Νέα Εστία, τεύχος 1843 (Απρίλιος 2011)

Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ

Πάντα υπάρχουν λόγοι για ένα Αφιέρωμα στον Μισέλ Φουκώ αλλά αυτή τη φορά είναι κατά πολύ ενισχυμένοι: αφενός η κυκλοφορία του βιβλίου του Οι μη κανονικοί (εκδ. Εστία, 2010), αφετέρου το συνέδριο που συνδιοργανώθηκε από την Εστία και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, με αφορμή αυτής της έκδοσης, με τίτλο Τι μας κληροδότησε η σκέψη του Φουκώ; Το τεύχος περιλαμβάνει λοιπόν τις ανακοινώσεις της διήμερης συζήτησης κι επιπλέον δύο κείμενα, συν την υπόλοιπη καθιερωμένη ύλη. Επικεντρώνουμε σε δυο αρκούντως ερεθιστικά.

Ο Ντιντιέ Εριμπόν, συγγραφέας και του βιβλίου Μισέλ Φουκώ. Φιλόσοφος, δανδής και ταραξίας (Lector, 2009) στο άρθρο του με τίτλο Το τοπικό και το παγκόσμιο: μορφές εξουσίας και τρόποι αντίστασης (μτφ. Κώστας Σπαθαράκης) εστιάζει στις παραδόσεις του Φουκώ έτσι όπως αποτυπώνονται στους Μη Κανονικούς και ειδικότερα σ’ εκείνες που παρουσιάζουν τα δυο μοντέλα λειτουργίας της εξουσίας. Το πρώτο, που αφορά στον έλεγχο της λέπρας κατά τον Μεσαίωνα, προχωρεί στον αποκλεισμό ενός μέρους της κοινωνίας (αποβάλλουμε τους λεπρούς, δεν θέλουμε να τους βλέπουμε πια) και στην πλήρη κοινωνική αποξένωσή τους. Το δεύτερο (τέλη 17ου– αρχές 18ου αι.) αφορά τον έλεγχο της πανούκλας: τώρα οι ασθενείς δεν αποβάλλονται αλλά χτενίζεται ολόκληρη η πόλη, επιτηρούνται όλοι οι χώροι κι εγκλείονται οι μολυσμένοι.

Το πρώτο μοντέλο καθοδήγησε και τον διωγμό των αλητών, των αργόσχολων, των ελευθεριαζόντων, των παραφρόνων, των ομοφυλοφίλων και τον εγκλεισμό στο ονομαζόμενο «γενικό νοσοκομείο», που άλλωστε ήταν το πρώην λεπροκομείο. Καθώς το δεύτερο μοντέλο εγκλείει τους ανεπιθύμητους στο βλέμμα της επιτήρησης, ο Φουκώ παρατηρεί το πέρασμα από μια εξουσία αρνητική, που αποκλείει, εξορίζει και περιθωριοποιεί, σε μια εξουσία θετική, που κατασκευάζει, γνωρίζει, παρατηρεί, αντιστοιχεί δε σε μια «πειθαρχική οργάνωση» με στόχο την εκγύμναση σωμάτων και ψυχών και την «κανονικοποίηση».

Κάπως έτσι οι τεχνολογίες της εξουσίας – και ιδίως της ψυχιατρικής – αντί να καταδικάζουν την σεξουαλικότητα στη σιωπή (μη ξεχνάμε πως οι παραδόσεις για τους Μη κανονικούς  εξαγγέλλονται ως παραδόσεις για την «κανονικοποίηση της σεξουαλικότητας»), την προκαλούν να μιλήσει και καθώς η κοινωνία μας προτρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτήν, ακριβώς πολλαπλασιάζει και επεκτείνει την κυριαρχία της. Αυτή η «disposition της σεξουαλικότητας», βασισμένη σε μια ιδέα η ιδέα που προέρχεται κατευθείαν από τη χριστιανική εξομολόγηση, αποτελεί μια τεχνολογία της εξουσίας. Από την άλλη, στο έργο του Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής ο Φουκώ παρατηρεί την συνένωση των δυο μοντέλων σ’ έναν πανοπτικό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό: πρώτα την διαχωρισμό των κρατουμένων από την κοινωνία και κατόπιν την διαρκή τους επιτήρηση και αναμονή μετάνοιας, έτσι ώστε η φυλακή να αναπαράγει ακριβώς το παραβατικό άτομο.

Σκεπτόμενοι όμως περί της σύγχρονης κληρονομιάς του Φουκώ ειδικά σήμερα με τις νέες αραβικές εξεγέρσεις είναι αδύνατο να μη θυμηθούμε ένα γνώριμο ακάνθινο φουκωικό ζήτημα: τη στάση του απέναντι στην ιρανική επανάσταση (1979) και τα σχετικά, φλογισμένα του κείμενα μαζί με την ανάλογη συζήτηση. Αποτελούσε λοιπόν ο συγγραφέας μια ακόμα περίπτωση διανοούμενου που σαγηνεύτηκε από τον εξεγερμένο λαό και τυφλώθηκε από την λάμψη της επανάστασης αδιαφορώντας για τις επακόλουθες απειλές για την ελευθερία και την δημοκρατία, υποκύπτοντας, συνεπώς, στον πειρασμό της ανελευθερίας και του ολοκληρωτισμού; Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο κείμενό του Ο Φουκώ και η ιρανική εξέγερση, ξανά πρωτίστως θέτει ένα γενικότερο κρίσιμο ερώτημα – οδηγό: ποια στάση πρέπει να τηρήσει ο δημοκρατικός πολίτης όσο αυτά είναι σε εξέλιξη, όσο όλα είναι αβέβαια και ρευστά κι η (όποια νέα) εξουσία δεν έχει δείξει ακόμα το αληθινό της πρόσωπο; Γιατί εκ των υστέρων όλοι γινόμαστε σοφοί αλλά το ζήτημα είναι τι λες και κάνεις τη δύσκολη ώρα του αναβρασμού. Τι μέρες των αραβικών εξεγέρσεων λοιπόν πολλοί θυμήθηκαν ιδίως στη Γαλλία το «πάθημα» του Φουκώ.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον ίδιο: πρότεινε στον εκδότη της Corriere della sera την συγκρότηση μιας ομάδας διανοούμενων που θα πήγαιναν ως ρεπόρτερ εκεί όπου συμβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα. Τα «ρεπορτάζ ιδεών», στα οποία θα συμμετείχαν συγγραφείς όπως η Σούζαν Σόνταγκ κι ο Χόρχε Σέμπρουν, τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα. Εν τούτοις ιδιαίτερη σημασία έχει το σκεπτικό του Φουκώ: Υπάρχουν περισσότερες ιδέες στη γη από ό,τι φαντάζονται συχνά οι διανοούμενοι. Και τούτες οι ιδέες είναι πιο δραστικές, πιο δυνατές πιο ανθεκτικές και πιο παθιασμένες από ό,τι μπορούν να σκεφτούν για αυτές οι πολιτικοί. Πρέπει να παρευρεθούμε στη γέννηση των ιδεών και στην έκρηξη της δύναμής τους· όχι στα βιβλία που τις διατυπώνουν, αλλά στα γεγονότα μέσα στα οποία φανερώνουν τη δύναμή τους… Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διασταύρωσης ιδεών και γεγονότων επιθυμούσε να εργαστεί ο Φουκώ.

Στο σύνολο των δεκατεσσάρων κειμένων ο Φουκώ συνέλαβε με μεγάλη οξυδέρκεια τι ήταν αυτό που γινόταν τη στιγμή ακριβώς που γινόταν: ένα τεράστιας σημασίας γεγονός που θα καθόριζε τη μοίρα του κόσμου τα επόμενα χρόνια, μια εξέγερση με καθοριστικά θρησκευτικό χαρακτήρα – κοινοί τόποι σήμερα αλλά το γεγονός ότι λέγονταν ακριβώς την ώρα που συνέβαιναν ήταν κάτι σαφώς εντελώς διαφορετικό.

Τρία στοιχεία της ιρανικής εξέγερσης τον γοήτευσαν: η καθολικότητα (μια βούληση απολύτως συλλογική), η αφοβία έναντι του θανάτου, η πνευματικότητα. Ως προς το δεύτερο, εκεί ο Φ. έζησε αυτό που γνώριζε μόνο από τα βιβλία: ότι μια εξέγερση είναι δυνατή μόνο όταν έρθει η μυστική εκείνη στιγμή που ο άνθρωπος ξεπερνάει το φόβο, και ιδίως τον φόβο των φόβων, δηλαδή του θανάτου. Η δε πολιτική πνευματικότητα αφορούσε την άρνηση της πολιτικής ως τεχνικής της εξουσίας και την αναζήτηση μιας πολιτικής που θα άλλαζε πρωτίστως τους ίδιους τους ανθρώπους. Οι προσδοκίες του βέβαια διαψεύστηκαν οριστικά: το νέο καταπιεσμένο καθεστώς όχι μόνο δεν ευνόησε καμιά πνευματικότητα, αλλά οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην πιο αντιπνευματική στάση: τη συλλογική υποκρισία.

Όμως το ενδιαφέρον πρέπει να επικεντρωθεί στο περίφημο πια κείμενό του Inutile de se soulever? (Είναι άχρηστο να ξεσηκωνόμαστε;), με το οποίο απάντησε στους επικριτές του κι έκλεισε οριστικά τον κύκλο των ιρανικών του κειμένων. Σε αυτό το κείμενο εγκωμιάζεται η εξέγερση (και όχι η Επανάσταση, που μπορεί να αποτελέσει και σφετερισμό της), ως κορυφαία επιβεβαίωση της ανθρώπινης ελευθερίας, αφού αποκαλύπτει ότι καμία τάξη, ακόμη και η ισχυρότερη και μακροβιότερη, δεν είναι τελικά απόλυτη. Κάθε εξέγερση διακόπτει τον ρου της ιστορίας για λίγο, τον θέτει εκτός κανονικής λειτουργίας· είναι η στιγμή που ένας άνθρωπος προτιμάει το ρίσκο του θανάτου από την ασφάλεια μιας υποταγμένης ζωής. Γι’ αυτό και ο Φουκώ αδιαφόρησε για τις εκ των υστέρων σοφές αναλύσεις περί αιτίων και συσχετισμών της ιρανικής εξέγερσης κι ενδιαφέρθηκε για το αίνιγμά της, για το τι συνέβαινε στην ψυχή και το μυαλό των εξεγερμένων. Συνεπώς, καταλήγει ο Ζ., σήμερα που ο αραβικός κόσμος συγκλονίζεται από τεράστιες λαϊκές εξεγέρσεις με χιλιάδες νεκρούς κι όλα είναι άδηλα, ό,τι κι αν συμβεί στη συνέχεια, σήμερα πάντως τις χαιρετίζουμε τις εξεγέρσεις αυτές, όπως έκανε και τότε ο Φουκώ. Αύριο βλέπουμε.

Οι υπόλοιποι τίτλοι: Μισέλ Φουκώ (Ο αρχικός Πρόλογος στην Ιστορία της τρέλας (1961), μετάφραση – επίμετρο Μάκης Κακολύρης), Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν (Μισέλ Φουκώ: μια φιλοσοφία της επικαιρότητας), Κύρκος Δοξιάδης (Η μέθοδος του Φουκώ), Μιχαήλ Παρούσης (Μισέλ Φουκώ: αλήθεια και νομικές πρακτικές), Γεράσιμος Βώκος (Μαρία Αντουανέττα: η μήτρα της ανωμαλίας), Θανάσης Τζαβάρας (Σχέση της ψυχανάλυσης με τις νόρμες και τις κανονικότητες), Άρης Στυλιανού (Κανόνες και κανονιστικότητα: Φουκώ και Κανγκυλέμ), Σωτήρης Σιαμανδούρας (Dispositif: γενεαλογία και μετάφραση), Θεοδόσης Νικολαΐδης (Σκέψεις για την έννοια της ταυτότητας), Κώστας Τσιαμπούρας (Το πολιτικό και η αλήθεια. Για την πολιτική φιλοσοφία του Φουκώ).

Σε επόμενη ανάρτηση, παρουσίαση του τρέχοντος τεύχους.

Έλσα Μοράντε – Το ανδαλουσιανό σάλι και άλλες ιστορίες

Σε πόσες σιωπές, σε πόσες σκιές άραγε αυτοφωτίστηκε η γραφή της Έλσα Μοράντε; Σκέφτομαι και μετράω: στο ημίφως μιας ευρύτερης απομόνωσης και σιωπής, στο περιθώριο των μεγάλων αισθητικών ρευμάτων που επηρέασαν την ιταλική λογοτεχνία της εποχής, στη σκιά του σπουδαίου Αλμπέρτο Μοράβια, τον οποίο παντρεύτηκε σε μια ακόμα σκοτεινιά, εκείνη του μεγάλου πολέμου (1941). Όμως εκείνη μαστόρευε μόνο εκείνα που γνώριζε καλά και η ανάπλαση της ιστορίας τριών γενεών μιας σικελικής οικογένειας (Το ψέμα και τα μάγια, 1948) προσέλκυσε τις ματιές λεπταίσθητων κι ορθάνοιχτων οφθαλμών (Ι. Καλβίνο, Ν. Γκίνζμπουργκ, Γ. Λούκατς). Η νέα δεκαετής σιωπή της γέννησε Το Νησί του Αρτούρο και ανέθρεψε το θέμα που θα κυριαρχούσε στη λογοτεχνία της: τη φθορά της γονικής εικόνας, τους ψεύτικους αγγέλους της εφηβείας, την αποκάλυψη λατρεμένων προσώπων ξεγυμνωμένων από μύθους και φωτοστέφανα. Ίσως μόνο στην Ιστορία διέφυγε τούτων για να εξακτινωθεί σε κύκλους πολυάνθρωπους, σε μορφές συνωστισμένες. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως τρυφερά προλογίζεται εδώ από τον Mario Fusco, ήρωες και συγγραφέας ψάχνουν μέσα στον κόσμο των λέξεων μια μαγική μετάφραση μιας αγόητης κι άχρωμης πραγματικότητας.

Στο διήγημα Ο κλέφτης των φώτων η εξάχρονη αφηγήτρια βλέπει τον κόσμο από το παράθυρό της (τους σκονισμένους περαστικούς, την απέναντι ξεγυμνωμένη από χορτάρι αυλή) κλεισμένη στο σπίτι για να προσέχει την γιαγιά της, που μια ακολουθία αμέτρητων χρόνων την είχε απομυζήσει αργά αργά, μέχρι να συρρικνωθεί σε έναν μικρό σκελετό, σαν από ξύλο, τόσο που αδυνατούσε και να πεθάνει ακόμα. Η μητέρα της με κάθε ευκαιρία καταριέται την μικρή, με το γοητευτικό αλλά φθαρμένο από τη μνησικακία πρόσωπό της στραμμένο προς τον Ναό. Ο Ναός διακρίνεται απ’ το παράθυρο· ο θόλος, το θαμπό φως απ’ τις λυχνίες των νεκρών. Οι νεκροί, σκέφτεται το κορίτσι, θα αισθάνονταν πιο ήσυχοι μέσα στο έρεβός τους εάν είχαν ένα φως. Κάθε βράδυ όμως ο φύλακας σβήνει τις λυχνίες για οικονομία στο λάδι. Και το κορίτσι, υποχρεωμένο στη σιωπή για να μην του στερήσει τη δουλειά του, κραυγάζει σιωπηλά, μέχρι να χαθεί ο κηροσβέστης στα δρομάκια. Σε μια οριακή της στιγμή βρίσκεται φοβισμένη στον τοίχο του Ναού, αλλά λυτρώνεται απ’ τη συνύπαρξη με τον Κλέφτη των Φώτων (που έχασε τη φωνή του, θεϊκό σημάδι στο μυαλό της) και τις σκιές των νεκρών. Ένα ολόκληρο περιβάλλον, ασφυκτικό και δεισιδαίμον, έχει ήδη οδηγήσει το κοριτσάκι σε κόσμους φασματικούς κι ανείδωτους.

Αλλά μερικές φορές ακόμα και η συνείδησή μας ψεύδεται… (σ. 182)

…μονολογεί ένας άλλος πρωτοπροσώπως αφηγούμενος σ’ Έναν εξίσου ολιγοσέλιδο Άντρα Χωρίς Χαρακτήρα. Εδώ ο νεαρός, φρέσκος φοιτητής, επιστρέφει στο χωριό του για τις καθιερωμένες θερινές διακοπές, όπου φιλάρεσκα κυκλοφορεί η παραθερίστρια Κάντιντα Β., με την αύρα της πρωτευουσιάνας ανάμεσα σε επαρχιώτες. Οι έξοδοί της παίρνουν σταδιακά τη μορφή θεάματος, καθώς εκείνη, κάθε μέρα όλο και πιο ευτραφής, όλο και πιο επηρμένη, αδυνατεί να διακρίνει υποκριτικούς θαυμασμούς και απροκάλυπτα περιγελάσματα, εκλαμβάνει δε την αληθή αδιαφορία του νέου ως αδυναμία συναισθηματικής έκφρασης εξαιτίας της συστολής του. Εκείνος (με την επίγνωση πως του λείπει «το πνεύμα του ποιητή και η τόλμη του ιππότη») υπερβαίνει τα όρια του θάρρους του για να την προστατεύσει, γνωστοποιώντας της την κακεντρέχεια των φίλων του, αποκαλύπτοντας την κωμωδία πίσω απ’ την πλάτη της. Όταν με υποκριτική ειλικρίνεια (μια πολύ βαθειά έννοια που εκπροσωπεί επάξια) την καθιστά κρυμμένη αυτήκοο μάρτυρα της ομαδικής κοροϊδίας η νεαρή συντρίβεται. Μόνο οι ψευδαισθήσεις της τής επέτρεπαν να ζει. Σκοτώνοντάς τις, σκότωσε και την ίδια.

Στα όρια μιας ακόμα σπαρακτικής διασταύρωσης μοιρών (Ο Σικελός στρατιώτης), αυτή τη φορά εν μέσω πολέμου, οι γυναίκες μιας καλύβας στο βουνό, όπου φιλοξενείται για ένα βράδυ η αφηγήτρια προτού αναχωρήσει προς μια αβέβαιη Ρώμη, δέχονται την καταφυγή του Γκαμπριέλε, ενός στρατιώτη των συμμαχικών στρατευμάτων, που τους διηγείται την ιστορία του. Μεταλλωρύχος στη Σικελία, εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, μόνος με το απερπάτητο κοριτσάκι του, που σταδιακά άρχισε να κακομεταχειρίζεται, καθώς τα βάσανα και η ανέχεια άρχισαν να λυγίζουν την καθημερινότητά τους. Η δεκαπεντάχρονη Ασούντα στέλνεται ως υπηρέτρια στο σπίτι του ενωμοτάρχη, αλλά πνιγμένη ανάμεσα στις βίαιες επιθέσεις του γιου του και στο ενδεχόμενο επιστροφής στον πατέρα της, αυτοκτονεί πέφτοντας στο πηγάδι. Ο πατέρας της αποστερημένος πια από κάθε επιθυμία ύπνου, γνωρίζοντας πως η άταφη λόγω αυτοχειρίας κόρη του δεν θα κοιμηθεί ποτέ, κατατάχθηκε στο στρατό, συνεχώς και ακατάπαυστα μαχόμενος, με την ελπίδα ενός θανάσιμου χτυπήματος, μιας φυσικής απόδοσης δικαιοσύνης, προς μια επιστροφή και συνάντηση με την κόρη του, για να εξηγήσουν ο ένας τον άλλον και να την κοιμίσει στην αγκαλιά του, όπως όταν ήταν μικρή.

Για σένα, ιερό καπρίτσιο, όψη θεϊκή, χωρίς όπλα, χωρίς πυξίδα έχω ξεκινήσει…Για δύσκολες αγάπες έχω γεννηθεί…στιχουργούσε η Μοράντε στον ποίημά της Περιπέτεια και καθώς ο Giorgio Agaben στο επίμετρό του αναφέρει την παραγνωρισμένη ποιητική της συλλογή Άλλοθι (Alibi) από την οποία προέρχεται, σκέφτομαι πόσο ταιριάζουν αυτοί οι στίχοι στους περισσότερους χαρακτήρες των δώδεκα διηγημάτων της συλλογής. Κι ο έτερος επιμετρών Giorgio Carponi, μιλάει για τα λεπτά όρια μεταξύ μαγείας και ποίησης, για το παλιό και ξεχασμένο είδος αφήγησης (που περιλαμβάνει τα παραμύθια και την αναλαμπή που αφήνουν στην ίδια την πραγματικότητα), για την εκκίνηση της Μοράντε από την πιο αντικειμενική πραγματικότητα μέχρι να μας παρασύρει στην βαθιά και σχεδόν ανιστορική ατμόσφαιρα της δικής της ποίησης, σ’ ένα υπόγειο ρεαλισμό, σ’ έναν τόνο νοσηρά ρομαντικό.

Φυλλομετρώντας, τέλος την εργοβιογραφία της κλέβω κι εγώ με τη σειρά μου, τα σκόρπια «φώτα» της δικής της ζωής: την αναχώρηση από το σπίτι της στα 18 της, θυσιάζοντας σπουδές, την ζωή με τον Αλμπέρτο Μοράβια, την φυγή τους στο Νότο λόγω της αντιφασιστικής τους δράσης, την κοινή και χωριστή τους ζωή, τα ταξίδια τους (μέχρι και την Ινδία, μαζί με τον Π.Π. Παζολίνι), την (έστω και ανεπιτυχή) επιθυμία της να δώσει η ίδια τέλος στη ζωή της, όταν αντιλήφθηκε πως η υγεία της θα την εμπόδιζε να ζήσει με πληρότητα, όπως μέχρι τότε ζούσε [1912-1985].

Εκδ. Άγρα, 2004, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, εισαγωγή Mario Fusco, επίμετρο Giorgio Agamben και Giorgio Carponi, με εξασέλιδη εργοβιογραφία και μονοσέλιδη ασπρόμαυρη φωτογραφία της συγγραφέως (Elsa Morante, Lo scialle andaluso, 1963).