Στο αίθριο του Πανδοχείου, 180. Ροζίτα Σπινάσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για δέκα ιστορίες που τις χαρακτηρίζει το στοιχείο της ανατροπής. Πραγματεύονται τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων χωρίς να χάνουν την ανθρωπιά τους, αυτό είναι κάτι που μου έχουν πει οι αναγνώστες και που μου άρεσε πολύ.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Ξεκίνησα να γράφω τα διηγήματα όταν παρακολουθούσα το σεμινάριο γραφής του Κων/νου Τζαμιώτη, το φθινόπωρο του 2015, κι ολοκλήρωσα την πρώτη τους γραφή πέντε μήνες αργότερα. Έγραφα τα διηγήματα έχοντας ήδη σκεφτεί την πλοκή για τα ένα – δύο επόμενα. Η συγγραφή μιας ολοκληρωμένης συλλογής και η έκδοσή της ήταν ο ξεκάθαρος στόχος μου, γι’ αυτό ήμουν ακάθεκτη. Για καλή μου τύχη, το όνειρό μου έγινε γρήγορα πραγματικότητα.

  

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μετά την πρώτη γραφή, διαβάζω τα κείμενα στο κινητό μου όπου προκύψει κενός χρόνος (σε αίθουσες δικαστηρίων, παιδικές χαρές, καφέ–μπαρ). Ο τρόπος που εμφανίζονται στην οθόνη του κινητού -παραγραφοποιημένα σαν σε σελίδες βιβλίου- με βοηθούν να εντοπίζω τα σημεία που θέλουν στρώσιμο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η καλύτερή μου στιγμή είναι όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα. Τότε, στην απόλυτη ησυχία και με ελαφρώς «πειραγμένη» τη νοητική λειτουργία μου, συλλογίζομαι την εξέλιξη της πλοκής. Όταν μου έρχεται η σωστή ιδέα, νοιώθω αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση, ότι το πέτυχα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η οικογενειακή ζωή καθιστά ως βασικό χώρο συγγραφής το δικηγορικό μου γραφείο. Εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πεζά κι επίσημα, όμως νοιώθω τυχερή που έχω αυτή τη δυνατότητα. Η επιθυμία από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να υπάρχει και ο απαραίτητος χρόνος. Αυτό είναι από τα καλά της συγγραφής ως μοναχικής ενασχόλησης – μπορείς να αδράξεις τον ελεύθερο χρόνο σε κάθε δυνατή ευκαιρία.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Κολωνίας κι εργάζομαι ως δικηγόρος. Η δουλειά μου με έχει εξασκήσει σε άπειρες κι άοκνες ώρες γραψίματος κι επεξεργασίας των κειμένων – δουλεύω τα δικόγραφα μέχρι τελικής πτώσεως. Η επιμονή μου αυτή μεταλαμπαδεύτηκε και στη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων – τα έστρωνα για μήνες μέχρι να φτάσω στην τελική τους μορφή.

Τι γράφετε τώρα; 

Τα επόμενα διηγήματα, αυτό είναι το είδος μου προς το παρόν. Συνεχίζω στο μοτίβο των διηγημάτων, σε μεγαλύτερη αυτή τη φορά έκταση. Επίσης θα ήθελα, πέρα από το στοιχείο της ανατροπής, να εστιάσω σε γεγονότα χαμηλότερης μεν έντασης, υψηλής όμως δραματικότητας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μίλαν Κούντερα, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Τομ Ρόμπινς (μου θυμίζουν τις νεανικές, μεταμεσονύχτιες αναγνώσεις μου), Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Κόου, Τζέφρι Ευγενίδης, Μ. Καραγάτσης, Γιώργος Ιωάννου, Γιάννης Ξανθούλης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όσα παίρνει ο άνεμος, Μικρές κυρίες, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Το ροζ που δεν ξέχασα, η Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, Τί ωραίο πλιάτσικο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μια μικρή παρηγοριά (Ρ. Κάρβερ), Ημερολόγιο Εγκυμοσύνης (Γιόκο Ογκάουα), Να φτάσει στην Ιαπωνία (Άλις Μονρό), Ο κολυμβητής (Τζον Τσίβερ).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Κωστάκης Ανάν, ο Δημοσθένης Παπαμάρκου και η Κάλια Παπαδάκη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ξεχωρίζω την Σκάρλετ ο Χάρα, της Μάργκαρετ Μίτσελ: Διαχρονικό ψυχογράφημα της δυναμικής, ανικανοποίητης γυναίκας.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τελείωσα πρόσφατα τα διηγήματα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, τα Δεδουλευμένα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, τον «Μωβ Άνθρωπο» – τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ξαδέρφης μου Νίκης Ανδρικοπούλου, το Γκαγκάριν του Πέτρου Τατσόπουλου, τους Πειραιώτες του Διονύση Χαριτόπουλου, τη συλλογή διηγημάτων «Η χαρά του πολεμιστή» του Τόμπιας Γουόλφ, κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω τη «Συλλογή των 59 στο σφυρί» του Τόμας Πίντσον. 

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Κυρίως θετικές. Μου έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνώ με φίλους όταν ο γιος μου ήταν ακόμα μωρό και οι έξοδοι με ενήλικες μετρημένες στα δάχτυλα. Ακόμα και η ανταλλαγή μιας έξυπνης ατάκας μπορεί να αποτελέσει μια απολαυστική μορφή επικοινωνίας. Μου αρέσει να συμμετέχω και σε ομαδικές κουβεντούλες με λογοπαίγνια και λοιπούς αστεϊσμούς, πάντα με προσοχή γιατί οι διαδικτυακοί καβγάδες καραδοκούν και μπορούν να γίνουν πολύ σκληροί. Επίσης τώρα με το βιβλίο, το διαδίκτυο βοήθησε να το μάθουν γρήγορα παλιοί και νέοι φίλοι, κάτι που διαφορετικά θα γινόταν μετά από μήνες, κι αν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Η συγγραφή στη δική μου περίπτωση είναι αποτέλεσμα (και) ωριμότητας. Θα προτιμήσω λοιπόν να απολαύσω τα καλά που φέρνει η ηλικία μου, ως συνέχεια μιας γεμάτης νεότητας, παρά να προσκολληθώ για πάντα σε αυτή την πράγματι συναρπαστική, όμως ατελή και μεταβατική φάση. Τα νιάτα είναι ωραία γιατί κουβαλούν προσδοκίες που εκπληρώνονται σε ένα επόμενο στάδιο, σαν αέναη λούπα μού φαίνονται κουραστικά κι ανούσια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πώς άλλαξε η συγγραφή την καθημερινότητά μου: Ένα από τα καλά του να γράφεις είναι ότι αποκτούν αξία και οι πιο βαρετές ενασχολήσεις. Για παράδειγμα, μια επίσκεψη στην εφορία -μια τυπικά δυσάρεστη κι αγχωτική διαδικασία- μπορεί να μετατραπεί σε έδαφος για τη γέννηση μιας νέας ωραίας ιδέας. Έτσι τίποτα δεν είναι από μόνο του χάσιμο χρόνου, καθώς παντού μπορεί να καραδοκεί κάτι απρόοπτο, ως υλικό για μια καινούργια ιστορία.

Στις εικόνες: Margaret Mitchell, Charles Bukowski, Jeffrey Eugenides, John Cheever, Haruki Murakami.

Jean – Luc Marion – Το ερωτικό φαινόμενο. Έξι στοχασμοί

Η κοινωνία των δυο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.

Ο παραπάνω στοχασμός [σ. 206 – 207] είναι ενδεικτικός της γραφής του Γάλλου φιλοσόφου έστω μιας απλούστερης μορφής της. Το κείμενό του απαιτεί μέγιστη συγκέντρωση αλλά όταν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, όχι αποσπασματικά αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τα προηγούμενα, τότε όχι μόνο εισχωρεί στον καρπό του έρωτα ως φιλοσοφικού κόσμου αλλά και ξεδιψάει με τους πλούσιους χυμούς του. Επιμένω σε αυτή την γραμμική, συγκεντρωμένη ανάγνωση του έργου του λέξη προς λέξη, γιατί εκτός των άλλων, κάθε επόμενη σελίδα έχει ως δεδομένο έναν συλλογισμό από την προηγούμενη, σε μια μεγάλη, διακλαδωτή αλυσίδα σκέψεων, επαγωγών και στοχασμών.

Αυτό που εξατομικεύει περαιτέρω τον εραστή, συνεχίζει λίγες σελίδες πιο κάτω ο Μαριόν, είναι η αιωνιότητα ή, τουλάχιστον, η επιθυμία αιωνιότητας. Ο εραστής και ο ερώμενος χρειάζονται, μετά από μια ενοχλητική σειρά από «προηγούμενα», την πεποίθηση, ή τουλάχιστον την επίφαση, ακόμα και την ηθελημένη ψευδαίσθηση της πεποίθησης ότι η φορά αυτή είναι η καλή, είναι η φορά του μια για πάντα. Την στιγμή που αγαπά, ο εραστής δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που λέει και κάνει παρά ορισμένως υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ή, τουλάχιστον, «μιας αιωνιότητας στιγμιαίας, χωρίς υπόσχεση διάρκειας, αλλά με μια αιωνιότητα στην πρόθεση» ισχυρίζεται ο Μαριόν και δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε. Οι εραστές πράγματι χρειάζονται την πεποίθηση για μια ανέκκλητη, παντοτεινή αγάπη. Η ίδια η πράξη του έρωτα περιέχει εξ ορισμού το ανέκκλητο (όπως στην μεταφυσική η ουσία του θεού περιέχει την ύπαρξή του.

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, επιφανής εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής, καθηγητής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια Σορβόννης και Σικάγο (όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ricoeur), αντικομφορμιστής διδάσκαλος από κάθε είδους αυταρέσκεια και επίδειξη, γνώστης δυο συστημάτων, της λογικής και της θεολογίας που στο έργο του δεν συγκρούονται αλλά ενίοτε συνεργάζονται, ο Μαριόν έχει γράψει έργα για μείζονα καρτεσιανά και θεολογικά ζητήματα αλλά και τον διάσημο ήρωα των κόμικς Τεντέν. Εδώ επιχειρεί να εγγράψει τον έρωτα μέσα σε ένα επαρκές  φιλοσοφικό σχήμα, προλογίζοντας πρώτα την ίδια την σιωπή του για να εμβαθύνει σε σε έξι εκτενή μέρη πάνω σε πρόσφορες τομές: στην υπερίσχυσή του απέναντι στην λογική, στην αμφιβολία, στην εαυτότητα, στην αυταπάτη ότι εμμένει κανείς στο είναι του, στην αμοιβαιότητα, στην σάρκα που ερεθίζεται, στον βιασμό και στην διαστροφή, στην ζήλια και στην τιμή της, στην ελεύθερη ερωτικοποίηση, στην έλευση του τρίτου, στο αντίο.

Στο περί Ηδονής κεφάλαιο, στην παράγραφο 25, ο Μαριόν διεισδύει περίτεχνα στον σκοτεινό της πυρήνα. «Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Σε ποιο χώρο όμως επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· οι τρεις διαστάσεις του φυσικού χώρου (μήπως, πλάτος, βάθος) δεν ισχύουν παρά γι’ αυτό που ανήκει στη φύση / στον κόσμο ως αντικείμενο ή ως ένα ον, τοποθετημένο μεταξύ άλλων, σε έναν ομοιογενή χώρο. Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό.

Τώρα η θέση μου στο ερωτικό περιβάλλονδεν εξαρτάται παρά μόνο από τη σχετική μου θέση προς αυτή τη σάρκα αναφοράς· δεν με βρίσκω ψηλά ή χαμηλά μέσα στον φυσικό κόσμο, ούτε στο βορρά ή στο νότο του γεωγραφικού κόσμου, ούτε στην είσοδο ή στο βάθος του χτισμένου κόσμου· βρίσκομαι πάνω ή κάτω από αυτή τη σάρκα, μακριά ή κοντά της, μέσα της ή έξω. Αυτή είναι για μένα και ο τόπος μου, και οι συντεταγμένες μου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ή μάλλον αυτή με κάνει να μην τα χρειάζομαι όλα αυτά. […] Είμαι τοποθετημένος ακριβώς εδώ, εκεί που πάει το φιλί μου. [σ. 247]

Και σε ποιο χρόνο επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Και πρώτα απ’ όλα, πρόκειται ακόμα για ένα χρόνο, από την στιγμή που δεν είμαι πια μέσα στο χρόνο του κόσμου αλλά σ’ εκείνον της ερωτικής αναγωγής, όπου το μέλλον ορίζεται ως ο χρόνος της αναμονής ενός άλλου όπου τίποτε δεν συμβαίνει; Πώς νοείται η  ερωτικοποιημένη σάρκα, ποιες οι γοητείες και οι απάτες της, πως διασταυρώνονται οι σάρκες, τι συμβαίνει στις επικράτειες του μίσους, πως λειτουργεί η πίστη στην ερωτική χρονικότητα; Ο Μαριόν χειρουργεί με απόλυτη τρυφερότητα το φαινόμενο που φέρει η λέξη με την διπλή σημασία της αγάπης και του έρωτα και αξίζει την μέγιστη προσοχή που απαιτεί ετούτη η γοητευτική αναγνωστική δοκιμασία.

Εκδ. Πόλις, Α΄ και Β΄ έκδ. 2008, Γ΄ έκδ. 2010, μτφ. και επίμετρο (κυρίως περί της μετάφρασης) Χρήστος Μαρσέλλος, σ. 426 [Le Phénomène érotique. Six meditations. 2003]

Στις εικόνες: κομικογραφική απόδοση ενός έρωτα από την Amelie [Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001] και έργα των Cyndavalle, Hans Baluschek και Christian Rohlfs. Παρεμβάλλονται σκηνές από δυο αλησμόνητες ερωτικές ταινίες: η γυναίκα του μάγειρα και ο εραστής της από την περίφημη ταινία του Peter Greenaway [1989] και οι εραστές από τον Θυρωρό της Νύχτας [Liliana Cavani, 1974].