Στο αίθριο του Πανδοχείου, 43. Έρση Σωτηροπούλου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αλμπέρ Κοέν, Τζην Ρυς, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Τζέιμς Χάνλεϊ, είναι οι πρώτοι που μου έρχονται στο μυαλό. Αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Διάβασα πρόσφατα την «Πόρτα» της Μάγκντα Σαμπό, το βρήκα εξαιρετικό.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Φρανκ Ο’ Κόννορ και του Ντίνο Μπουτζάτι.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ιγνάτης Χουβαρδάς, «Η δουλειά μου ως γυμνό μοντέλο». Έχω χάσει τα ίχνη του. Ελπίζω να γράφει.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Ο Σιντ από το «Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», τον σκεφτόμουν όπως έμεινε εκεί μετέωρος σ’ένα σύννεφο καπνού με το κλουβί στο χέρι. Για να μάθω νέα τους θα έπρεπε να γράψω τη συνέχεια των βιβλίων. Δεν ξέρω αν μ’ενδιαφέρει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Βάλτερ Φάμπερ στο Homo Faber του Μαξ Φρις.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σχεδόν πάντα γράφω εκτός σπιτιού.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι. Συγκέντρωση, ησυχία, και για μένα ξύπνημα νωρίς το πρωί. Οι ιδέες έρχονται μόνες τους.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Παλιό ροκ. Κάθε βιβλίο γράφεται με την ίδια μουσική, τα ίδια κομμάτια που ακούγονται για μήνες, λειτουργεί περισσότερο σαν τείχος ήχου για να με απομονώνει.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ήταν η «Εύα» που διατηρεί ακόμη ένα μυστήριο για μένα. Στη θύρα στέκομαι και προσπαθώ να δω από την κλειδαρότρυπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δεν βιοπορίζομαι.

Ασχοληθήκατε ή θα ασχοληθείτε με την κριτική λογοτεχνίας; 

Κριτική λογοτεχνίας; Ποτέ!

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όλα ή σχεδόν όλα. Το Δέντρο, η Λέξη, το Πλανόδιο, τα δε(κατα), η Ποίηση, το Διαβάζω, η Νέα Εστία, το Εντευκτήριο κι εκείνα της περιφέρειας όπως πχ ο Πόρφυρας, κι αυτά που έχουν γενικώτερη κατεύθυνση όπως το Athens Review, το books’ journal. Είναι καταπληκτικό ότι στην Ελλάδα έχουμε τόσα λογοτεχνικά περιοδικά, δεν συμβαίνει το ίδιο στην Ευρώπη. Να κι ένας τομέας που είμαστε πρωτοπορία! Ξέρω ότι αυτό συμβαίνει με πολλές προσωπικές θυσίες, αλλά αξίζει τον κόπο.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Μα έγραψα ποίηση, και συνεχίζω να γράφω κατά κάποιο τρόπο.

Έχετε σχετιστεί με πολλούς τρόπους με τον σύγχρονο κινηματογράφο, πέρα από παλαιότερες μεταφράσεις σας. Ενδιαφέρεστε, παρακολουθείτε; Έχετε εμπνευστεί ή απλά γοητευτεί από κάποιον σύγχρονο σκηνοθέτη, σενάριο, ταινία;

«Το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι», του Μπερτολούτσι, «Το γλυκό πεπρωμένο» του Ατόμ Εγκογιάν, «Η Έκλειψη» του Αντονιόνι.

Πρόσφατα επανεκδόθηκε το βιβλίο σας Η Φάρσα, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας. Γιατί αυτό κι όχι κάποιο άλλο; Ποιες οι προϋποθέσεις για την επανέκδοση ενός παλαιότερου έργου;

Ξαναδιάβασα τη «Φάρσα» για τις διορθώσεις. Εκτός από την μετατροπή από το πολυτονικό σύστημα σε μονοτονικό, δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε τίποτα. Είναι πολύ ευχάριστο ένα βιβλίο να παραμένει τόσο σύγχρονο και ζωντανό μετά από τριάντα χρόνια.  Η «Φάρσα» εντάσεται όπως και το τελευταίο μου μυθιστόρημα η «Εύα» σε μια ποιητική της πόλης, που είναι ποιητική κόλασης και καθαρτηρίου μαζί.

Το βραβευμένο σας μυθιστόρημα Ζιγκ-ζαγκ στις νερατζιές απέκτησε μια νέα (πλην της συγγραφικής, αναγνωστικής και βραβευτικής) περιπέτεια, αυτήν της απαγόρευσης διδασκαλίας του στα σχολεία (αν και η  προσωπική μου εμπειρία διδασκαλίας του δεν υπήρξε απλώς θετική αλλά κάτι πολύ παραπάνω). Τι έμεινε τελικά απ’ όλα αυτά;

Ήταν μια δυσάρεστη εμπειρία. Παρά τα υποτιθέμενα ελεύθερα ήθη, και συχνά συννυφασμένη μ’ αυτά, η λογοκρισία είναι παρούσα. Μια από τις χειρότερες συνέπειές της είναι η αυτολογοκρισία, πολύ επικίνδυνη ειδικά για έναν συγγραφέα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το «Κόψε» του Γιάννη Βαρβέρη.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω, ψάχνω, αναρωτιέμαι, σβήνω.

Λογοτεχνείο, αρ. 89

Ίμρε Κέρτες, Το μυθιστόρημα ενός ανθρώπου χωρίς πεπρωμένο, εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα γερμανικά Γιώτα Λαγουδάκου, σ. 128-129 (Imre Kertész, Sorstalanság, 1975).

 Το κυριότερο είναι να μη χάσεις τον έλεγχο του εαυτού σου: με κάποιον τρόπο κάτι θα γίνει, γιατί δεν έχει συμβεί ποτέ να μη γίνεται με κάποιον τρόπο κάτι – όπως μου έμαθε ο Μπάντι Τσιτρόμ, που είχε μάθει το σοφό αυτό ρητό στην Υπηρεσία Εργασίας. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι να πλένεσαι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες (παράλληλα διατεταγμένες σκάφες με σωλήνες γεμάτες τρύπες στο ύπαιθρο, μπροστά, στην πλευρά του στρατοπέδου που πήγαινε προς το δρόμο). Εξίσου σημαντικό είναι να μοιράζεις τη μερίδα σου – είτε υπάρχει είτε όχι, πρόσθεσε – με οικονομία. Από το ψωμί, όσο δύσκολη κι αν μας φαίνεται αυτή η αυστηρή αυτοπειθαρχία, πρέπει να μένει κάτι και για τον καφέ της επόμενης μέρας, ένας κομμάτι μάλιστα – χάρη στον αυστηρό έλεγχο της σκέψης και προ πάντων των χεριών μας που γυροφέρνουν συνεχώς τις τσέπες του σακακιού μας – μέχρι το μεσημεριανό διάλειμμα: έτσι και μόνο έτσι μπορούμε να αποφύγουμε λόγου χάρη τη βασανιστική ιδέα ότι δεν θα είχαμε τίποτα να φάμε. Ότι το ύφασμα για τα παπούτσια που ανήκε στην γκαρνταρόμπα μας δεν είναι μαντίλι, όπως μέχρι τότε λανθασμένα πίστευα· ότι στα προσκλητήρια ή στη φάλαγγα είναι ασφαλές μόνο το κέντρο· ότι όταν μας μοιράζουν τη σούπα δεν πρέπει να επιδιώκουμε να πηγαίνουμε μπροστά, αλλά να μένουμε πίσω, γιατί τότε μας σερβίρουν από τον πάτο του καζανιού και συνεπώς απ’ ότι έχει μέσα η σούπα· ότι μπορούμε να μετατρέψουμε την λαβή του κουταλιού μας σε εργαλείο που από τη μια μεριά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν μαχαίρι: όλα αυτά και άλλα πολλά ακόμα χρήσιμα πράγματα στον τομέα της αιχμαλωσίας έμαθα από τον Μπάντι…

 Μνήμη Άρη Αλεξάνδρου