Παντελής Μπουκάλας – Ενδεχομένως. Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου.

Το έχουμε πολλές φορές επισημάνει: τα βιβλία που συγκεντρώνουν κείμενα εξαιρετικής κριτικής γραφής, πόσο μάλλον από δεινούς «λογοτέχνες» του είδους, είναι πολύτιμοι θησαυροί όχι μόνο περιεχομένου αλλά και μορφής, καθώς απολαμβάνει κανείς ταυτόχρονα τον πλούτο των επιχειρημάτων και των ευρύτερων σκέψεων του γράφοντος αλλά και την πλούσια γλωσσική εκφορά τους. Και το «Ενδεχομένως» είναι ένας απολύτως ταιριαστός τίτλος με τα σχετικά κείμενα του Παντελή Μπουκάλα, ακριβώς επειδή η κριτική που προσπαθεί να ασκεί είναι ένα «ενδέχεται» και ένα «πιθανώς». Δεν αληθεύει αλλά προτείνει, εκθέτει και ταυτόχρονα εκτίθεται στην κριτική των δικών της ισχυρισμών. Όπως γράφει στον πρόλογό του, η αρχαία σοφία σωστά μας ειδοποίησε ότι τα πράγματα λέγονται πολλαχώς και αυτήν ακριβώς την δυνατότητα δοκιμάζει να λειτουργήσει η εν λόγω δημόσια γραπτή ανάγνωση της λογοτεχνίας και φυσικά να ασκείται σαν πόθος δημοκρατίας και όχι σαν πάθος εξουσίας και να συντάσσει με ακολουθία σκέψεων την συγκίνησή της. Ας δούμε μερικά από τα δεκάδες κείμενα αυτού του βιβλίου, τα οποία δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στην Καθημερινή [1989-1995] μεταφέροντας έστω και ένα ελάχιστο τμήμα από την σκέψη του, και πάντα με τον ίδιο του τον λόγο.

Είναι αδύνατο να μη σπεύσω πρώτα στο κείμενο για τον Φίλιπ Ντικ για δυο λόγους: αφενός επειδή ήταν ιδιαίτερα σπάνιο την εν λόγω εποχή η κριτική να ασχοληθεί με την λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας (με την εξαίρεση του Μάκη Πανώριου) και αφετέρου επειδή διατηρώ μια έντονη προσωπική μνήμη από την πρώτη του ανάγνωση. Ήταν μέσα Δεκεμβρίου του 1992 όταν είχε μόλις τελειώσει ένα τετράμηνο ανελέητο διάβασμα στο πανεπιστημιακό αναγνωστήριο ενόψει των κατατακτηρίων στο Αρχαιολογικό και διψούσα για οποιοδήποτε σχετικό ανάγνωσμα πέρα από κατόψεις, οχυρώσεις και παραστάσεις αγγείων – στο σπίτι είχα παραδώσει βιβλία και κασέτες στον απέναντι συγκάτοικο, με την εντολή να μην μου τα δώσει ως το τέλος των εξετάσεων όσο κι αν τον εκλιπαρούσα. Σε μια αφημένη εφημερίδα πάνω σ’ ένα καφέ διάβασα το κομμάτι για τον Ντικ και η ευχαρίστηση ήταν πλήρης. Αναδυόμουν πλέον στην επιφάνεια αλλά και στο εξώτερο διάστημα.

«Ο εφιαλτικός κόσμος του Φίλιπ Ντικ» γράφεται με αφορμή τα βιβλία Όχι από το εξώφυλλό του, Κόλπο Α.Ε., Ο αντίστροφος κόσμος. Το δίδυμο «γοητεία-φρίκη» καιροφυλακτεί στην γραφή του Ντικ, ο οποίος δεν είναι εύκολος συγγραφέας, ούτε και το διάβασμα των διηγημάτων του είναι άκοπη υπόθεση· η φαντασία του δεν ακολουθεί κάποια ευθεία βατή οδό και τα έργα του δεν εξαντλούνται στον στενότατο ορίζοντα του διαστημικού γουέστερν, αλλά διεκδικούν ένα δυσθεώρητο βάθος και χρησιμοποιούν την τέχνη ή τις τεχνικές του παραλόγου για να καταγράψουν ό,τι ξεφεύγει από τον έλεγχο. Σε κάθε περίπτωση, οι εφιαλτικοί «παράκοσμοί» του αποκτούν συχνά τόση σαφήνεια και τόση πραγματικότητα στη γραφή του που αληθεύουν όσο και το προφανές και το κοινώς αποδεκτό, κι αυτό μάλλον αποτελεί πειστήριο λογοτεχνικής αξίας. Και, πράγματι, ας προσθέσω ο ίδιος, ποιος μπορεί να αρνηθεί ότι μερικές συλλήψεις επιστημονικής φαντασίας όπως «η υπαγωγή της ανθρώπινης μοίρας στη δεσποτική βούληση απρόσωπων υπεροργανισμών που δύνανται πλέον να επέμβουν και στο πνεύμα και στον ψυχισμό των υπηκόων τους χάρη στην τεχνολογία (η τηλεόραση σε μεγακλίμακα)», δεν μοιάζουν στοιχεία ενός πρώην γοητευτικού και νυν αποτρόπαιου παρόντος;

«Η λογοτεχνία των αρνητικών ηρώων» εστιάζει στην συγκεκριμένη επιλογή του Αλέξανδρου Κοτζιά. Πνεύμα πολύτροπο, ο Κοτζιάς είναι ένας βαθιά πολιτικός συγγραφέας, από τους «άλλους», τους «ηθικολόγους του αρνητικού». Στις σελίδες του στέγασε ήρωες λερούς, πρόσωπα της απώλειας και του χαμού, τύπους κοινωνικά απόβλητους και μεμπτούς, «καταραμένους» με τους οποίους ήταν σχεδόν ανέφικτο να ταυτιστεί ο αλλιώς μαθημένος αναγνώστης σε τέτοιους, αλλά ο πεζογράφος επιδίωξε να τον έλξει στην ισότιμη πιθανότητα της διαφορετικής εκδοχής. Επιλέγοντας «αντιήρωες» ο Κοτζιάς ανοίχτηκε σε κόσμους μυθοπλαστικά βωβούς ενώ, όσον αφορά την σύνθεση επέμενε «μην επεξηγείς όσα ο επαρκής αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί, του αφαιρείς την απόλαυση να λειτουργεί σαν συν-συγγραφέας. Συνεπώς, κόβε! σβήνε! ψαλίδιζε!». Ο συγγραφέας αποποιείται τον ρόλο του «μικρού θεού» που έχει χωρίσει τελεσίδικα και ευδιάκριτα τον κόσμο στο καλό και το κακό, προτιμώντας την σκοπιά του επίμονου δαιμονίου. Αναλαμβάνοντας το ρίσκο να δώσει ισότιμο λόγο στο πάγιο, το κακοφωτισμένο, το άσχημα και εντέλει το «κακό», η λογοτεχνία ασκείται σαν αντιποίηση της αρχής της μιας και μόνης απαρασάλευτης αλήθειας.

Στο κείμενο «Η φλέβα της σάτιρας», με αφορμή του βιβλίο του Κώστα Χατζηαργύρη Ο τρόμος του υπαλλήλου και άλλα διηγήματα, o Μπουκάλας γράφει για το γέλιο που του χάρισε η πρόζα του εν λόγω συγγραφέα που επέμενε να λέει πως είναι μηχανικός λινοτυπικών μηχανημάτων και πάντοτε τύπωνε τα βιβλία του ιδίοις αναλώμασι. Ο Χατζηαργύρης πέτυχε να μπολιάσει το χιούμορ του με την πίκρα του, να συμφύρει την μυθοπλαστία με το δοκίμιο και την (ενδο)λογοτεχνική κριτική και  να εμφανίζει επί σκηνής τον ίδιο τον συγγραφέα σα μέτοχο του μύθου ή σαν υποχείριό του. Με καλή του φλέβα την σάτιρα και νήμα και οργανωτή των ιστοριών του την ειρωνεία, ακόμα κι αν τα βιώματά του εναντιώνονταν στη μετουσίωσή τους και καταγράφονταν σχεδόν αδιαμεσολάβητα, απειλώντας να βυθίσουν τα πεζογραφήματά του στα έλη του μελοδράματος ή του λιβέλου, την ηθικολογοτεχνική νομιμότητα την προσέδιδε το γεγονός ότι ο συγγραφέας με τις διάφορες περσόνες του δεν έθετε εαυτόν εκτός του πεδίου βολής και οι μύδροι που εξαπολύονται σύστηναν μια πλάγια αυτοβιογραφία.

Ένας ακόμα αγαπημένος συγγραφέας, ο Τόλης Καζαντζής και τα βιβλία του Η κυρα-Λισάβετ και Ματαιότης ματαιοτήτων και άλλα διηγήματα αποτελούν το θέμα του κειμένου «Οι χυμοί του σαρκασμού». Ο Καζαντζής διακόνησε μέχρι τέλους έναν χυμώδη, παραστατικό λαϊκό αφηγηματικό λόγο διάλεξε πολλούς τρόπους μεταξύ των οποίον κι εκείνους της κραυγής, του μελοδράματος, του στωικισμού και της ειρωνείας που τρέφεται από τις σάρκες του ίδιου του σαρκασμού. Με τα ίχνη του Γιάννη Σκαρίμπα αλλά και του Μάριου Χάκκα να μην είναι ασήμαντα στη δουλειά του, η γλώσσα του υποδεικνύει ότι το κοινόχρηστο και το τετριμμένο έχουν πολλά να πουν όταν βέβαια δεν εξαντλούνται στη νατουραλιστική απεικόνιση των προφανών. Οι χαρακτήρες του πλουτίζονται με αποχρώσεις και πίσω όψεις και οι ιδέες του νοτίζουν ομαλά το υπόστρωμα των γραπτών, χωρίς να το πνίγουν. Ο Καζαντζής ασκήθηκε στη γραφή σαν νοσταλγός ενός μέλλοντος που ουδέποτε υπήρξε.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και τα κείμενα όπου ο Μπουκάλας εκφράζει ουσιαστικές αντιρρήσεις ως προς στοιχεία της γραφής μερικών συγγραφέων που παρακολουθούμε πιστά. Όσον αφορά το βιβλίο του Γιώργου Μανιώτη Το πονηρό μονοπάτι, η ένσταση του κριτικού αφορά το γεγονός ότι ο συγγραφέας φαίνεται απλώς να παρακολουθεί τον ήρωά του, σαν να κρατάει στα χέρια του μια ουδέτερη κάμερα παρά ένα μολύβι τόσο καλά ξυσμένο ώστε να μπορεί να διεισδύσει στις πληγές της ψυχής. Ο συγγραφέας δεν διασώζει κάποια ετερότητα ούτε επιβάλει στον αναγνώστη μια ουσιαστικότερη επί-σκεψη στον κόσμο, παρά μόνο εφαρμόζει μια απονευρωμένη τεχνική κοινωνικού ρεαλισμού και καταγραφικής απλοϊκότητας. Τα όνειρά δεν συλλειτουργούν με την «κανονική» αφήγηση, δεν την πλουτίζουν ούτε την αποκωδικοποιούν. Όλα γίνονται «ερήμην» του κεντρικού ήρωα, που μοιάζει απλό πρόσχημα για να καταγραφούν όσα επιθυμεί ο συγγραφέας, εκ ου και ο τίτλος του σχετικού κομματιού: «Ένα επιτόπιο άλμα»

Στο βιβλίο του Νίκου Μπακόλα Η κεφαλή η ιστορική ύλη και η μυθοποιία, η ζωή και η δια της λογοτεχνίας μεταγενέστερη αναπαράστασή της συνδέονται αδιάσπαστα, συγχέονται και διαμορφώνουν από κοινού ένα νέο πλάσμα κενταυρικής ειδής. Παρά τον συναρπαστικό αφηγηματικό ρυθμό και την «ποιητική αίσθηση του φυσικού κόσμου» που είχε επισημάνει ο Στρατής Τσίρκας παλαιότερα για τα γραπτά του Μπακόλα, ο κριτικός δεν πείθεται από τον φόρτο των συμπτώσεων, την υπερβολική, μεταμυθιστορηματικής εμπνεύσεως σύγχυση ανάμεσα στα εξωκειμενικά δεδομένα και στα κειμενικά αιτήματα και τον εγκλωβισμό του φαινομενικού ντοκουμέντου ανάμεσα στα δυο ψυχρά κομμάτια που μας ανακοινώνουν την ανεύρεσή του ή το ερμηνεύουν («Η ιστορία, ο μύθος, η ιδεολογία»).

Και πώς να μην σπεύσει κανείς στα γραφόμενά του για τον Μεγάλο Ανατολικό του Ανδρέα Εμπειρίκου, αυτή την ωκεάνεια ερωτική ρητορεία και τον πολύσημο και πολύπτυχο ποιητικό λόγο, όταν μάλιστα το διάβασε και τρεις-τέσσερις φορές, ως διορθωτής των τυπογραφικών του δοκιμίων, με την κάθε ανάγνωση να έχει τους δικούς της καρπούς; Αφού αντιπαρέλθει το γνωστό ζήτημα της έκδοσης ή μη του βιβλίου, καταλήγοντας ότι σαφώς το έργο που αποτέλεσε γι’ αυτόν δοκιμασία ζωής και γραφής δεν έπρεπε να τρέφεται με το σκοτάδι του συρταριού, διαπιστώνει ότι ο ο Εμπειρίκος δεν διαπρέπει ως μυθιστοριογράφος, καθώς αδυνατεί να διεκπεραιώσει νικηφόρα το δυσκολότατο στοίχημα, να απλώσει και να εκτείνει την ποίησή του σε δεκάδες κεφάλαια, διατηρώντας αλώβητη την έντασή της. Ισχνή η πλοκή, στατική, δεδομένοι και ανεξέλικτοι οι χαρακτήρες –και όσοι αλλάζουν είναι για να συμμορφωθούν εντέλει με την ερωτική ιδεολογία του βιβλίου, να προσαρμοστούν δηλαδή στο ανθρώπινο μοντέλο που πριμοδοτεί ο λογοτέχνης. Τα γλωσσικά ευρήματα που ποικίλουν (ή ανακουφίζουν;) τις ερωτικές συνομιλίες, φυσικό είναι τη νιοστή φορά να χάσουν μεγάλο τμήμα του θάμβους τους, για να επιβεβαιώσουν ότι ο Εμπειρίκος είναι ο ποιητής του ύψους· και με την έκταση δυσκολεύεται και με το βάθος, παρά τον ψυχαναλυτικό του εξοπλισμό ή και εξαιτίας αυτού. Όσον αφορά την γλώσσα του, αυτή την μη καθαρή καθαρεύουσα που θεωρήθηκε σαν άλλοθι και για την κάλυψη των «έκτροπων» περιγραφών, ίσως επειδή το έργο θα ήταν πιο «βάναυσο» αν ήταν γραμμένο στην κοινή λαλουμένη και γραφουμένη, διατυπώνεται η άποψη πως, πέρα από το ότι δεν υπάρχουν εξαγνιστικές ούτε χυδαίες γλώσσες, αν ο Εμπειρίκος επιθυμούσε να οχυρωθεί πίσω από την καθαρεύουσα, θα υιοθετούσε την πιο άτεγκτη εκδοχή της, αντιμετωπίζοντας όμως την πιθανότητα να μεταβληθεί το κείμενό του σε δυσπρόσιτο και ψυχρό ιερογλυφικό, να υπάρξει μόνο ως φιλολογικό γεγονός και να χάσει την ικανότητά του να προσηλυτίσει στην ιδεολογία του έρωτα.

Από τα ελάχιστα παραπάνω, είναι εμφανές το πλούσιο περιεχόμενο των γραπτών του Μπουκάλα, ως προς τη ουσία αλλά και την γλώσσα. Τρία κείμενα «Περί κριτικής», τριάντα πέντε περί Ποίησης (από τον Οκτάβιο Πας, τον Βύρωνα και τον Καβάφη, έως τον Ελύτη, τον Σεφέρη και τον Καρούζο, από τον Λειβαδίτη, τον Ρίτσο και τον Γκάτσο, έως τον Αναγνωστάκη, τον Σαχτούρη, τον Πούλιο, τον Βαρβέρη, τον Τρακλ, τον Κανταρέ, τον [Έντμουντ] Γουίλσον κ.ά.), τριάντα τέσσερα κείμενα για την Πεζογραφία (περί Πεντζίκη, Παπαδιαμάντη, Ροΐδη, Γκουρογιάννη, Γαλανάκη, Γκιμοσούλη, Δημητρίου, Βαλαωρίτη, Μάρκες, Λακαριέρ, Σέμπρουν κ.ά. αλλά και θέματα σχετικά με την λογοκλοπή, την εμπορική επιτυχία και την μετάφραση), και, τέλος, άλλα πέντε κείμενα σε μια ενότητα υπό τον τίτλο «Τα γλωσσικά», συμπληρώνουν τον τόμο-θησαυρό.

Εκδ. Άγρα, 1996, σελ. 479. Περιλαμβάνεται πεντασέλιδο ευρετήριο προσώπων. Στις εικόνες: Phillip Dick, Ανδρέας Εμπειρίκος.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 51. Οι απέραντες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 77 (Mάιος 2025), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 51. Οι απέραντες

Κάποτε στην «Άγρια» Δύση, στεκόμουν μπροστά στην απεραντοσύνη της γης αλλά δεν έβλεπα την ομορφιά της γιατί υπέφερα από την δίψα του άνυδρου τόπου. Αδυνατούσα και να καταλάβω τους ανθρώπους, όπως τους παλιούς γνωστούς που με λήστεψαν στις ερημιές και με άφησαν χωρίς νερό. Κι όμως, λίγο πριν την οριστική φθορά, είδα σταγόνες να λάμπουν στο χώμα, όπως «είδα» και την λαμπρή επιχείρηση αναψυκτικής στάσης στη μέση του πουθενά, από την οποία αναγκαστικά περνούσαν οι άμαξες ως την πολύ μακρινή πόλη. Ύστερα συνάντησα τον Τζόσουα, τον νεαρό ολοσκόνιστο ιερέα της Ανατολικής Νεβάδα και επιλεγμένων μερών της βόρειας Αριζόνα, όπως μου συστήθηκε, και, επίσης, επίσκοπο της Εκκλησίας του Περιπλανώμενου Ξένου, μια δικής του εκκλησίας που μεταφερόταν όπου κι εκείνος. Εφόσον ονομαζόμουν Cable Hogue, είπε, τότε αξίζει το μέρος να ονομαστεί Cable Springs και θα μπορούσε να φιλοξενήσει μια κοινότητα πιστών σε αλαβάστρινα κτίρια. Όμως είχα ήδη πάρει την απόφασή μου και κατάφερα να φτάσω ως την πόλη, αναζητώντας το γραφείο πώλησης γαιών.

Δεν ήξερα να διαβάσω τις πινακίδες και ζήτησα βοήθεια από την ωραία γυναίκα που περνούσε μπροστά μου. Έλαμπε ολόκληρη στον κεντρικό χωμάτινο δρόμο με την μπλούζα στο χρώμα του βερίκοκου, το μεγάλο ντεκολτέ που πλαισιωνόταν με δυο λευκές δαντέλες και μια χρυσωμένη αγκράφα, την φαρδιά μπλε ζώνη και την μπεζ φούστα ως το χώμα κάτω· το ίδιο άστραφταν τα ξανθά μαλλιά με την ροζ κορδέλα πίσω τους, τα γαλάζια μάτια και το γλυκό χαμόγελο. Κατόπιν το βλέμμα μου γκρεμίστηκε στο φαράγγι του στήθους. Όταν την ρώτησα για το γραφείο της γης μου απάντησε ίσια μπροστά σας· ήταν, πράγματι, στο κτίριο ακριβώς απέναντι, αλλά ποιος μπορεί να αρνηθεί πως η πραγματική Γη βρισκόταν πάνω της;  Στάθηκε να με χαζεύει έτσι χαμένο και έφυγε μ’ έναν χαιρετισμό. Λίγο μετά την είδα να ανεβαίνει με έναν άντρα μια σκάλα και να περνάνε μια πόρτα.

Αγόρασα στρέμματα σ’ εκείνη την ερημιά για δυόμισι δολάρια –τόσα είχα μόνο- και πήγα στην τράπεζα όπου ένα ικετευτικό βλέμμα κι ένας βλοσυρός αλλά κατά βάθος καλός διευθυντής αρκούσαν για ένα μικρό δάνειο τριάντα πέντε δολαρίων. Με τα χρήματα στο χέρι την ξαναείδα στο ίδιο σημείο να αποχαιρετά τον άντρα, τώρα μόνο με μεσοφόρι. Κοίταξα τα χρήματά μου, το δίλημμα ήταν μεγάλο αλλά μέχρι και ο Ινδιάνος στο χαρτονόμισμα του χαμογέλασε. Μέσα στο σπίτι ο κόσμος έπινε και διασκέδαζε. Με ενθάρρυναν να της χτυπήσω την πόρτα και η έκπληξή της ήταν μεγάλη. Με έτριψε καλά με σαπούνι και νερό και όταν την αποκάλεσα με λάθος όνομα μου έδειξε την ραμμένη ροζ καρδιά στο επίκεντρο του εσώρουχου, που όταν ξεκούμπωνε από μέσα έγραφε Hildy. Καθώς ετοιμαζόμασταν της πρότεινα δουλειά στο μέρος που σκόπευα να χτίσω και αρνήθηκε ευγενικά: τα δικό της όνειρο ήταν να μην ξαναδεί την καταραμένη έρημο και να ζήσει στο Σαν Φρανσίσκο ως η ladyest lady. Ύψωσε σα λάβαρο το πόδι της με τις λεπτές μαύρες κάλτσες, κι εγώ που είχα σχεδόν ξεχάσει τις γυναίκες προσπαθούσα να το καταλάβω· όταν τις έβγαλα τα ωραία της δάχτυλα συνέχισαν να χορογραφούν το μέλλον της: «έναν γάμο με τον εαυτό της».

Λίγο προτού αγκαλιαστούμε άκουσα από τον δρόμο το προσκλητήριο ενός ιερέα που είχε ήδη στήσει μια μεγάλη αυτοσχέδια σκηνή, αναγνωρίζοντας την φωνή κάποιου που με είχε εξαπατήσει. Ήταν αδύνατο να παραμείνω και η Χίλντυ εξοργίστηκε, αδίκως ετοιμασμένη και, κυρίως, απλήρωτη. Εκσφενδόνισε ό,τι βρήκε μπροστά της και μόλις βγήκα από την πόρτα έσπασε με το πόδι της ένα κομμάτι της – το γενναίο πέλμα της φάνηκε από την άλλη πλευρά. Τελικά εκείνο το κορίτσι μιλούσε κάλλιστα με τα πόδια της. Τουλάχιστον, τυχαία αλλά δίκαια, από το δικό μου πόδι λύθηκε το αντίσκηνο και το υπαίθριο εκκλησίασμα τυλίχτηκε στο πανί. Το ίδιο βράδυ, την επισκέφθηκα για συμφιλίωση με την συμπαράσταση του μεθυσμένου φίλου μου, υπό τις ευλογίες και της ειλικρινέστερης εκκλησίας. Δεν γινόταν αλλιώς, άλλωστε και η Χίλντυ με είχε διακαώς συμπαθήσει, την αφέλεια με το πείσμα, την μοναξιά με την αυτάρκεια.

Άρχισα να φτιάχνω την παράγκα μου, κουβαλώντας την μία ένα κεφαλάρι κρεβατιού και την άλλη ένα συφοριασμένο στρώμα, πάντα με την βοήθεια του Τζόσουα που έβαζε σε λέξεις όσα ένοιωθα για την Χίλντυ. Το μέρος σύντομα έγινε απαραίτητη στάση για τους περαστικούς, προς έκπληξη των οποίων τα πιάτα ήταν καρφωμένα στα τραπέζια, για να πλένονται ευκολότερα με έναν κουβά νερό· τα υπόλοιπα τα έκανε ο ήλιος. Μόλις ετοιμαζόμουν να υποστείλω την σημαία που κάποιοι μου χάρισαν, την είδε να έρχεται, διωγμένη από την θρησκευόμενη κοινωνία της πόλης. Παραδέχτηκε πως ο Τζόσουα της είχε κοινωνήσει τα αισθήματά μου αλλά με προειδοποίησε πως δεν είναι έτοιμη να σωθεί. Το βράδυ με ρώτησε γιατί μην ζήσω στην πόλη. Γιατί εκεί δεν θα ήμουν κανείς, ενώ εδώ άρχισα να γίνομαι κάποιος. Κι εκείνη, γιατί δεν μένει εδώ μαζί μου; Επειδή δεν σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο· ανυπομονούσε για το Φρίσκο, ενώ επιζητούσα την ερημιά· η διαφορά μας παρέμενε αγεφύρωτη. Όμως υπήρχε το παρόν κι όταν βγήκε στην πόρτα με το λευκό της νυχτικό στο μπλε σούρουπο, είπα now, that is a picture. Την έχεις δει και άλλη φορά. Lady, κανείς δεν σε έχει δει άλλη φορά.

Ακολούθησαν οι ωραίες μέρες· το κοινό ξύπνημα, το τραγούδι της, το νερό που κυλάει, τα χέρια που ζυμώνουν, το παράπηγμα που μετατρέπεται σε μικρό αγρόκτημα. Σειρά μου να την πλύνω στο μεγάλο βαρέλι, τα ροζ πέλματά της έξω, γυαλισμένα από το νερό και τον αέρα, αφού την γη και την φωτιά την έζησαν το βράδυ. Ήταν λες και τα πεντακάθαρα άκρα της ιέρειας του έρωτα απολύμαιναν το παρελθόν – την βρωμιά των ταπεινωτικών βλεμμάτων, τα ίχνη των αλλεπάλληλων σωμάτων – και λεύκαιναν το παρόν της. Ήμασταν στο άπλετο φως, στο υποστατικό της κοινής μας απεραντοσύνης. Το βράδυ προτού πλαγιάσουμε αναρωτήθηκε, αν την αγαπούσα, γιατί να μην την ακολουθήσω στο Σαν Φρανσίσκο. Παραδέχτηκα πως υπήρχε κι ένας άλλος λόγος: περίμενα να περάσουν εκείνοι οι δυο να τους εκδικηθώ. Όσα και να μου είπε για την ανταπόδοση που έχει πάντα ξινή γεύση, η γνώμη μου δεν άλλαξε. «Υπάρχουν πράγματα που ένας άντρας δεν μπορεί να ξεχάσει». Με προειδοποίησε πως δεν θα μείνει για πολύ καιρό και πως αν δεν φύγει σύντομα, θα είναι πιο δύσκολο αργότερα.

Ένα βράδυ κατέφτασε ο Τζόσουα, κυνηγημένος από κάποιον σύζυγο η γυναίκα του οποίου αναζήτησε, και όπως φαινόταν βρήκε, παρηγοριά στα θεϊκά λόγια αλλά εν τέλει προτίμησε τα ανθρώπινα λόγια και, κυρίως, έργα. Διχάστηκα – από την μία η φιλία, από την άλλη είχα φτιάξει μια γωνιά στον κόσμο όπου δεν ήθελα επισκέψεις εχθρών. Η ατμόσφαιρα στο δείπνο ήταν τεταμένη, του χρέωσα το πιάτο, η Χίλντυ διαφώνησε, αφού δεν χρέωσα ποτέ εκείνη και της απάντησα πως δεν το έκανα αφού δεν με χρέωσε ούτε εκείνη. Η προσβολή ήταν σκληρή, τα μάτια της βούρκωσαν πιο πολύ από την έκπληξη. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να μου πει ότι αύριο θα έφευγε, άλλωστε είχε πει πως θα έμενε μια δυο μέρες και πέρασαν ήδη τρεις βδομάδες· ότι το σκέφτηκε πολύ γιατί της φερόμουν σαν σε real lady. Τα δάκρυά της γέμισαν το βράδυ, και μας έστειλε έξω να κοιμηθούμε. Όμως αργότερα, στο φεγγαρόφωτο, τα γυμνά της πόδια έπιασαν όλο το κάδρο έτσι όπως περπατούσαν αργά κάτω από μακρύ νυχτικό για την τελευταία μας νύχτα. Το άλλο πρωί ο Τζόσουα ξανάβαλε τις λέξεις στη σωστή σειρά: δεν έχει σημασία πόσο έχεις περιπλανηθεί ή με πόσες γυναίκες έχεις βρεθεί· κάθε τόσο μια από αυτές καταλήγει βαθιά μέσα σου – και την ξεπερνάς μόνο όταν πεθάνεις

Κάποτε έφτασαν οι δυο ληστές, που τρόμαξαν όταν με είδαν. Τους καθησύχασα, χάρη σε αυτούς εδώ και τρεισήμισι χρόνια όλα πάνε καλά, και τους παγίδευσα με την πληροφορία ότι δεν εμπιστεύομαι τα λεφτά μου στις τράπεζες. Ήμουν σίγουρος πως θα έρχονταν τις επόμενες μέρες να τα βρουν και εμφανίστηκα όταν απελπισμένοι έσκαβαν έναν μεγάλο λάκκο δίπλα σε ένα ψεύτικο σημάδι. Τα όπλα τους μακριά, το δικό μου στο χέρι. Ήταν σειρά τους να αφεθούν στην έρημο, διατεταγμένοι να φύγουν από τους λόφους· όσο για νερό, ίσως έβρισκαν όπως κι εγώ. Ο θρασύτερος μου είπε πως δεν έχω τα κότσια να τους απειλώ και επιχείρησε να πιάσει το όπλο του, αλλά ο τελικά τα είχα, πόσο μάλλον όταν βρέθηκα σε νόμιμη άμυνα. Ο άλλος, εμφανώς μετανοημένος, ικέτευσε για συγχώρεση και τον έχρισα αντικαταστάτη μου, έχοντας ήδη πάρει την απόφαση για τον Σαν Φρανσίσκο της Χίλντυ.

Νωρίτερα είχα δει το πρώτο αυτοκίνητο στη ζωή μου, μια παράξενη άμαξα χωρίς ρόδες· λίγο αργότερα ένα δεύτερο μού έφερε την Χίλντυ με μια καταπράσινη τουαλέτα, και επισήμως Λαίδη. Το όνειρο είχε πραγματοποιηθεί και χήρα, πλέον, οδεύοντας προς την Νέα Ορλεάνη, σκέφτηκε να περάσει να με δει, χωρίς να φαντάζεται πως θα με έβρισκε ήδη αποφασισμένο να αποχαιρετήσω την έρημο. Της ζήτησα μόνο ένα λεπτό να ετοιμαστώ και μου είπε πως δεν έχουμε τίποτα παρά χρόνο. Ίσως δεν πρέπει κανείς να λέει τέτοιες φράσεις έτσι όπως τα πάντα αλλάζουν σε μια στιγμή· καθώς φόρτωνα το αυτοκίνητο μετακίνησα το φρένο και το μηχανικό άλογο άρχισε να κυλάει τον μικρό λόφο. Πάντα καλόψυχος, έσωσα τον μέχρι χθες άσπονδο εχθρό μου αλλά καταπλακώθηκα ο ίδιος από τις ρόδες.

Ζήτησα να με σύρουν στο κρεβάτι μου έξω και συνέχισα να αστειεύομαι με την συντροφιά που περιελάμβανε και τους πιστούς στη στάση ταχυδρόμους, που είχαν φτάσει νωρίτερα. Μόνο ο Τζόσουα έλειπε αλλά κατέφτασε με την μοτοσυκλέτα του και, όταν άρχισα να αισθάνομαι ότι το τέλος είναι κοντά, του ζήτησα έναν επικήδειο για ζωντανούς, γιατί δεν ήταν ο θάνατος που απασχολεί πολλούς ανθρώπους όσο το ότι δεν ξέρουν τι θα λένε για αυτούς. Χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, ο ιερέας μίλησε για τον άντρα που έζησε και πέθανε στην έρημο, που ήταν ο καθεδρικός του ναός· δεν υπήρχε ζώο της που να μην γνώριζε, δεν υπήρχε άστρο στο στερέωμα που να μην είχε δει, δεν υπήρχε κάποιος που να φοβόταν· έχτισε για τον εαυτό του ένα βασίλειο αλλά μπορούσε να το εγκαταλείψει για μια γυναίκα· τώρα τον σκεπάζει η άμμος που πολέμησε και αγάπησε· με λίγα λόγια, ήταν μια καλή αντανάκλασή σου, Θεέ, και η κόλαση ποτέ δεν θα είναι τόσο ζεστή γι’ αυτόν. Τίποτα δεν θα ταίριαζε περισσότερο εκείνη την στιγμή από την επιστροφή στη ζωή και την φυγή των αμετάκλητων εραστών. Αλλά η έρημος που σκηνοθετεί με τους δικούς της κανόνες με τοποθέτησε στη μέση ενός κύκλου γύρω από τον οποίον πενθούσαν η Χίλντυ μου και οι φίλοι μου. Παραδίπλα μια ξύλινη πινακίδα έγραφε «Cable Hogue, βρήκε νερό εκεί που δεν υπήρχε».

Θα μπορούσαμε να ζούμε αυτάρκεις στην εσχατιά μας, ερημίτες εραστές ικανοποιημένοι με τα ελάχιστα, μακριά από τους ανθρώπους που δεν καταλάβαιναν, με τις ελάχιστες απαραίτητες κοινωνικές δόσεις· σε τέτοια ανοιχτωσιά, χωρούσαμε κι εμείς στον προαιώνιο μύθο της καλύβας του ζευγαριού, ακόμα και στις άκρες της Δύσης. Κι εγώ θα ευτυχούσα δίπλα στην κατάλαμπρη Χίλντυ, που θα ίδρωνε τα πρωινά στο κτήμα μας, θα δροσιζόταν τα απογεύματα στο βαρέλι και θα την ίδρωνα ξανά στα σφιχτά μας αγκαλιάσματα τα βράδια. Αλλά έπρεπε να γνωρίζω τους δυο εχθρούς του έρωτα – τις διαφορές που πάντα κρατούν ανοιχτό το χάσμα ανάμεσα στους εραστές (εστία ή φυγή, ερημιά ή κόσμος, η προσωπική επικράτεια και η ανάμειξη με τους πολλούς, το όνειρο Ι και το όνειρο ΙΙ) και τον χρόνο που δεν συγχωρεί καθυστερήσεις και αρνήσεις της κατάλληλης στιγμής. Δεν έφυγα έγκαιρα να την βρω, δεν πρόλαβα να βγω από την ταινία και με έπιασε το τέλος της. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

H ταινία: The Ballad of Cable Hogue (Sam Peckinpah, 1970). Η γυναίκα: Stella Stevens.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.