Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 159. Αλεξάνδρα Ρασιδάκη

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τον Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε η μελέτη μου «περί Μελαγχολίας», αποτέλεσμα πολλών ετών έρευνας.

Τι σας έθελξε στην ιδέα της συγγραφής πάνω στο θέμα της Μελαγχολίας;

Η μελαγχολία ανήκει, όπως άλλωστε και η τρέλα, ο έρωτας ή ο θάνατος με τα οποία προφανώς συνδέεται, στα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν, συναρπάζουν και θορυβούν τον άνθρωπο κάθε εποχής. Οι τρόποι έκφρασης του φόβου και του δέους ποικίλουν ανάλογα με την εποχή και το εκάστοτε γνωστικό πλαίσιο (θρησκευτικό, ιατρικό, φιλοσοφικό κτλ.). Από την οπτική της πολιτισμικής ιστορίας δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για την μελαγχολία καθεαυτή, αλλά για τους ποικίλους λόγους περί μελαγχολίας. Πρόκειται δηλαδή για μια έννοια, που ενώ χρησιμοποιείται καθημερινά, έχει ένα ευρύτατο φάσμα νοηματοδοτήσεων, ιδίως αν την μελετήσει κανείς διαχρονικά και διεπιστημονικά. Με άλλα λόγια: η μελέτη της αντιμετώπισης της μελαγχολίας αποκαλύπτει τον τρόπο του σκέπτεσθαι της κάθε εποχής. Ταυτόχρονα πρόκειται για μια πολιτισμική κληρονομιά «ενεργή» που επηρεάζει και την σύγχρονη δημιουργία.

b184834Πώς εργαστήκατε πάνω στο βιβλίο σας; Ακολουθήσατε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Το πρώτο μέρος, η παρουσίαση των πλέον σημαντικών σταθμών του λόγου περί μελαγχολίας απαιτούσε πολύ μελέτη και εκτενή βιβλιογραφική αναζήτηση, είχε όμως ένα σαφές περίγραμμα εξαρχής. Η μεγάλη δυσκολία στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν η επιλογή των λογοτεχνικών κειμένων τα οποία προσέγγισα στο δεύτερο μέρος της μελέτης, υπό το πρίσμα του λόγου περί μελαγχολίας. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμούς: έτσι δεν περιέλαβα τελικά συγγραφείς τον Καβάφη, τον Τόμας Μάνν τον Σέμπαλντ και τον Γρυνμπαιν. Κατά την διάρκεια της συγγραφής και σύνθεσης προσπαθούσα αφενός να φανταστώ τον «ιδανικό αναγνώστη» – το προφίλ δηλαδή του αναγνωστικού κοινού που θα ενδιαφέρονταν για ένα τέτοιο βιβλίο, αφετέρου να ακολουθήσω τα μονοπάτια εκείνα που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μένα.

Ποια είναι η τελική αποτίμηση μιας τόσο ευρείας έρευνας; Θεωρείτε πως καλύψατε το θέμα;

Δεν τb144838ίθεται θέμα να «καλυφθεί» ένα θέμα όπως η μελαγχολία; ελπίζω όμως ότι συνέβαλα στην ανάδειξη της πολυπρισματικότητας της έννοιας αυτής, η οποία άλλωστε και την καθιστά ανεξάντλητη ως ερευνητικό αντικείμενο.

Ποια είναι τα γενικότερα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Σε ποιους τομείς εξειδικεύεστε;

Ασχολήθηκα για πολλά χρόνια με τον γνωστικισμό, που, ως «μεταφυσική αναρχία» εξακολουθεί να με γοητεύει. Με συναρπάζει η κοσμοαντίληψη και η λογοτεχνική παραγωγή του γερμανικού ρομαντισμού ενώ στην ενασχόλησή μου με την σύγχρονη λογοτεχνία με ενδιαφέρει η σχέση μύθου και λογοτεχνίας, η λογοτεχνία του φανταστικού και η δυστοπία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας αλλά και γενικότερα πάνω σε κάποιο ευρύτερο θέμα ποιο θα επιλέγατε;  

Ετοιμάζω μια μελέτη για την πεζογραφία του Γεώργιου Βιζυηνού υπο «ρομαντική οπτική γωνία» στην οποία αντιπαραβάλλω τα κείμενά του με τις τεχνικές γραφής του γερμανικού ρομαντισμού.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση – κι αν όχι, για ποιο b81895λόγο;

Είμαι πολύ απαιτητική αναγνώστρια και είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορούσα να παράγω ένα κείμενο που θα με έπειθε.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Μεταφράζω αποκλειστικά κείμενα που με συναρπάζουν και με προκαλούν. Για μένα η μεταφραστική διαδικασία είναι κατ αρχήν μια πράξη κανιβαλισμού, ενσωμάτωσης του κειμένου. Κατά συνέπεια πρόκειται για κείμενα που δεν μου αρκεί να τα διαβάσω αλλά θέλω να γίνουν μέρος του εαυτού μου. Όσο για τον συγγραφέα, ακολουθώ τον Barthes: ο συγγραφέας δεν με ενδιαφέρει ως ιστορική οντότητα – είναι μια αράχνη που μου προσφέρει τον ιστό της.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Ο Κάb57226φκα αποτελεί πάντοτε πηγή έκπληξης. Υπήρξαν κείμενα στα «μικρά πεζά» που είναι τόσο συμπυκνωμένα και ελλειπτικά που χρειάστηκα ώρες για μια πρόταση.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συγγραφείς όπως ο Κάφκα και ο Ρίλκε δεν χρειάζονται συστάσεις. Η Άιχιγκερ όμως δεν είναι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, η συλλογή στις εκδόσεις Ροές «Επίκαιρη συμβουλή» αποτελεί επαρκή εισαγωγή στο έργο μιας από τις πλέον σημαντικές φωνές της σύγχρονης Αυστριακής λογοτεχνίας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

b109717Χόφμαν, Ντον, Κλάιστ, Γουλφ, Καβάφης, Τσελαν, Ματσάδο, Χικμέτ, Κάφκα, Ζενέ, Γκιμπράν, Μπόρχες, Κορτάσαρ, Αιρε, Μαντέλ, Φαιμπερ, Γκανατσίνο, Νότεμποομ, Κουτσί, Μπαρίκο…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Το Άσμα Ασμάτων στην μετάφραση του Σεφέρη, Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Γοτφρείδου του Στρασβούργου, Λενς του Μπυχνερ, Απόψεις ενός κλοουν του Μπελ, Άνθρωπος χωρις ιδιότητες του Μούζιλ, Ο εκλεκτός του Τομας Μανν, Ο Αδριανός της Γιούρσεναρ, Το έτος των θαυμάτων της Μπρουκς, Σίλας Μάρνερ της Έλιοτ, Γράμματα μιας πορτογαλής μοναχής (στη μετάφραση του Ρίλκε), Τούνελ του Σάμπατο, Το κουτσό του Κορτάσαρ, Κόκκινο του Ούβε Τιμ, Των ψυχών του Νότεμποομ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο μαGeorg Buchnerύρος γάτος του Πόε, Παιχνίδι υπομονής του Κάφκα, Η λοταρία της Βαβυλώνας του Μπόρχες,   Αποκάλυψη στο Σολεντινάμε του Κορτάσαρ, Ηλεκτρικό μερμήγκι του Ντικ, O χοντρούλης του Keret, To άσυλο του Φάιμπερ, Η γλώσσα μου κι εγώ της Άιχιγκερ…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Θαυμάζω την αμεσότητα και την γλωσσική μαεστρία της Καρυστιάνη που με συγκινεί χωρίς να γίνεται ποτέ μελό. Με συνεπήρε το Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι της Αναστασέα, με έπεισε Το αστείο του Παλαβού.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Το ζώο στο κτίσμα του ΚάφκAntonio Machadoα

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Την άνοιξη του 97 επιστρέφοντας από την Γρανάδα βρέθηκα αποκλεισμένη στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, να περιμένω την ανταπόκριση της πτήσης μου που μέσω Αθηνών θα με πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Άρχισα ένα μυθιστόρημα που είχα τυχαία αγοράσει στην Γρανάδα. (Λέω τυχαία, επειδή δεν είχα υπ όψη μου τον συγγραφέα). Δεν θυμάμαι τίποτα από την πολύωρη καθυστέρηση και το μακρύ ταξίδι που ακολούθησε, γιατί πέρασα τις ώρες αυτές φυλακισμένη σε μια εφιαλτική καθημερινότητα: Ήταν το Περί τυφλότητος του Σαραμάγκου. Στα επόμενα χρόνια διάβασα και τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του, κάποια από τα οποία θεωρώ και καλύτερα από την τυφλότητα. Αλλά οι ώρες αυτές που πέρασα στον κόσμο των τυφλών θα μου μείνουν αξέχαστες.

Heinrich BoellΠερί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στις επιλογές των βιβλίων και των θεμάτων με τα οποία ασχολείστε;  

Σπούδασα Γερμανική και ισπανική (λατινομερικάνικη) Φιλολογία και λογοτεχνική μετάφραση. Από το 2001 διδάσκω γερμανική και συγκριτική γραμματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Είχα δηλαδή την τύχη να σπουδάσω και να κάνω επάγγελμα την λογοτεχνία, που από μαθήτρια με συνάρπαζε.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή, την ανάγνωση ή την κριτική; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Uwe TimmΠροκλασική μουσική, κλασσική ινδική μουσική, πέρσικο σαντούρι, Γρηγοριανούς ύμνους, κλασσική μουσική δωματίου, Σοστακόβιτς, Λουτοσλάβσκι, Μαρτινού. Μπαχ και παλι Μπαχ.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο μυθιστόρημα του Σιράχ, Ταμπού.

Γράφω μια μελέτη για την σύζευξη θρησκευτικότητας και οικολογίας στις σύγχρονες δυστοπίες.

Μεταφράζω κάποια από τα διηγήματα με ζώα του Κάφκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι για μένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Οι λύκοι ήταν μια από τις πρόσφατες παραστάσεις που με εντυπωσίασαν.

Αν κάποιος σαΑ.Ρ.1ς χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δε μπορώ – δεν θέλω- να φανταστώ μια ζωή χωρίς βιβλία.

Στις εικόνες: Georg Buchner, Antonio Machado, Heinrich Boell, Uwe Timm.

Παρουσίαση του βιβλίου της Αλεξάνδρας Ρασιδάκη Περί μελαγχολίας εδώ. Περί Ίλζε Άιχινγκερ και Επίκαιρης Συμβουλής εδώ.

Τρεις σκύλοι σ’ ένα κείμενο, χώρια οι συγγραφείς

Κώστας Μαυρουδής – Η αθανασία των σκύλων
Sidney
Lumet– Serpico
Τζερόμ Τζερόμ / Αντόνιο Λόμπο Αντούνες

serpico-6

Η αθανασία των σκύλων του Κώστα Μαυρουδή [Εκδ. Πόλις, 2013] διαπραγματεύεται την παρουσία των σκύλων σε εβδομήντα διαφορετικούς κειμενικούς και υπαρκτούς κόσμους, με αδιόρατο κοινό την απουσία του θανάτου τους, μια αθανασία που εδράζεται σ’ έναν ευφυώς φιλοσοφημένο συλλογισμό. Φαίνεται πως τόσο η ανάγνωση όσο και οι αναρίθμητες σκέψεις που ενεργοποιεί ακόμα κι όταν κλείσουν οι σελίδες προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια δική του μνημονική συνέχεια της συγγραφής, ή έστω σ’ έναν συνεχή διάλογο με το βιβλίο, που ούτως ή άλλως προσκαλεί σε ύστερες επισκέψεις. Τι βρίσκεται λοιπόν μπροστά μπροστά στην μνημονική μου δελτιοθήκη με την ετικέτα σκύλος; Μια κινηματογραφική σκηνή, ένα βιβλίο και μια οριακή φράση.

serpico_2571618b

Βλέπω τον Σέρπικο [στην ταινία του Sidney Lumet, 1973], παρατημένο από όλους, να κάθεται πάνω σε μια δέστρα στην άκρη του λιμανιού, μπροστά από θηριώδη καράβια, σαν μια μικρογραφία ανθρώπου που συνθλίβεται από κάτι συντριπτικά μεγαλύτερο. Η αυτονόητη πράξη της καταγγελίας της αστυνομικής διαφθοράς δεν συγκίνησε κανέναν· απεναντίας, πυροβολήθηκε στο πρόσωπο, απολύθηκε από τη δουλειά του, αμαυρώθηκε το όνομά του, έχασε τους φίλους του, απομονώθηκε από τους συνεργάτες τους. Στο τέλος εγκαταλείφθηκε και από την αγαπημένη του. Η εικόνα της αξιοπρεπούς «ήττας» επιτείνεται από την μοναδική του παρέα: τον μεγάλο, άσπρο, μαλλιαρό σκύλο που απέκτησε τις ωραίες ημέρες του έρωτά του. Είναι προφανώς η αρχή ενός ακόμα μεγαλύτερου δεσμού. Η εικόνα ακινητοποιείται, πέφτουν οι τίτλοι τέλους, το unhappy endείναι αναπότρεπτο, η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη δένεται εφ’ όρου ζωής με την προσφιλέστερα αισθήματα συμπάθειας προς τους κινηματογραφικούς μας ήρωες. Ίσως από σύμπτωση, μια άλλου είδους εγκατάλειψη παγιώθηκε στην φωνητική εκδοχή εκείνης της μουσικής, από εκείνον ή εκείνη που προχωρούσε μέσα στην νύχτα, χωρίς να γνωρίζει κανέναν, κι ούτε κανένας τον/την γνώριζε.

frank serpico

Αναζητώ στο διαδίκτυο τον Φρανκ Σέρπικο, βλέπω το «αληθινό» του πρόσωπο, διαβάζω την ιστορία του και την αναπόφευκτη στροφή στην συγγραφή ενός βίου που όφειλε να ακολουθήσει τις ηθικές του επιταγές πληρώνοντας τα ακριβότερα τιμήματα αλλά κερδίζοντας μια δεύτερη ζωή. Κι ύστερα σκέφτομαι πως στους ολοένα και πιο δαιδαλώδεις λαβύρινθους που μας οδηγεί η ανάγνωση προστίθενται και οι διαδικτυακοί, όπου η μία σελίδα ανοίγει σε άλλη, μια τυχαία φωτογραφία οδηγεί σε νέες τοποθεσίες, η θεματολογία μεταβάλλεται διαρκώς και στο τέλος βρίσκεσαι σε άλλο τόπο, χρόνο και αφήγηση από την αφετηρία. Άλλη μια δικαίωση της ανάγνωσης και της ηλεκτρονικότητας μαζί.

hampton_jerome

Αν ένας σκύλος απέκτησε επάξια τη θέση του σε τίτλο βιβλίου και ισοδύναμη αφηγηματική παρουσία εντός του, αυτός δίχως άλλο θα είναι εκείνος του Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος) του Τζερόμ Τζερόμ [1889]. To Say Nothing of the Dog, διατύπωνε η παρένθεση στην πρωτότυπη ονοματοδοσία, αλλά η όποια σιωπή του σκύλου και περί αυτού εξαργυρώθηκε στην ευφυή μυθοπλασία. Δεκαετίες αργότερα ο πορτογάλος συγγραφέας Αντόνιο Λόμπο Αντούνες εξομολογείται πως έμαθε πολύ περισσότερα για τη δημοκρατία από τον στίχο του Λαφοντέν ένας σκύλος μπορεί κάλλιστα να κοιτάξει έναν επίσκοπο παρά μέσα στο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας του, ενώ είχε ήδη διαφύγει από την μοναρχική και φασιστική ιδεολογία του πατέρα του και του αποικιοκρατικού πορτογαλικού κράτους. Η εξομολόγηση προέρχεται από το βιβλίο του Ανταίου Χρυστοστομίδη, Οι κεραίες της εποχής μου, ΙΙ. Ταξιδεύοντας με άλλους 30+1 διάσημους συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο [εκδ. Καστανιώτη, 2013]. Ένας σκύλος, έστω και σε αφορισμό, πλάθει την πολιτική συνείδηση ενός ακατάπαυστα ανήσυχου συγγραφέα. Πώς να ήταν άραγε αυτός ο καθολικός σκύλος στο μυαλό του;

Πρώτη δημοσίευση: Το Δέντρο, τεύχος 197-198 (Μάιος 2014).