Akron/Family II: The Cosmic Birth and Journey of Shinju TNT (Dead Oceans, 2011)

 Υπάρχει πάντα μια λεπτή, σχεδόν αόρατη γραμμή στην «θορυβώδη», την πειραματική και την ταυτόχρονα θορυβώδη/πειραματική μουσική: από τη μία βρίσκονται εκείνοι που παίζουν ό,τι να ’ναι, με όργανα ατάκτως ερριμμένα και μηχανικές τεχνικές που αυτόματα βγάζουν ένα συνονθύλευμα, κι από την άλλη εκείνοι που εναρμονίζουν όλα τα στοιχεία του διαθέσιμου χάους και φτιάχνουν μια Νέα Μουσική. Κάπως έτσι άλλωστε τόσα χρόνια, ξεδιαλέγουμε ανάμεσα στις χωματερές του noise και του experimental. Το ζήτημα βέβαια είναι με τι κριτήρια ορίζουμε αυτό τον νέο ήχο ως μουσική και πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τις έννοιες αυτές.

Οι Akron/Family δεν ξεκίνησαν ακριβώς από τα παραπάνω καυτά λουτρά αλλά πέρασαν πρώτα από τα χλιαρότερα καθαρτήρια της αλλοπαρμένης φολκ, της ξεφευγάτης ψυχεδέλειας και της συνολικότερης ειδολογικής ποικιλίας. Τώρα στον πέμπτο τους δίσκο, δεύτερο μετά την αναχώρηση του ιδρυτικού μέλους Ryan Vanderhoof (για ένα βουδιστικό κέντρο), αλλά και δεύτερο στην Dead Oceans, έχουν ήδη βρεθεί οριστικά στο κέντρο μιας μουσικής εκκωφαντασίας. Τι κι αν οι κιθάρες ζουν μέσα από τους παραμορφωτές ή τα κρουστά αντηχούν αρχέγονα – εδώ τα ηλεκτρονικά όργανα διαμορφώνουν και παραμορφώνουν τα πάντα. Ο δίσκος γράφτηκε σε καταλύματα χτισμένα στις πλαγιές του Mount Meakan, ενεργού ηφαιστείου στο Akan National Park, στο ιαπωνικό νησί Hokkaido και ηχογραφήθηκε σ’ έναν εγκαταλελειμμένο σταθμό στο Detroit. Τα τρία βασικά μέλη (Seth Olinsky, Miles Seaton, Dana Janssen) συνήθως αλλάζουν όργανα και σπανιότερα αλαλάζουν φωνές. Η τετραετία του Brooklyn (όπου υπήρξαν μέλη μιας ευρύτερης μουσικο-κοινωνικής κοινότητας) έχει τελειώσει, τέρμα οι ύποπτες country παραπλανήσεις, τέρμα και οι Ζεππελινικές πτήσεις.

Τα SILLy BeArZ και So it Goes Bros μοιάζουν με ακόμα πιο διαστρεβλωμένους Spacemen Three, στο LighT μια χαμένη φωνή κολυμπάει γλυκά πάνω στα κήμπορντς αλλά αναρωτιέσαι για πόσο θα κρατήσει (και όντως σύντομα έρχεται μια τρικυμία), η ονειρική νηνεμία του C A S T A N E T σκουπίζει τα πάντα, το ένα Fuji μας ρίχνει στην κακοφωνία, το άλλο στην ανυπαρξία, τα πολυ-οργανικά όργια τύπου Acid Mothers Temple εναλλάσσονται με θορυβοσυνθέσεις στα όρια μεταξύ αποκαλυπτικού και ανυπόφορου. Άλλωστε οι ίδιοι στις σημειώσεις τους αναφέρουν πως άκουσαν πολλές Underground Japanese Noise κασέτες (στοιχείο που επανέφερε το λογοπαίγνιο Japanoise), αρκετές Κεητζιανές field recordings, μπόλικα ηλεκτροθορυβώδη 70s, παλιούς υπολογιστές που βρυχούσαν και σαράβαλους σκληρούς δίσκους που έβηχαν. Και βέβαια βλέποντας στα ένσημά τους τα μπανεράκια της Young God του Michael Gira (παλαιότερα) και της Crammed (που τους κυκλοφορεί στην Ευρώπη) μη ξεχνάμε πως τόσο οι Swans όσο και οι Βέλγοι κοινοτάρχες είχαν αρκούντως προλογίσει και προπαίξει τέτοιες μουσικές.

Τελικά μπάζει από πουθενά αυτό το ατσάλινο σώμα; Όχι, κι ίσως εδώ χάνει: εκεί που οι προηγούμενοι, ιδίως οι πρώτοι τους δίσκοι, ανά πάσα στιγμή τολμούσαν την έκπληξη, εδώ καθώς το ένα στρώμα ανεβαίνει πάνω στο άλλο, τα χτισμένα μουσικά τείχη είναι τόσο συμπαγή, που δεν αφήνουν χαραμάδα για κάποια απρόβλεπτη τροπή. Και ναι μεν κάθε κομμάτι σε φτάνει στα όρια, αποτελώντας από μόνο του μια διαταραχή, αλλά καμιά φορά περιμένεις μιας δεύτερη, να σε κρατήσει λιγότερο υπνωτισμένο και περισσότερο περιπετειασμένο. [7.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

Alessandro Baricco – Χιλιαεννιακόσια. Ένας μονόλογος

Πλάνα από σελίδες, πλάνες, Α΄. [Στο πλαίσιο του αφιερώματος της Βιβλιοθήκης της Ελευθεροτυπίας «Κινηματογράφος και Λογοτεχνία»]

Ο Χιλιανεννιακόσια δεν ήταν γραμμένος πουθενά, δεν είχε πατρίδα ή οικογένεια· σε καμιά πόλη, ενορία, ομάδα, πουθενά δεν αναφερόταν το όνομά του· επίσημα δεν γεννήθηκε ποτέ.  Βρέθηκε παρατημένος στο ατμόπλοιο Βιρτζίνιαν, ως ένα από τα μωρά που άφηναν σαν αντάλλαγμα οι μετανάστες για όλες τις τέντες και τα σεντόνια του πλοίου που έραψαν για ρούχα τους, για τη νέα τους ζωή. Γεννημένος σε μια χαρτονένια κούτα, έγινε πιανίστας στις αίθουσες χορού κι έκανε τον Ωκεανό σπίτι του. Όπως εξομολογείται ο αφηγητής τρομπετίστας φίλος του: Παίζαμε γιατί ο ωκεανός είναι απέραντος και σε τρομάζει, παίζαμε για να μη νοιώθει ο κόσμος το πέρασμα του χρόνου, για να ξεχνάει ο καθένας πού βρίσκεται και ποιος είναι.

Αλλά ήταν σαν να είχε πάει παντού, γιατί άκουγε και διάβαζε τους ανθρώπους·  έφτιαχνε τον δικό του χάρτη με τις ιστορίες τους. Τα σημάδια που οι άνθρωποι κουβαλούν μέσα τους: τόπους, φήμες, μυρωδιές, την πατρίδα τους, την ιστορία τους…Ολόκληρη γραμμένη πάνω τους, κατάσαρκα. Αυτός διάβαζε και κατέγραφε… Κάθε μέρα πρόσθετε κι ένα μικρό κομματάκι σ’ εκείνον τον απέραντο χάρτη που σχηματιζόταν στο κεφάλι του, κι εκεί πάνω ταξίδευε μετά σαν θεός, καθώς τα χέρια του γλιστρούσαν στα πλήκτρα, χαϊδεύοντας τις καμπύλες κάποιου ράγκταϊμ. Μια φορά που τον ρώτησε πού ταξίδευε την ώρα με το βλέμμα καρφωμένο την ώρα που έπαιζε, εκείνος απάντησε πως πήγε σε μια υπέροχη χώρα, πως βρέθηκε σε τρένο καταμεσής στην εξοχή, πως μέτρησε τις κολόνες των εκκλησιών, ανέβηκε σε βουνά. Παίζοντας για μια γυναίκα, έπαιζε για όλες τις γυναίκες του κόσμου, μάγεψε κάθε πατέρα που ο ίδιος δεν υπήρξε, τα παιδιά που δεν απέκτησε, φυγάδευσε τη ζωή του μακριά από τις επιθυμίες της.

Μόνο η μουσική του μετρούσε· κι ένα θυελλώδες βράδυ στο άδειο σαλόνι που έπαιξε με λυμένα φρένα, γλιστρώντας σαν τεράστιο μαύρο σαπούνι ανάμεσα στις πολυθρόνες, σ’ ένα σκοτεινό βαλς με τον Ωκεανό. Κλεισμένος τριανταδύο χρόνια στο καράβι αποφάσισε να κατέβει για να δει την θάλασσα από την άλλη πλευρά αλλά έφτασε μόνο μέχρι το τρίτο σκαλί: φοβήθηκε την απεραντοσύνη, ο κόσμος δεν φαινόταν να τελειώνει πουθενά, ενώ οι δικές του επιθυμίες χωρούσαν ανάμεσα σε πλώρη και πρύμνη. Γύρισε κι έμεινε στο πλοίο ακόμα κι όταν, καταδικασμένο σε βύθιση, το γέμισαν δυναμίτη. Τζουζέππε Τορνατόρε, Τιμ Ροθ και Έννιο Μορρικόνε υπήρξαν ιδανικοί ενσαρκωτές του κινηματογραφικού και μουσικού βάθους της νουβέλας.

Εκδ. Άγρα, 2002, μτφρ. Σταύρος Παπασπύρου, 81 σελ., με τετρασέλιδο επίμετρο της Francoise Brun (Alessandro Baricco – Novecento. Un monologo, 1994).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 649, 2.4.2010, αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Κινηματογράφος (και εδώ).