Συλλογικό – Το βιβλίο του κακού

Τα ερωτήματα χάσκουν ορθάνοιχτα και κατάμαυρα: πώς θα έμοιαζε η κόλαση αν τη γεμίζαμε σήμερα με περιώνυμους Κακούς από την Ιστορία, τη Λογοτεχνία, την Επικαιρότητα; Τι είναι Κακό σήμερα, τι το συνδέει ή διαφοροποιεί με το Κακό άλλων εποχών; Αν η Θεία Κωμωδία του Δάντη και ιδίως η Κόλαση κατάφερε ν’ αποτυπώσει τις σκοτεινές πηγές της διαφθοράς, τα θηριώδη ένστικτα, τα συγκλονιστικά πάθη, τις ταπεινωτικές αδυναμίες των ανθρώπων της εποχής του, πώς θα αντιμετωπιζόταν σήμερα το κακό από την σύγχρονη συγγραφική φαντασία σε πλήρη αντιστοιχία με εκείνη την Κόλαση του 14ου αιώνα; 22 συγγραφείς  κλήθηκαν να επιλέξουν έναν οποιονδήποτε κακό ήρωα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την Ιστορία, την επικαιρότητα, αρκεί να έχει διαπράξει μία από τις ισάριθμες κακές πράξεις, ώστε να σχηματίζεται μια σημερινή εκδοχή της κατά Δάντη καθόδου στην Κόλαση, μια σύγχρονη αποτύπωση των εκφάνσεων του κακού.

Μπορεί να εισερχόμαστε χωρίς ελπίδα (όπως μας προειδοποιεί το πρώτο κείμενο του επιμελητή του τόμου) αλλά όχι χωρίς καθοδήγηση, καθώς πριν από κάθε διήγημα διαβάζουμε για το μέρος της Κόλασης που θα επισκεφτούμε αλλά και για τον σύγχρονο, επιλεγμένο πρωταγωνιστή του. Μια «μικρή εισαγωγή στη Γενεαλογία και Λογοτεχνία του Κακού» ανοίγει για λίγο το πέπλο των φιλοσοφημένων και καταγεγραμμένων επικρατειών του Κακού: αρχαιότητα, Σοφιστές, Πλωτίνος, Άγιος Αυγουστίνος, Θωμάς Ακινάτης, Καντ, Χομπς, Λοκ, Ρουσσώ, Αποκάλυψη Ιωάννη, τα Άνθη του Μπωντλαίρ, Δάντης, Μάρλοου/Δόκτωρ Φάουστους, Μίλτον, Γκαίτε/Φάουστ, Λιούις, Ντε Σαντ, Μπλέηκ, Σβέντεμποργκ, Βύρων, Σέλλεϋ Πέρσυ Σέλλεϋ, Μαίρη Σέλλεϋ/Φρανκεστάιν, Στόουκερ/Δράκουλας, Στήβενσον/Τζέκυλ και Χάιντ, Τζόζεφ Σέρινταν Λε Φανού/Καρμίλλα, Πολιντόρι, Τόμας Μαν/Δόκτωρ Φάουστους, Μπατάιγ, Σφαγείο Νο 5, Κουρδιστό Πορτοκάλι…

Επιλέγω τα δυο κείμενα που με έθελξαν περισσότερο. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος πολυγραφεί την περίπτωση του μαζικού δολοφόνου Γιο Σουνγκ – Χι που σκόρπισε 30πλό θάνατο σ’ ένα πανεπιστήμιο το 2007 προτού αυτοκτονήσει. Κάθε αναφορά στο μακελειό της Βιρτζίνια συμπληρώνεται από τη διαπίστωση ότι ο αυτουργός ήταν συγγραφέας, δηλαδή ένα πλάσμα λοξό και καταραμένο. Ουδείς όμως είχε αντιληφθεί ότι τα γραπτά του συνιστούν μια λογοτεχνία με απαράβατες αξιώσεις ειλικρίνειας. Ο Γιο ήταν ένα τερατώδες γέννημα της ίδιας της λογοτεχνίας. Κατασκεύασε προσεκτικά τον αναπότρεπτο εαυτό του σαν να ήταν λογοτεχνική φιγούρα. Η Νοτιοκορεατική οικογένειά του είχε παλαιοβιβλιοπωλείο κι εκείνες έμαθε να ζει ανάμεσα σε βιβλία, με σεβασμό για τους συγγραφείς και τα κείμενα. Πήγαινε παντού αγκαλιά με το τρομπόνι του, ήταν φανατικός του κόμικ Old Boy (που ενέπνευσε την ταινία), έγραφε διαρκώς σε σημειωματάρια και μπλοκ, είχε αναπτύξει διάφορα φανταστικά λογοτεχνικά πρόσωπα, που σταδιακά απέκτησαν υπόσταση στον «πραγματικό» του κόσμο – έναν κόσμο που έμοιαζε όλο και περισσότερο με το αγαπημένο του μάνγκα.

Καθόλου τυχαία το αρχικό παράθεμα του συγγραφέα προέρχεται από τον στίχο του Jah Wobble: Every man’s an island/and the tide is coming in. Επειδή: Κάθε άνθρωπος είναι ένα νησί. Είναι ακριβώς η υποκειμενικότητά του που βαραίνει σ’ αυτή τη διαπίστωση, μαζί με το μοναξιά που υποδηλώνεται σ’ ένα πέλαγος, όταν ανάμεσα στα νησιά απλώνεται μια έκταση ασυνεννοησίας. Μια υποχρεωτική θαρρείς απομόνωση ακολουθεί ως φυσική συνέπεια, ταυτόσημη με τη διαπίστωση μοιραίων διαφοροποιήσεων στη δόμηση της αντίληψης κάθε ανθρώπου. (…) Κανείς δεν μπόρεσε να «αγγίξει» πραγματικά τον Γιο. 

Ίσως γι’ αυτό μια ιστορία όπως ετούτη φέρνει στην επιφάνεια κάποιες ενοχές. Επειδή, ενδόμυχα ή φανερά, ασυνείδητα ή επίτηδες, καθένας τείνει να υπερασπίζεται κάποιον ορισμό της «διαφορετικότητάς» του. Κάθε νησί επιδεικνύει και προστατεύει με πάθος μια εξατομικευμένη ιδέα της μοναδικότητάς του. Ενώ συχνά βιώνει τις θαλάσσιες αποστάσεις του αρχιπελάγους ανάμεσα στα νησιά σαν μια αξεπέραστη, υπαρξιακών διαστάσεων τραγωδία. Δεν του απομένει τότε παρά να βιώνει επαναληπτικά την επώδυνη απορία: «Γιατί ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα να υπάρχει τόση διαφορά;» (σ. 105 – 106).

 Μετά από ένα σύντομο ψυχιατρικό εγκλεισμό, ο Γιο (στην ουσία ένα μικρό παιδί που δε μεγάλωσε, προστατευμένο στο πλαίσιο μιας «τρέλας») συνεχίζει να γράφει, στριμώχνοντας σ’ ένα μικρό τετράδιο τις δυσανάγνωστες παραγράφους της κλειστής προσωπικής ζωής του. Από αυτό το σημείο ξεκινά η συνειδητοποίηση πως αποτελεί ένα υπόδειγμα συνείδησης – νησιού. Ο Στήβεν Κινγκ κλήθηκε να σχολιάσει την περίπτωση Γιο και τη σχέση που μπορεί να έχει η δημιουργική φαντασία με τη βία. Που ακριβώς πρέπει να «τραβηχτεί η γραμμή» μεταξύ της μυθοπλαστικής ελευθερίας και μιας ανησυχητικής συμπεριφοράς, προτού η πρώτη «σηκώνει κόκκινη σημαία» (:όρος που αφορά σημάδια ύποπτων συμπεριφορών μαθητών ή φοιτητών, παρατηρούμενα ακόμα και σε μυθοπλαστικά κείμενά τους). Μέχρι ποιου σημείου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μια μυθοπλασία ως σύμπτωμα ή διαγνωστικό σημείο;

Ο Κινγκ είναι αρνητικός: απάντησε, μεταξύ άλλων, πως και αυτά που ο ίδιος έγραφε στο κολλέγιο θα είχαν σηκώσει κόκκινες σημαίες και θα τον είχαν χαρακτηρίσει ψυχοπαθή. Για τους περισσότερους δημιουργικούς ανθρώπους, η φαντασία είναι εκείνο το κανάλι από το οποίο παροχεύεται η ενδόμυχη βία, εικονοποιώντας πράγματα που δεν θα κάνουμε ποτέ. Οι εκθέσεις των Αμερικανικών Μυστικών Υπηρεσιών ύστερα από μια άλλη σφαγή (Κολουμπάιν) έχουν διαφορετική άποψη. Η γραφή αναγνωρίζεται πλέον ως σύμπτωμα. Η μυθοπλασία ως αποδεικτικό στοιχείο με πραγματική υπόσταση. Η λογοτεχνία προκρίνεται πλέον ως αντανάκλαση ενός δεδομένου υπαρκτού κόσμου.

Ο Νίκος Κουνενής συντάσσει μια Απολογία Συριανού Βλασφήμου, που προφανώς προφέρει ο Εμμανουήλ Ροΐδης ενώπιον του Εωσφόρου, 103 χρόνια μετά την άφιξή του στα Κολαστήρια της Κόλασης, ελάχιστο δηλαδή χρονικό διάστημα σε σχέση με την αναμενόμενη αιωνιότητα. Ο ατυχής συγγραφέας ισχυρίζεται πως αδικήθηκε από εμπαθείς ιέρακες – ιεράρχες που θα έπρεπε να εγκαλούνται πρώτοι απ’ όλους στο Αμαρτιοδικείο ενώ με περισσή ειλικρίνεια ομολογεί πως ο αφορισμός του βιβλίου (που βεβαίωνε πως η ανάγνωσή του είναι ισοδύναμη με διαβατήριο μετοικήσεως στην Κόλαση) του έκανε τεράστια διαφήμιση με μηδενικό κόστος, γι’ αυτό άλλωστε όντως ευχαρίστησε δημοσίως την Εκκλησία. Έχει άραγε ελπίδα να εισακουστεί από τον βεβαιωμένο φανατικό αναγνώστη της Παπισσας κυρ Διάβολο; Για καλό και για κακό πάντως παρηγορείται εντασσόμενος κι αυτός στους επώνυμους τροφίμους της μεταδαντικής κόλασης.

Από τους υπόλοιπους Επιλογείς Κακών προσκαλούνται και εγκαλούνται ένας  ψυχοπαθής δολοφόνος ονόματι Χάνιμπαλ Λέκτερ (Γιώργος Γλυκοφρύδης), ο αυτόχειρ Σίντ Βίσιους (Λευτέρης Γιαννακουδάκης), ο σπάταλος Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Ελένη Γκίκα), ο ομοφυλόφιλος Τζον Χολμς (Ηλίας Μαγκλίνης), , ο δολοπλόκος Γκριγκόρι Ρασπούτιν (Χρήστος Αποστολάκος, Χρήστος Αστερίου), οι διεφθαρμένοι (ιερείς) Σιμωνιακοί (Δημήτρης Σωτάκης), ο λαοπλάνος Καρλομάγνος (Σπύρος Παλούκης), δυο σαιξπηρικοί – Σάιλοκ (Νίκος Βλαντής), Ιάγος (Λίλυ Εξαρχοπούλου) – και φυσικά ο Χίτλερ (Μάκης Πανώριος). Το τελευταίο εις μνήμην του Χ.Φ. Λάβκραφτ και οπωσδήποτε έχει σημασία το συγκεκριμένο όνομα στο συγκεκριμένο τόμο. Ύβρις προς τη Φύση (Λευτέρης Μαυρόπουλος), μαγεία (Αύγουστος Κορτώ), διαφθορά στον τρίτο κόσμο (Γιάννης Ασδραχάς), παραχάραξη φύλου (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης), αδελφοκτονία (Άντζελα Δημητρακάκη), προδοσία (Αλέξης Σταμάτης), προδοσία και τρομοκρατία (Λένα Κιτσοπούλου) κ.ά. συμπληρώνουν τον κατάλογο των αιρετών αμαρτημάτων. Στο επιλογικό κείμενο σκιαγραφείται η αντιστροφή του κακού, από τη δαντική κόλαση στον 21ο αιώνα, με τα «πορίσματα» των 22 ιντερμέδιων συμμετοχών. Σας αφήνω γιατί κάποιοι μου χτυπάνε την πορτ…

Εκδ. Μαγικό κουτί, [σειρά: Μαγικός Καθρέπτης], 2009, 551 σελ., επιμ. Γιώργος Βαϊλάκης, με βιβλιογραφία, εργοβιογραφικά σημειώματα και 23 εικόνες – «όψεις» της Κόλασης.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ. Στις φωτογραφίες: οι Old Boy που ενέπνευσε τον Seung-Hui Cho, Στίβεν Κινγκ, Ράσπουτιν και οι Φιλάργυροι και Σπάταλοι, μια από τις κατά Γκυστάβ Ντορέ απεικονίσεις της Δαντικής Κόλασης (15 από τις οποίες συμπεριλαμβάνονται στον τόμο).

Χιλέλ Μίτελπουνκτ – Σκουλήκια (Driver/Painter)

 Θέατρο Λόγου και Τέχνης 104 των εκδόσεων Καστανιώτη

Μια καλοντυμένη γυναίκα, ευπρεπής και άκαμπτη, μπαίνει με μια βαλίτσα στο χέρι σ’ ένα βρώμικο, σχεδόν παρατημένο σπίτι. Την λένε Μίρα και ήρθε να μείνει στο σπίτι του αδελφού της Άλεξ, τέσσερις μήνες μετά τον θάνατό του. Πάνω στο τραπέζι και δίπλα σε μισοάδειο μπουκάλι κοιμάται ο Άαρον, πρώην οδηγός φορτηγών, που ζει και εργάζεται στη φάρμα του φίλου του Άλεξ. Ο τελευταίος τον είχε σώσει από την δραματική αμνησία ενός ατυχήματος, όταν έριξε το φορτηγό του σ’ έναν τοίχο. Μαζί ξεκίνησαν μια βιοτεχνία μεταξιού: τα σκουλήκια είναι πανταχού παρόντα/απόντα στον περίγυρο του σπιτιού. Η Μίρα πιστεύει ότι το σπίτι της ανήκει: εκεί μεγάλωσε, εκεί επιστρέφει για να πεθάνει από ανίατη ασθένεια. Ο Άλεξ ισχυρίζεται ότι το έχει αγοράσει απ’ τον συνέταιρο φίλο του και δεν μπορεί να παρατήσει την αυτοσχέδια επιχείρησή του.

Δυο απόλυτα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, ο φορτηγατζής και η ζωγράφος, θα πρέπει να πολεμήσουν γι’ αυτό που θεωρούν σπίτι τους. Δυο εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες θα πρέπει να συμβιώσουν μέχρι να καταλήξουν σε μια λύση. Εκείνη έζησε στον πλούτο, εκείνος στο απόλυτο τίποτα. Εκείνη συνομιλεί με το πρότυπό της, τον Μιχαήλ Άγγελο, εκείνος με τις ραδιοφωνικές φωνές. Εκείνη ασκεί την τέχνη της ζωγραφικής, εκείνος καταγράφει τις μικρές, ταπεινές του αλήθειες σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο σημειωματάριο. Συγκρούονται, φιλονικούν, εκτοξεύουν επιχειρήματα και απειλές. Εκείνη τρεμουλιάζει σε κάθε διαμάχη, αποκαλύπτει εμμονές και παθολογίες. Για εκείνον ακόμα και η φιλονικία μαζί της είναι μια ευπρόσδεκτη συζήτηση. Γιατί είναι ούτως ή άλλως ένα ανθρώπινο ερείπιο, που τρεκλίζει μέσα στην τρώγλη του, καταφαγωμένος από τη μοναξιά. Οι επιθέσεις εναλλάσσονται. Όταν ο ένας κινείται απειλητικά προς την επικράτεια του άλλου, ο άλλος λουφάζει αμυνόμενος και οπισθοχωρεί σιωπηλός. Κάποια στιγμή η γροθιά του θα φτάσει ελάχιστα χιλιοστά πριν το πρόσωπό της, αλλά θα συγκρατηθεί, απόλυτα αξιοπρεπής μέσα στην αθλιότητά του. Τα μάτια του παραμένουν διαρκώς μισόκλειστα, σα να τον ενοχλεί το φως της ζωής.

Και κάποια στιγμή ο Άαρον αρχίζει να εξομολογείται. Υπερηφανεύεται που επιβίωσε μετά την αυτοκτονική κούρσα κι επανέφερε τη μνήμη του. Που «ό,τι ξέρει, το ξέρει απ’ το ραδιόφωνο». Ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνει τις γλώσσες, του αρκεί ν’ ακούει τους ανθρώπους να τις μιλάνε κι έτσι νοιώθει λιγότερη μοναξιά. Και η καλύτερη ώρα της μέρας το μοναχικό του φαγητό στο άθλιο εστιατόριο των φορτηγόδρομων. Εκείνη αρνείται να παραδεχτεί πως δεν είναι παρά μια φαντασμένη ζωγράφος, άφραγκη και καταχρεωμένη, που «ήρθε εδώ μετά από 25 χρόνια έχοντας μαζί της ένα τεράστιο τίποτα». Αλλά θα παραδεχτεί πως της μένει λίγος καιρός ζωής και πως θέλει να τον αφιερώσει στην ύστατη ζωγραφική της.

Μπορούν αυτοί οι τόσο διαφορετικοί κόσμοι να «συνυπάρξουν»; Να ζήσουν κάτω από την ιδία «στέγη», μοιραζόμενοι τα κοινά, αποδιώχνοντας τις διαφορές; Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε πως ο Χιλέλ Μίτελπουνκτ (1949) είναι εβραϊκής καταγωγής για να αντιληφθούμε πως το έργο του δεν αγγίζει τις πλέον βαθιές ανθρώπινες σχέσεις (ακόμα και τον έρωτα) αλλά και εκτοξεύεται σε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές σφαίρες. Ποιος ορίζει μια διεκδικούμενη επικράτεια, τι ανήκει σε ποιον και από πότε, ποιες πράξεις είναι νομικές, ηθικές ή ανθρώπινες, τι είναι δίκαιο και τι άδικο; Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Athens Review of Books ο Άμος Όζ (βλ. εδώ) έλεγε: «Η αντιπαράθεση ανάμεσα στους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στο δίκιο και στο δίκιο, ανάμεσα σε δυο λαούς που διεκδικούν το ίδιο οικόπεδο, που ανήκει και στους δυο. Πρόκειται για μια τραγωδία με την αρχαία σημασία της λέξης. Η μόνη λύση είναι η ίδια λύση που βρήκε η Τσεχοσλοβακία, να χωριστεί ειρηνικά σε δυο κράτη έχοντας βέβαια επίγνωση πως ο ιστορικός συμβιβασμός θα είναι επώδυνος και στις δυο πλευρές και η μοιρασιά της χώρας θα είναι δύσκολη και τρομακτική».

Η Μίρα ακόμα και στην κατάρρευσή της θα παραμείνει καλλιτέχνης και θα μεταδώσει τα μυστικά της στον Άαρον. Θα προσπαθήσει να τον μάθει «να μην ταυτίζεται και να ζει τη ζωή των άλλων», «να μην ζει την αρρώστιά της αντί για εκείνη». Θα βρεθεί «με καλή παρέα, μέρος πια το σημειωματάριού του». Κι εκείνος θα γίνει τα δικά της μάτια, χέρια και πόδια, σε μια τελευταία αλλά απόλυτα συντριπτική νίκη της ζωής τους. Οι δυο ηθοποιοί τιμούν επί μιάμιση ώρα δυο τραγικούς και τραγικά δύσκολους ρόλους.

Παίζουν: Τάσος Νούσιας, Μαρλένε Καμίνσκι, σκηνοθ.: Μάνος Πετούσης, μτφ., βοηθ. σκηνοθ. και μουσ.: Κωνσταντίνος Καγιάννης, σκην. – κουστ.: Κώστας Μπότσος, φωτ.: Ανδρέας Μπελής / Θεμιστοκλέους 104, 210 3826185 / Ηλεκτρονικό επισκεπτήριο με όλα τα στοιχεία των συντελεστών και της παράστασης εδώ./ Τετ-Πέμ.-Παρ. 21:15 έως 7/5, σε Θεσσαλονίκη από 18-28/5.

 [Hillel Mittelpunkt – Driver/Painter, 1988]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.