται το Logicomix των Δοξιάδη – Παπαδημητρίου – Παπαδάτου – di Donna, με «επιστημονικό» περιεχόμενο. Είναι αξιοσημείωτο που η εν λόγω έξαρση συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, από τη στιγμή που το Maus του Art Spiegelman (με θέμα το Ολοκαύτωμα και τον αντίκτυπό του στις μετέπειτα ζωές) είχε κάνει θραύση ήδη το 1992.

Τοπογραφικό: Παγωμένη αμερικανική ενδοχώρα, Ουισκόνσιν και Μίτσιγκαν σε ατέλειωτο χειμώνα, θρησκευτικές κατασκηνώσεις, σχολικές αντι-κοινότητες, οικογενειακές εστίες χωρίς ίχνος ζέστης. Χιονισμένα τοπία και έρημοι δρόμοι με διαφημιστικές πινακίδες «Ο Ιησούς είναι η μόνη ασφάλεια πυρός».

Πλοκή: Το Blankets αποτελεί ένα τυπικό και εν μέρει αυτοβιογραφικό «μυθιστόρημα ενηλικίωσης». Οι συμπληγάδες που πρέπει να διασχίσει ο Κρεγκ μέχρι την ενηλικίωσή του είναι ισχυρές: από τη μια οι προσδοκίες των γονέων του κι από την άλλη τα αυστηρά μέχρι παραλογισμού διδάγματα της Εκκλησίας (με την καλλιέργεια ενοχών και τύψεων για οτιδήποτε αφορά το σώμα και την άρνηση κάθε επίγειας απόλαυσης ή καλλιτεχνικής δημιουργίας). Μόνο που οι πηγές της πίστης είναι ύποπτες, εφόσον οι ίδιοι οι φορείς της την ερμηνεύουν όπως τους συμφέρει. Για πόσο καιρό θα τον πείθουν οι γονείς του πως η εικόνα του Ιησού κλαίει κάθε φορά που αυτός κάνει μια μιαρή πράξη, όπως λ.χ. το να σκιτσάρει μια γυμνή γυναίκα; Ξέρεις τι μας κάνει να νιώθουμε αυτή σου η πράξη; Πώς νομίζεις ότι νιώθει ο Ιησούς;

Στην επτασέλιδη εισαγωγή o Γιάννης Κουκουλάς εύστοχα παρομοιάζει το έργο με το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρή Ηλικία» του Τζέημς Τζόυς, όσον αφορά το μυθοπλασικό πυρήνα και τη νεωτερικότητα της μορφής του, αλλά και στο ότι ο ίδιος μοιάζει να γράφει «σε μια παραζάλη, θαρρείς εν υπνώσει αυτόματης αφήγησης». Πράγματι, η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ο πρώτος καταλύτης που αν δεν τον απελευθερώνει από τον ασφυκτικό του κλοιό, σίγουρα τον οδηγεί στην ωριμότητα. Το δεύτερο κλειδί είναι ο έρωτας με την Ράινα, που ζει με μια άλλη προβληματική οικογένεια στον αντίποδα της δικής του: δυο υιοθετημένα αδέλφια ειδικών αναγκών/ικανοτήτων και δυο γονείς που αδυνατούν να χωρίσουν εφόσον αυτό αντιφάσκει με την ευαγγελική τους δογματική. Καλλιτεχνική έκφραση και σεξουαλικότητα θα συγκρουστούν (Παρουσία της Μούσας μου δεν είχα πια ΑΝΑΓΚΗ να ζωγραφίσω. Γιατί να ασχολούμαι με γραμμές και χρώματα, όταν μου έφτανε να την παρατηρώ; ) αλλά και θα συμβαδίσουν μέχρι τη φυγή του ήρωα προς την πραγματική ζωή. Κατά μεγάλη ειρωνεία ο Κρεγκ θα βρει ακόμα και στη Βίβλο δείκτες ερωτικής έκφρασης – όχι όμως στον απαισιόδοξο Εκκλησιαστή αλλά στο απαγορευμένο Άσμα Ασμάτων. «Σ’ ευχαριστώ Θεέ, για το τέλειο δημιούργημά σου. Δέρμα τόσο απαλό και λευκό σαν το φεγγαρόφωτο, κόκαλα κάτω από το δέρμα που μπλέκονται και ξεμπλέκονται, που υψώνονται ψηλά ως τα λαγόνια και βυθίζονται στην κλείδα.[…] Σ’ ευχαριστώ για τον ρυθμό των κινήσεών της, -κουλουριασμένη, απλωμένη- οι καμπύλες της κύματα που τυλίγουν τις ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ. Είναι δική σου. Είναι τέλεια. Ένας ΝΑΟΣ.

Γραφιστικά: Η απομυθοποίηση της δήθεν μαγικής παιδικής ηλικίας και του ασφαλούς οικογενειακού σπιτικού εικονογραφείται περίτεχνα. Υπάρχουν συγκλονιστικά κάδρα, όπως εκείνο του σμικρυνσμένου μικρού παιδιού που κάθεται ανάμεσα στις πελώριες γονεϊκές φιγούρες, που του λένε πόσο τους απογοήτευσε. Όταν χρόνια μετά θα γυρίσει στο πατρικό του για να τους δει θα σκεφτεί: παρόλο που οι γονείς μου δε μπορούσαν να με τιμωρήσουν ή να μου απαγορεύσουν την έξοδο εξακολουθούσα να αισθάνομαι ευάλωτος κοντά τους.

Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Thompson αποτυπώνουν με εξαιρετικό σιωπηλό τρόπο τις γλυκόπικρες εκφράσεις προσώπων αλλά και τις στιγμές της καλλιτεχνικής παρόρμησης – η δε ερωτική πράξη περιγράφεται ελλειπτικά. Οι κουβέρτες φούσκωσαν και πάφλασαν. Με μαγνήτισε η απεικόνιση λεπτομερειών στο χώρο, ακόμα και άψυχων αντικειμένων που λες και παρακολουθούν αυτά που συμβαίνουν ή δε συμβαίνουν. Ένα κεφάλι ελαφιού στον τοίχο, τα χάπια στο φαρμακείο του μπάνιου, το πλυντήριο πιάτων σε λειτουργία. Και κυρίως οι κουβέρτες, που εξελικτικά αποκτούν διαφορετικές σημασίες: προστασία στη δύσκολη παιδική ζωή, αυτοσχέδιο αντίσκηνο σε υποτιθέμενες καταιγίδες, ερωτικό πεδίο αλλά και συναισθηματική αιχμαλωσία σε έναν έρωτα. Όταν δεν καλύπτονται κάτω από αυτές οι δύο ήρωες βγαίνουν στο χιόνι. Στο αφιλόξενο έξω είναι περισσότερο οι εαυτοί τους. Μοιράζονται στιγμές που η αίσθηση του χώρου, του βάθους, χάνεται, καθώς οι νιφάδες πέφτουν σε σχηματισμό και το πρώτο τους φιλί είναι σχεδόν απόκοσμο. Σε μια δύσκολη στιγμή θα φορέσουν τα παλτά πάνω από τις πιτζάμες τους και θα ξεχυθούν στο λευκό τοπίο. Κρύο; Δεν κάνει κρύο…απλώς πρέπει να κινείσαι συνέχεια. Κάποια κάδρα μου έφεραν στο νου τις τελευταίες σκηνές του Old Boy: αγνότητα. Νιώθω καθαρός και άσπιλος σαν χιόνι.

Γκράφιτι: Ένοιωσα και πάλι μόνος, και χρησιμοποίησα αυτήν τη μοναξιά για καύσιμο. // Έβλεπα το σώμα μου μόνο ως το σκεύος της ψυχής μου. // Μου αρέσουν τα «ή». Η αμφισβήτηση είναι καθησυχαστική. // Ακουγόμαστε τόσο ΜΕΓΑΛΟΙ. //- Δείχνεις σαν να κοιτάς τα αστέρια. – Τα κοιτάω. – Μπορείς να δεις μέσα από το ταβάνι;- Ναι. (σ. 435).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Craig Ringwalt Thompson (γενν. 1975, Michigan). Πριν το Blankets, που πήρε κάθε κόμικς βραβείο (Harvey, Eisner κ.λπ.), έχει προηγηθεί το πρώτο του graphic novel το Good-Bye, Chunky Rice (1999), τα μικρότερα Bible Doodles (2000) και Doot Doot Garden (2001) και το travelogue Carnet de Voyage (2004), ενώ κυκλοφόρησε από κοινού με τη βασική του επιρροή James Kochalka το μίνι άλμπουμ-μπροσούρα Conversations (με σύντομους αφορισμούς περί τέχνης και αισθητικής). Συνεργάζεται με το Nickelodeon Magazine. Η επόμενη δουλειά είναι το Habibi όπου η αραβική καλλιγραφία και η ισλαμική μυθολογία θα του δώσουν την ευκαιρία να «ζωγραφίσει» την αντίστοιχη με το Blankets επιρροή του Ισλάμ στους ψυχισμούς απλών ανθρώπων. Προσωπική ιστοσελίδα και μπλόγκ αντίστοιχα: dootdootgarden.com και blog.dootdootgarden.com.

Μουσική: Tracker – Recordings For The Illustrated Novel, Blankets (Top Shelf). Δίσκος που φτιάχτηκε από την ευρύτερη παρέα του Blankets, που εμπνεύστηκε από την ανάγνωσή του και σχεδιάστηκε να ταιριάζει με αυτήν. Με παραγωγή του John Askew και 9 instrumental ηχογραφήσεις από τους συντοπίτες Tracker, με σχεδιασμένο εξώφυλλο από τον ίδιο τον Thompson αλλά και μερικά στριπάκια που δεν βρίσκονται στο βιβλίο του.

Συντεταγμένες: Blankets. An illustrated novel by Craig Thomson, 2005. Πλήρης τίτλος sτα ελληνικά: Blankets. Ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα από τον Craig Thomson, εκδ. ΚΨΜ 2006. Μτφ.: Μπέλλα Σπυροπούλου. Πρόλογος-επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς. 598 σελ.

Πόσο ικανοποιητικό είναι ν’ αφήνεις τα ίχνη σου σε μια λευκή επιφάνεια. Να χαρτογραφείς την πορεία σου – όσο προσωρινή κι αν είναι.

Ένα 600σέλιδο καλλιτέχνημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=14119



Ιανουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.009.983 hits

Αρχείο