Στο αίθριο του Πανδοχείου, 181. Γιώργος Γκόζης

Περί γραφής

1. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών βιβλίων σας; Θα μας γράψετε και υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Με μεγάλη μου χαρά! Στην αστική μας παράδοση, το δώμα της οικίας όπου ο επισκέπτης, ο Ξένος δηλαδή, οικίζεται προσωρινά ονομάζεται ξενώνας. Στον Άθωνα αντίθετα, ονομάζεται αρχονταρίκι. Εκεί ο φιλοξενούμενος επισκέπτης θεωρείται Άρχοντας και όχι Ξένος. Αυτή είναι κι η δική μου επιλογή για τον αναγνώστη. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  στο Αρχονταρίκι μου κι εγώ στο δικό σας φιλόξενο Δοχείο του Παντός.

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Ήταν πηγαίο και με τυχαία αφορμή: δύο φραπέδες απανωτοί ένα μεσημέρι στα τέλη του ’90 δε με άφησαν να κοιμηθώ καλοκαιριάτικα, οπότε έγραψα επί τόπου ένα διήγημα, το πρώτο της ζωής μου, με αφορμή τη δημοσίευση στον Τύπο ενός σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο, ακολούθησε η ενθάρρυνση για δημοσιεύσεις σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, τότε μόνο σε έντυπη μορφή, κάποιες επόμενες διακρίσεις σε πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, η επιλογή μου ως εκπρόσωπο της ελληνικής πεζογραφίας στη Biennale της Ρώμης το 1999 και έχουμε ήδη φτάσει μέχρι το βημόθυρο του Νυχτερινού Στο Βάθος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά: ένα αφηγηματικό σύμπαν του κόσμου της ενηλικίωσης, μία οφειλή στους εν αγνοία συνοδοιπόρους της γενιάς μου από τις τελευταίες αλάνες της ξεγνοιασιάς του αστικού κέντρου ως τις αλάνες της ζωής και μία ολόφωτη και αυτόφωτη προσωπικότητα, ο εκδότης της Νεφέλης Γιάννης Δουβίτσας.

Το δεύτερο, πάλι διηγήματα, τιτλοφορείται Αφήστε Με Να Ολοκληρώσω και καλύπτει το ενδιάμεσο κενό μίας δεκαετίας: έχουμε διαβεί ως περάτες από την έντυπη εποχή στην ψηφιακή. Το έντυπα λογοτεχνικό περιοδικά έχουν αποδεκατιστεί, κάποια έχουν επιβιώσει ισχνότερα, κάποια έχουν γίνει ιστοσελίδες, κάποια απλώς δεν έχουν προσαρμοστεί κι έχουν εξαφανιστεί. Όποιος θέλει, δημοσιεύει αφιλτράριστα ό,τι θέλει σε blogs και sites, δικά του ή τρίτων, πολλές εφημερίδες έχουν κλείσει. Έχει υποχωρήσει  ο λόγος έναντι της εικόνας, ειδικά της τηλεοπτικής με τη μορφή των παραθύρων, μία χυδαία μας ελληνική εκδοχή των τηλε-windows που προωθεί με φρενήρη τρόπο το life style και την ήσσονα προσπάθεια. Ένα βιβλίο του δικού μου θυμού με πυρέσσουσα γλώσσα και επιφαινόμενο χιούμορ, αλλά με τραγικές προσωπικές μου ιστορίες, πασπαλισμένες με την άχνη της ειρωνείας και του σαρκασμού. Το κέντρο ενός ελληνικού κόσμου ο οποίος  θρυμματίζεται αλληλοσπαρασσόμενος σε τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ  αλαλάζει «Αφήστε με να ολοκληρώσω! Αφήστε με να ολοκληρώσω!».  Βιβλίο γραμμένο σε σκαμνί, σε σαλόνι, σε χαρτάκια κι όλα αυτά με δέκα χρόνια σταλίες.

Το τρίτο και τελευταίο ως σήμερα, Γκουανό. Γλώσσα περισσότερο δική μου ως προς τη θέρμη της, ξεθύμανε ο θυμός, οφειλή ως κεράκι στους προγόνους της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης. Πρόσφυγες πολλοί, συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή που έγιναν εργολάβοι οικοδομών στην ελεύθερη Ελλάδα τα κατοπινά χρόνια, τα τοξικά μας βοθρολύματα που γίνονται λίπασμα για το επερχόμενο Καλό. Τα τελευταία δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, τις οποίες τιμώ και σέβομαι καταρχήν ως αναγνώστης.

Πόθοι; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να επικοινωνήσω. Με διαφορετικό τρόπο από τον προφορικό, να ξεφορτώσω και να ξορκίσω κάποιες εμμονές μου, να τις εξομολογηθώ στις σελίδες, να κερδίσω χρήματα, να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό μου. Μετά από κοντά είκοσι χρόνια από την πρώτη δημοσίευση στη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, χαίρομαι που όλα τα παραπάνω έγιναν ατμός, εκτός από το πρώτο: να επικοινωνήσω. Να επικοινωνώ.

Αυτοί είναι τα μικρά έργα της μικρής μου τέχνης που βρίσκονται στο αρχονταρίκι μου, κρεμάμενα επί των τοίχων της πινακοθήκης του. Ελπίζω να μη βαλαντώσατε.

2. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Δεν είμαι ο κατ’ αποκλειστικότητα γράφων του εργαστηρίου. Κάθε άλλο, μάλιστα. Σήμερα, ζω κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, που το μοιράζομαι χρονικά άνισα με την Ελλάδα. Κουβαλώ όμως τα ελληνικά ως γλώσσα και πατρίδα εντός μου. Όσο για το κατ’ οίκον γράψιμο προϋποθέτει συστηματικότητα, ενώ η ζωή μου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο δρόμο, με συναντήσεις και  ταξίδια και σε πολλές γλώσσες. Κάποτε πίστευα σχεδόν φετιχιστικά ότι ήταν απαραίτητη η ιδανική συνθήκη του τόπου ως πλαίσιο της γραφής, τώρα που αυτό είναι πολυτέλεια πια, λέω μόνο να μην αφήνω τον χρόνο να μου δραπετεύει: προσπαθώ να γράφω όπου μπορώ.

3. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ωραία ερώτηση! Μετά τα βάσανα στα οποία τους υποβάλλω, τους αφήνω ελεύθερους να υπάγουν όπου αυτοί θελήσουν. Ναι, μαθαίνω νέα τους συχνά. Άλλοι μου τηλεφωνούν εν αγνοία τους, δίχως δηλαδή να είναι γνώστες της θέσης τους στα βιβλία μου, κάποιοι δηλώνουν «Μου Αρέσει» στο φέισμπουκ, με κάποιους είμαστε σε διάσταση και κόψαμε τσανάκια, αλλά όλοι τους είναι παρόντες εντός μου.

4. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως προανέφερα και στην υπαρίθμ. 2 κι ολογράφως Δύο ερώτηση παραπάνω, στερούμαι χρόνου. Επομένως, αργώ πολύ από γραφή σε γραφή κι από πέρασμα ένα χέρι βαφή σε βερνίκωμα. Κάθε που επανέρχομαι, κάνω μία ανακεφαλαίωση που όσο να ‘ναι, καθυστερεί. Όσο για τις ιδέες, τις φωτογραφίζω. Εικόνες στιγμιαίες που περνούν και χάνονται, άνθρωποι περαστικοί από τη ζωή μας με τυχαία σειρά, νά, όπως κάποιος άγνωστος που κάνει τράκα ένα τσιγάρο, που ζητά τη φωτιά σου, που ρωτά κάποιον δρόμο εκεί κοντά, ως χαρτάκια με σκέψεις polaroid μνήμης. Αλήθεια, ποιός θυμάται σήμερα τις φωτογραφίες των Polaroid;

5. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πλακώνομαι πολύ στη δουλειά, μονορούφι, σε ανορθόδοξες ώρες. Κάποτε, παλιότερα, τις βραδινές. Τώρα τελευταία δεν πολυαντέχω το ξενύχτι. Συγκεντρώνω όλο μου το υλικό, όπως ένα βουναλάκι με αφορμές, μετά το απλώνω με τον πλάστη, όπως ένα φύλο κρούστας με δικαιολογίες, ύστερα το ζυμώνω με τα χέρια, ιδίως τα επιρρήματα, σιγά και ξανά και πάλι και πάλι. Το αφήνω για λίγο καιρό στο φούρνο του συρταριού κι όταν τα ξαναβγάζω θέλω να δω αν σιγοκαλοψήθηκε, αν είναι δηλαδή τραγανό από έξω και ζουμερό από μέσα. Έννοια μου δεν είναι τόσο ο πυρήνας της ιστορίας, η ίδια η αφήγηση δηλαδή, αλλά κυρίως η γλώσσα. Μουσική; Εννοείται! Είμαι παιδί του ’80, επομένως ακούω Χατζηδάκη και Μαριώ, Ρενέ Ομπρί, Tuxedomoon, James, Σωτηρία Μπέλου, Άκη Πάνου και άλλα funk και punk κομμάτια. Συxνά ακούω και ραδιόφωνο, αλλά, ως ψυχάκιας, στο χαμηλότερο δυνατό σημείο έντασης. Τηλεόραση ποτέ, αλλά κι αυτές τις λίγες φορές με σβηστό ήχο, ως τζάκι, ως εικόνα, ως παρέα. Προτιμώ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, διότι πρασινίζουν όμορφα την οθόνη ως ντεκόρ. Πίνω καφέδες, Τσαλακώνω χαρτιά. Δεν τα σκίζω ποτέ. Τα διπλώνω στα δύο και σουτάρω στο καλάθι των αχρήστων με σπάσιμο καρπού off balance ή με πίβοτ. Το παρκέ γεμίζει με χάρτινες μπάλες, επειδή η αστοχία μου είναι παροιμιώδης -ξέρετε, κάποιοι παλιοί τραυματισμοί.

6. Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βιοποριστικά, επί είκοσι δύο συναπτά και back to back χρόνια ασχολούμαι με τα ναυτιλιακά σε πολυεθνικές με containers. Από τις αρχές ενεστώτος έτους είμαι υπεύθυνος ανάπτυξης δικτύου ελληνικού ομίλου logistics σε χώρες της τέως Γιουγκοσλαβίας. Τελικά, αν και αγάπησα τα γράμματα, επαγγελματικά ασχολήθηκα με τους αριθμούς. Φαινομενικά, όλα είναι κόντρα μεταξύ τους: κοινό, αναγνώστες, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ειδικά αν υπολογίσετε πως ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων δεν είναι καν ελληνόφωνος.

Εσπούδασα Θεολογία. Ναι, η γλώσσα της Θεολογίας υπήρξε για μένα καθοριστική και με διαμόρφωσε καίρια, όπως εκ των υστέρων αντελήφθην. Η πίστη μου στον Χριστό το ίδιο. Πώς συνδυάζονται στη γραφή μου, ως προς τις ιστορίες, αλλά και για το καίριο της αφήγησης, βιοπορισμός με υπόβαθρο σπουδών; Ως εξής: στις επιχειρήσεις μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, δε γυρνοβολάς, σημαδεύεις κέντρο. Ποιός είναι ο στόχος σου; Αυτόν επιδιώκεις να επιτύχεις, επομένως λειτουργώ κατ’ ακρίβεια. Η θεολογία, αντίθετα, λειτουργεί κατευναστικά σε πολλά σημεία και κατ’ οικονομία, δίχως δηλαδή στείρα αυστηρότητα και υπεροπτικές βεβαιότητες.

7. Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ δεν αποπειράθηκα να γράψω κι ούτε με απασχόλησε το ζήτημα. Ο λόγος είναι απλός: πιστεύω ότι δεν έχω απολύτως κανένα σχετικό τάλαντο, ότι δεν έχω κάτι να πω αν αρθρώσω δικό μου ποιητικό λόγο. Νομίζω πως δεν είμαι εγώ για εκείνην, εννοώ ως δημιουργός στίχων. Δεν είμαστε όλοι γι΄ όλα. Αντί εμού, υπάρχουν εξαιρετικοί σύγχρονοι ποιητές. Διάβασα, εξαιτίας της αγάπης του πατέρα μου και από τη δική του βιβλιοθήκη, πολλούς εξ αυτών κι εξακολουθώ να παρακολουθώ την παραγωγή, όσο μπορώ. Πιστεύω πως ένα μικρό κριτήριο να την αξιολογώ το έχω κατακτήσει, ώστε να διακρίνω την Ποίηση από την Οίηση, ειδικά στην εποχή των απειράριθμων αυτοεκδόσεων.  Δεν είμαι, λοιπόν, ο τεχνίτης του ελλειπτικού, του υπαινικτικού, του ελαχίστου, του αφοριστικού. Στον τόσο πυκνό λόγο, αισθάνομαι δυσφορία ως δημιουργός, θέλω λίγο χώρο παραπάνω και γι’ αυτό προτιμώ τα διηγήματα.

8. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μου το πρότειναν, εξαρτάται ποιοί οι προτείνοντες και ποιος ο βιογραφούμενος. Αν επρόκειτο για δική μου επιλογή,  θα επέλεγα πρόσωπο της μεσαιωνικής μας ιστορίας που τόσο αγνοούμε και που τόσο ανοιγμένη στον κόσμο ήταν – έχετε κάποια πρόταση μήπως;

 9. Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Με μία πρώτη ματιά, τρία αντιφατικά ως προς τη θεματολογία τους βιβλία. Αν τα δείτε όμως εποπτικά, βγάζει νόημα.  Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ένα παιδικό παραμύθι. Δεν είμαι συγγραφέας παιδικών, προέκυψε όμως εν τοις πράγμασι με τη γέννηση του γιού μου. Το παραμύθι αυτό για την ώρα βρίσκεται στον φούρνο που λέγαμε προηγουμένως. Ακολουθεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα από το ’80 ως τις ημέρες μας. Ακόμα με παιδεύει. Τέλος, εντός του 2017 εκδίδεται από τον «Παρατηρητή της Θράκης» η μεταπτυχιακή μου εργασία, αυτό που στα ελληνικά λέμε Master in Science, με τίτλο «Μητερικό». Πρόκειται για αγιολογικό έργο σχετικά με τις άγνωστες Μητέρες της Θράκης. Είναι το πρώτο μου θεολογικό βιβλίο.

Περί ανάγνωσης

10. Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχετε αρκετό χώρο για τα πρώτα χίλια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό; Τα γράμματα της αλφαβήτου δεν μου φτάνουν: Ενδεικτικά και μόνο, καταλογογραφώ ανερμάτιστα: Νίκος Τσιφόρος, Παναγιώτης Γούτας, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Τόλης Νικηφόρου, Αλμπέρτο Ναρ, Ντίνος Παπασπύρου αν και κυρίως ζωγράφος, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Λευτέρης Καλοσπύρος, Ισίδωρος Ζουργός, Πέτρος Αυλίδης, Μάριος Χάκκας, Τόλης Καζαντζής, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης Σουρούνης φυσικά για την αλήθεια του και την αφτιασίδωτη ειλικρίνειά του, Ευγενία Μπογιάννου, Βασιλική Πέτσα, Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη, Βίκυ Τσελεπίδου, Κώστας Καβανόζης, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ζάουμα Καμπρέ -αποκάλυψη για μένα, Σταυρούλα Σκαλίδη, Μάκης Τσίτας, Μ. Καραγάτσης, Αλέξης Πανσέληνος, Δημήτρης Καλοκύρης, Ηλίας Κουτσούκος, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Θουκυδίδης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Σωτήρης Δημητρίου, Διδώ Σωτηρίου και ων ουκ έστιν αριθμός, έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα λεφτά πηγαίνουν στα βιβλία.

11. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να μη μακρυγορήσω όπως ανωτέρω, διαχρονικά αγαπημένο και αφορμή της σχέσης μου με τη γραφή είναι το «Χαμογέλα ρε … Τι σου ζητάνε;» και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του νεομάρτυρα Χρόνη Μίσσιου, διότι έκανε το αίμα του μελάνι.

Σύγχρονα, το «Κίτρινο Ρώσικο Κερί», του Κώστα Ακρίβου, εξαιτίας μίας και μόνο λέξης, του ρήματος «κλώθω».

12. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαυμάζω πάντοτε το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά για την ευρηματικότητα, την έκταση και το εντελές του έργου του.

13. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Μόνο ένας; Με γοητεύουν τόσο πολλοί και τους καμαρώνω για τη δουλειά τους, η ακλόνητη πίστη μου στην ποιότητα των πεζογράφων  μας. Φροντίζω, ωστόσο, να εστιάζω στο έργο τους κι όχι στους ίδιους ως φυσικά πρόσωπα, εξαιτίας προφανών στρεβλών πεποιθήσεων κάθε φορά που συμβαίνει να γνωρίζουμε το δημιουργό, ειδικά αν είναι σύγχρονός μας.

14.  Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Νούσης του Σουρούνη. Προτύπωση του Αντώνη ίσως. Απολάμβανε τη ζωή δίχως ενοχές και τύψεις, με πλήρη συναίσθηση της παροδικότητάς μας. Ζούσε την κάθε στιγμή του με τα πάθη του, με γυναίκες πολλές, με σέρτικα τσιγάρα, με ποτάμια αλκοόλ, με ιλιγγιώδη τζόγο, με φίλους αχώριστους, με ταξίδια τυχοδιωκτικά ή προσκυνηματικά, αλλά και με μία εσωτερικότητα και με τη μοναξιά της ενδοσκόπησης.

15. Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τα πιο πολλά από κοντά, αν κι έχω μία αγάπη ανέκαθεν προς τα έντυπα. Επιλέγω το «Δέντρο» για τη διάρκεια και την αδιάπτωτη ποιότητα. Το «Φρέαρ», για τη σύγχρονη προσέγγιση κι αισθητική. Το «Εντευκτήριο» της μητρίδας Θεσσαλονίκης, για την προσήλωση στη θεματολογία του πυρήνα της λογοτεχνίας. Το νεοπαγές «Οροπέδιο», για τις θεματικές της εντοπιότητας και το πολυτονικό. Δε μπορώ όμως να παραβλέψω το «Διάστιχο» για δύο λόγους, ο ένας πως είναι πλήρως ενταγμένο στο πνεύμα της ψηφιακής εποχής μας και ο άλλος πως πρόκειται για κύρια βιοποριστική εργασία.

16. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη μεσαιωνική ιστορία της Μεσογείου σε διαφορετικές πτυχές και από διαφορετικές γλωσσικές πηγές. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνάφεια των λαών της -Φράγκοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Σλάβοι σε μία απερινόητητη περιδίνηση έκτοτε, τόσο άγνωστη στις ημέρες μας.

17. Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Βεβαίως και με ενδιαφέρουν οι κριτικές, ειδικά ανθρώπων τη ματιά και το έμπειρο μάτι των οποίων εμπιστεύομαι: άνθρωποι που ζυμώνονται με τη γραφή, όσοι εκτίθενται με δικά του κείμενα, έστω και μόνο κριτικά. Επίσης, είμαι τακτικότατο μέλος παρουσιάσεων βιβλίων, επειδή τις πιστεύω. Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμες είναι και οι κριτικές, χρήσιμες και οι παρουσιάσεις, περισσότερο χρήσιμο όμως σε ό,τι με αφορά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας και η συνάντηση με το  αναγνωστικό κοινό.

18. Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μμμ, μισό λεπτό να το βγάλω από τα μικροκύματα – ιδού:

«Κι εγώ κρατώ τη «Δεσποινίδα» με Νόμπελ του Ίβο Άντριτς στο δεξί και μερικά κέρματα του ευρώ στο αριστερό για το εισιτήριο της ανατολικής διαδρομής. Γραμμή Τριάντα, αφετηρία Αποθήκη Τριανδρία και μέσω του Ναού της αγίας Βαρβάρας στάση ακριβώς μπροστά στον άλλον Ναό, του δικού μας Δικέφαλου. Πεταχτά κι άλλες στάσεις επί της Κονίτσης παύλα αγίου Γρηγορίου Λαμπράκη. Καρφί προς τα Υψίπεδα της Άνω Τούμπας, αλλά ξαφνικά το Τριάντα κάνει στροφή απότομα δεξιά στην Περραιβού, τέρμα τα γκάζια με κατεύθυνση τη Λωρίδα της Κάτω Τούμπας, επιτέλους φαίνεται το Ποσειδώνιο ως λαμπρός Φάρος κολύμβησης και ολοταχώς προς πρώην Νομαρχία νυν Περιφέρεια και γραμμή πάλι πίσω δια μέσου Μαρτίου και λίγο από Παπάφη και κάτι από Παπαναστασίου, στάση Νησάκι, θα κατέβει κανείς;»

Κουνούσε πολύ διότι και δε διάβασα γραμμή.

Περί αδιακρισίας

19. Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ. Βρήκα ευφυέστατη κι απολαυστικότατη τη «Γκόλφω  – director’s cut» του Σίμου Κακάλα, σύζευξη ιαπωνικού κόμιξ Manga με τη δημοτική μας παράδοση.

Αγαπημένη μου σκηνή από τον Ράφτη Του Παναμά: Ο Τζέφρει Ρας εξαιτίας της μυθομανίας του, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε εισβολή στη χώρα όπου κατοικεί,  υποκλέπτει κρατικά μυστικά για τη Διώρυγα, κοντεύει να διαλύσει την επιχείρηση και την οικογένειά του κι όταν ρωτά ενώ έχει καταρρεύσει τη Τζέιμι Λι Κέρτις: «Τι θέλεις να κάνω τώρα;», εκείνη του απαντά εξιλαστικά: «Πρωινό!».

20. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι μέλος μόνο της Βίβλου των Προσώπων. Δεν προλαβαίνω για κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς. Σπουδαίος τρόπος δικτύωσης ως μέσο χρήσης, που πολύ γρήγορα καταντά στα χέρια μας κατάχρηση: γενικευμένη ανωνυμία, ψευδή προσωπεία, συγκεκαλυμμένη βία, απίστευτη ημιμάθεια, θράσος και εργαλειοποίηση. Από την άλλη, άνθρωποι-διαμάντια που γνώρισα εξαιτίας αυτού του απρόσωπου μέσου. Η δική μου άποψη με δύο λόγια μετά από έξι χρόνια συμμετοχής: υπερβολική προβολή. Ξόδεμα. Έρμα πολύ, αλλά και μορφή επικοινωνίας με ρινίσματα χρυσού.

21. Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπα, με τίποτα.  Θα του απαντούσα ό,τι κι ο Μπρους Ουίλις στο «Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ» στη Μεριλ Στριπ: «Δεν θα είχε καθόλου πλάκα». Όχι τόσο για την απώλεια της συγγραφικής, όσο της αναγνωστικής μου ιδιότητας.

22. Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μόνο μία; Τρεις! Φέρω βαρέως, κύριε, που δεν ηρωτήθην αρχικά, σχετικά με την πρώην βασιλική οικογένεια της πατρίδας μας! Κακώς, αφού. Έστω, για το βιβλίο υπό Κρις Μ. Γούντχάουζ «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της ελληνικής Δημοκρατίας». Ή, τουλάχιστον, για τους αδιάβαστους τόμους του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη στο κομοδίνο μου. Με απογοητεύσαστε, το ομολογώ…

Στις εικόνες: Δημοσθένης Βουτυράς, Αντώνης Σουρούνης, Νίκος Τσιφόρος, Χρόνης Μίσσιος, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Jaume Cabre, Alexandar Gatalica, έργο του Ντίνου Παπασπύρου (όχι άσχετο με την μουσικότητα της γραφής του συγγραφέα), Γκόλφω (Director’s cut) ο συγγραφέας.

Μαργκαρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν – «Μίλενα από την Πράγα»

Μίλενα, τώρα γνωρίζουμε ποια ήσουν

Όταν χάνεις την ελευθερία, δεν χάνεις βέβαια και την ανάγκη ν’ αγαπηθείς. Μάλιστα, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, η επιθυμία για τρυφερότητα και παρηγορητική εγγύτητα με τον άνθρωπο που αγαπάς γίνεται σφοδρότερη. Στο Ράβενσμπρουκ άλλες κατέφευγαν στη φιλία γυναίκας με γυναίκα, άλλες μιλούσαν πολύ για αγάπη κι άλλες επέτειναν τον πολιτικό, ακόμη και τον θρησκευτικό φανατισμό τους ως υποκατάστατο του έρωτα… [σ. 71]

… γράφει η συγγραφέας σε μια από τις αναρίθμητες πυκνές παραγράφους της συγκλονιστικής της μαρτυρίας από την ζωή της στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη έκδοση που συμπληρώνει όχι μόνο την λογοτεχνία και την ευρύτερη γραμματεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά και το βιογραφικό κενό για την ζωή της γυναίκας που γοήτευσε τον Κάφκα και ενέπνευσε την γνωστή αλληλογραφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας ήταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ  (για τα δυο συγκλονιστικά βιβλία του βλ. δεξιά πλευρική στήλη), που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ βρίσκεται η μέγιστη τραγικότητα της ιστορίας της, καθώς γνώρισε τον φρικιαστικό εγκλεισμό και στις δυο μορφές του ολοκληρωτισμού που κυριάρχησε στον εικοστό αιώνα. Άλλωστε ήταν το ίδιο το σταλινικό στρατόπεδο που την παρέδωσε στους Γερμανούς και την οδήγησε στο Ράβενσμπουργκ.

Επιστρέφοντας στο παραπάνω απόσπασμα, πράγματι, οι παθιασμένες φιλίες των πολιτικών κρατουμένων ήταν εξίσου συχνές όσο και μεταξύ των «αντικοινωνικών» και των ποινικών. Η στενή συμβίωση χιλιάδων νεαρών γυναικών και κοριτσιών, παρά τον τρόμο που επικρατούσε στο στρατόπεδο, δημιουργούσε ατμόσφαιρα ερωτισμού. Η συγγραφέας θυμάμαι κατά την βραδινή βάρδια στο ραφείο των Ες Ες νεαρές Τσιγγάνες καθισμένες στις ραπτομηχανές τους να τραγουδούν λιγωμένα ερωτικά τραγούδια παρά το αδιάκοπο γάζωμα, την αφόρητη ζέστη, την σκονισμένη ατμόσφαιρα και την εξόντωση της δουλειάς. Ορισμένες εκτόνωναν τις ερωτικές τους επιθυμίες με τον χορό. Στροβιλίζονταν «στο βάθος του βρομερού καμπινέ» ενώ οι φίλες τους κρατούσαν τσίλιες στην είσοδο για τυχόν έλεγχο από τις Ες Ες. Άλλες αντάλλαζαν απλώς ερωτικές επιστολές.

Αλλά η αφηγήτρια συγκράτησε μια άλλη ιδιαίτερη σκηνή που αποδίδει ανάγλυφα την μανιασμένη ανάγκη να υπάρξει το ερωτικό και το ωραίο ακόμα και σε τόσο τραγικές συνθήκες: το κεφάλι ενός άντρα να ξεπροβάλει από ένα φρεάτιο και να κοιτάζει προς την μεριά των γυναικείων παραπηγμάτων, όπου πηγαινοερχόταν λικνιζόμενη μια αντικοινωνική, η οποία είχε σφίξει το άχαρο ριγέ ρούχο της φυλακής και το είχε σηκώσει ψηλά ώστε να φαίνονται οι γάμπες της μέχρι τα γόνατα. Μπορεί να ήταν «ισχνές σαν λιανοκλάδια και γεμάτες εξανθήματα», όμως εκείνη το είχε ξεχάσει και το χαμόγελό της έλαμπε από γυναικεία αυτοπεποίθηση. Και άλλωστε ο θαυμαστής με το στρογγυλό κρανίο την έβρισκε ωραία και αξιέραστη.

«Ο έρωτας δεν σκοτώνεται…είναι δυνατότερος από κάθε βαρβαρότητα» είπε η Μίλενα Γιέσενσκα στην συγγραφέα που της διηγήθηκε την σκηνή. Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν στο στρατόπεδο και συνδέθηκαν με ιδιαίτερη φιλία. Ακριβώς αυτή η βαθειά σχέση που ξεπερνά τις καθιερωμένες λέξεις είναι το αντίπαλο δέος μπροστά στην φρίκη της ζωής στα στρατόπεδα εξόντωσης· και είναι ακριβώς εκείνη που διαφοροποιεί αυτή την κατ’ ουσίαν βιογραφία από την σχετική λογοτεχνία εφόσον θέτει ακριβώς αυτή τη σχέση στο επίκεντρο του βίου που βρισκόταν για πέντε χρόνια στα όρια, κάτω από την άβυσσο της βίας, του εξευτελισμού και του πανταχού παρόντος θανάτου. Άλλωστε το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσεχικά ερώσα αλλά και ερωμένη, και σα να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της, μας βεβαιώνει η συγγραφέας

Η Μίλενα έζησε εκτός των άλλων την τραγική ειρωνεία να ακροβατεί σ’ ένα ακόμα μεταίχμιο: ήταν απόλυτα ξένη και συχνά αντιπαθής ανάμεσα στις διάφορες «ταυτότητες» των έγκλειστων γυναικών, ακριβώς όπως και ο κυνηγημένος Σερζ, υπό άλλες βέβαια περιστάσεις. Ήταν αντικομμουνίστρια για τις κομμουνίστριες (γι’ αυτό άλλωστε και η ζωή της παρέμεινε απαγορευμένο θέμα στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και πρώην κομμουνίστρια για τις αντικομμουνίστριες, ήταν Τσέχα για τις Γερμανίδες και Γερμανίδα για τις Τσέχες, ήταν αμφιβόλου πίστεως για τις Καθολικές.

Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανέναν άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανέναν καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό, τι λέει, ό, τι είναι και ό, τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο, αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο… [σ. 108]

… γράφει η Μίλενα για τον Κάφκα, έναν άλλο και αλλιώς ανένταχτο και μοναδικό, και τα σχετικά γραπτά της αποτελούν έναν ακόμα πόλο ενδιαφέροντος εφόσον το βιβλίο ρίχνει τους πλάγιους φωτισμούς του και στην ερωτική και επιστολογραφική σχέση τους. Για την Μίλενα, την ερώσα, όπως την περιγράφει ο Κάφκα, ο έρωτας ήταν η μόνη μεγάλη ζωή. Δεν είχε καμία αναστολή και δεν θεωρούσε ντροπή το να αισθάνεται έντονα. Δεν κατέφευγε ποτέ σε κανενός είδους γυναικεία τεχνάσματα, θεατρινισμούς ή κοκεταρίες. Με τον Κάφκα δεν συνδεόταν μόνο με τον σαρκικό έρωτα αλλά και μια βαθιά συγγένεια άλλου είδους κι αυτά ακριβώς τα βάθη ανασκάπτονται σ’ αυτό το ούτως ή άλλως απόλυτα ψυχογραφικό έργο.

Το βιβλίο καλύπτει τις 303 σελίδες της έκδοσης. Ακολουθεί ένα εκτενές επίμετρο 75 σελίδων από την επιμελήτρια, η οποία διανθίζει το πλούσιο κείμενό της με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Ακολουθούν άλλες 85 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων, το απαραίτητο εργοβιογραφικό σημείωμα για την συγγραφέα, πίνακας κυριωνύμων, ευρετήριο προσώπων κι ένα δεκαεξασέλιδο με εικόνες και σχετικά κείμενα από την εκδότρια Γιώτα Κρισέλη. Σε κάποιο σημείο του επιμέτρου αναφέρεται το βιβλίο της Ρουτ Κλύγκερ Η ζωή συνεχίζεται [γαλλ. και ελλ. τίτλος Άρνηση μαρτυρίας], άλλη μια μεταξύ δοκιμίου και αυτοβιογραφίας κατάθεση στην στρατοπεδική γραμματεία, όπου η συγγραφέας διαλέγεται και με το παρόν της. Εκεί, μεταξύ άλλων, η Κλύγκερ θυμάται μια χειρονομία της μητέρας της προς την ορφανή Ντίτα, που βρέθηκε μόνη και ορφανή στο Μπίρκεναου: της είπε απλά «Έλα από δω»· κι έκτοτε οι τρεις τους έμειναν αχώριστη, χάρη στην πιο ασυνήθιστη χειρονομία, την υιοθεσία ενός παιδιού στο Άουσβιτς.

Η ανθρωπογεωγραφία του στρατοπέδου και η διαρκής αίσθηση της ζοφερότερης απειλής, ο χρόνος που δεν υπολογίζεται πια σε μήνες ή μέρες αλλά σε στιγμές, η μνήμη που πασχίζει να φωτίσει ό,τι δεν μαυρίζει, ο καταλυτικός έρωτας που πηγάζει από την φιλία, όλα διασώζονται σε ελάχιστα υλικά απομεινάρια της, στα γραπτά της και σε τούτη την ιδιωτική βιογραφία που την ίδια στιγμή, γυρισμένη από την άλλη πλευρά είναι η μαρτυρία για μια συλλογική ιστορία, για το πριν και το μετά του Κακού, για την ομορφιά ενός ανθρώπου που χάθηκε στο σκοτάδι, για τις δυο κορυφώσεις της ζωής, την φιλία και τον έρωτα. 

Αναζητώ το όνομα της Μπούμπερ – Νόυμαν στο περίφημο βιβλίο του Τσβέταν Τοντόροφ Απέναντι στο ακραίο [εκδ. Νησίδες, 2002, μτφ. Βασίλης Τομανάς, σ. 248], που άρχισα να διαβάζω παράλληλα με ετούτο το βιβλίο και το οποίο θα παρουσιάσω εδώ σύντομα κι εντοπίζω ένα τραγικό της ερώτημα: «Αναρωτιέμαι ποιο είναι κατά βάθος το χειρότερο: η καλύβα με άχυρο και λάσπη και τις ψείρες στην Μπούρμα [του Καζακστάν] ή αυτή η εφιαλτική τάξη [Ράβενσμπρουκ]». Τελικά επιβίωσε και από τα δυο· η Μίλενα πέθανε από μη αναστρέψιμη, στις συνθήκες του στρατοπέδου, νεφρική νόσο το 1944. Ο βίος της ήταν έτοιμος να γραφτεί από την φίλη της, στην οποία άλλωστε ζητούσε να πει στον κόσμο ποια ήταν. Τώρα μπορούμε το να γνωρίζουμε κι εμείς.

Εκδ. Κίχλη και Τα πράγματα, 2015, σελ. 516, μτφ. Τούλα Σιετή, επιμέλεια – επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου, θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη [Margarete Buber – Neumann, Milena, Kafkas Freundin, 1963].

Στις εικόνες: η συγγραφέας [1968], μια γυναίκα – θύμα ιατρικών πειραμάτων στο Ravensbrück, η Milena Jesenska, εικόνες από το στρατόπεδο, σχέδιο από την κρατούμενη του στρατοπέδου Nina Jirsikova, μνημείο του Will_Lammert [Ravensbrück Tragende, 1959].