Asobi Seksu – Fluorescence (Polyvinyl, 2011)

Τόσα χρόνια ψάχνω τη μουσική που θα πλησιάσει έστω και στο ελάχιστο την θύμηση των Cocteau Twins. Δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην μουσική τους – αυτό κι αν είναι αδύνατον, αλλά και για την ακουστική εκείνη εμπειρία της εισόδου σ’ έναν άλλο κόσμο. Από την δική μας δε ζωή, οι προσωπικές αισθήσεις που άφηναν ξέρω πως δεν θα ξαναγυρίσουν, ούτε η απερίγραπτη αίσθηση ενός καινούργιου ήχου. Ήχου που από τη μία θλιβόσουν που θα μείνει εγκληματικά άγνωστος, κι από την άλλη έλεγες καλύτερα να παραμείνει φυλαγμένος, πεντακάθαρος από μαζικές χρήσεις.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά γιατί οι Asobi Seksu μου έχουν δημιουργήσει εκείνη την αίσθηση (όπως και παλαιότερα κάποια σκόρπια κομμάτια των άφημων Jack Or Jive). Τα σκέφτομαι επίσης διαβάζοντας τις λακωνικές διαδικτυακές κριτικές τους (για τον παρόντα δίσκο κανείς λόγος ακόμα – κυκλοφορεί στα μέσα Φεβρουαρίου). Δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην Elizabeth και τους δυο Ιππότες της, παρά μόνο αμήχανες περιγραφές τετριμμένων όρων (shoegaze, noise pop, dream pop) που επειδή χρησιμοποιούνται για εκατοντάδες διαφορετικά σχήματα αδυνατούν να τα εξατομικεύσουν. Άντε να αναφερθεί και κανένα σχήμα όπως οι My Bloody Valentine (πολύ τυχεροί τελικά: οι υστεροφημικές αναφορές τους προηγούνται του έργου τους και διαρκούν περισσότερο από την ίδια του τη θύμηση). Το δυσάρεστο δεν είναι πως όλοι όσοι τους ακούνε σήμερα και προσπαθούν να τους περιγράψουν μόνο με επιθετικούς προσδιορισμούς αποτυγχάνουν στην περιγραφή – το δυσάρεστο είναι ότι δεν τους άκουσαν τότε κι ούτε θα τους γνωρίσουν τώρα.

Υπάρχουν λοιπόν εδώ διάχυτες αισθήσεις και αισθήματα του κοκτω – ιανού ήχου, με πρώτο το επτάλεπτο Leave the Drummer Out There με τις φωνητικές ακροβασίες της Yuki Chikudate και τα κατηφορικά κατρακυλίσματα της κιθάρας του James Hanna, ένα έπος που στη μέση του επιβραδύνει και μελώνει σε άλλα σκοτάδια και μετά επιταχύνει σε τρίτα. Δεύτερο το Trails (παράδοξη επιλογή ως σίνγκλ) που μας στέλνει οριστικά στους πρώτους δυο δίσκους των CT (γιατί γι’ αυτούς κυρίως μιλάμε τόση ώρα), άντε και την εποχή των 12ιντσων. Και ποιος είναι ο αγενής που κόβει τόσο γρήγορα – πάνω στο δίλεπτο – το ζαλιστικότατο ινστρουμένταλ Deep Weird Sleep; Να βυθίζεται σ’ όλη του τη ζωή σε βαθύ παράξενο ύπνο!

Δυο άλλα μαργαριτάρια συνάπτουν Επικίνδυνες Σχέσεις με την εμπορικότητα: το Sighs (με κιθάρες και ρυθμ σέξιον των Cure της μετά-86 εποχής, με φωνητικές πτήσεις Siouxsie απ’ το Kiss in a dreamhouse) και το Perfectly Crystal μ’ ένα μπητ που κινδυνεύει να το ρίξει στα ραδιόφωνα που θα το λιώσουν στο παίξιμο και θα του λιώσουν την γλυκύτητα. Όπως έκαναν στους Saint Etienne και τους Heart Throbs –μια και τους θυμήθηκα: εδώ όντως She is in a trance. Ανάμεσα στις δυο κατηγορίες τα In my head και Ocean, που ενώνουν κι αυτά τον παλιό με τον μεταγενέστερο ήχο της 4AD. Τα κομψοτεχνήματα συμπληρώνονται από τέσσερα αδιαφορήματα: το Counterglow (το μόνο αντρόφωνο) μοιάζει με low profile OMD, το Coming Up είναι το πλησιέστερο στην προαναφερθείσα σχολή των Bloody Βαλεντίνων, τα Coming Up και Trance Out παίζουν με τη γιαπωνέζικη ποπ, που για τους περισσότερους μοιάζει παιδική και για ορισμένους παραπέμπει μόνο στους Pizzicato Five αλλά αποτελεί από μόνη της ένα ολόκληρο σύμπαν.

Η Μπρουκλυνέζικη μπάντα λειτουργεί σαν ντούο – εκτός των προαναφερθέντων η Yuki αναλαμβάνει και τα κήμπορντς – αλλά συναυλιάζεται ως τετράδα, με μπασίστα και ντραμίστα να αλλάζουν κατά καιρούς, έβγαλε δύο δίσκους στην Friendly Fire και μαζί μ’ αυτόν άλλους δυο στην Πολυβινυλικη ΑΕ, πρόπερσι δοκίμασε ακουστικές εκτελέσεις κομματιών του στον δίσκο Rewolf, το όνομά τους υποτίθεται πως είναι Τοκυανή slang για το «playful sex».

Η δίγλωσση δεσποσύνη θρηνεί και κανακεύει σε άπταιστη Ιαπωνική (καταγωγής) και ικανοποιητική Αγγλική (διαμονής), ενίοτε με ειδίκευση στην νεραϊδική διάλεκτο. Εδώ βρίσκεται μουσική που μάθαμε να χαρακτηρίζουμε «όμορφη», σ’ εκείνες από τις ελάχιστες στιγμές που ο όρος ξεγλιστρά από τα αποκλειστικά υποκειμενικά του συμφραζόμενα και αποκτά αντικειμενική υπόσταση, και κάπως όλοι συνεννοούμαστε πως είναι και ονειρική, αλλόκοσμη και παραμυθένια αλλά υψώνει και υψηλότατες αδρεναλίνες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε – Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις

Ένας καφές στη γωνία 12 και 23, ξημερώματα, ο αέρας του πρωινού και του Μαλεκόν στο πρόσωπο, παλεύοντας με τις αισθήσεις μου και την ταχύτητα (…) εγώ ο ίδιος κολλημένος προφίλ και ανφάς σ’ αυτή την πρωινή αύρα, το αδειανό στομάχι κι η κούραση να σου θυμίζουν το σώμα, με την ευτυχή διαύγεια της αϋπνίας μπροστά μου και πίσω μου μια νύχτα, μια νύχτα-γεμάτη-μουρμουρίσματα-και-μουσική-υπόκρουση, είναι τότε λοιπόν που ο καφές, ένας απλός καφές των τριών σεντάβο, σκέτος, χωρίς ζάχαρη, που πίνω όταν Ο Κοκαλιάρης, εκείνη η μακρόστενη μοναχική σκιά τελειώνει τη νυχτερινή του βάρδια έχοντας σκανδαλίσει τους ξενύχτηδες, τους εργάτες που πάνε νωρίς στη δουλειά, τους κουρασμένους νυχτοφύλακες, τις πουτάνες τις νοτισμένες από τη δροσιά και το σπέρμα, όλους αυτούς, την πανίδα του νυχτερινού ζωολογικού κήπου… (σ. 340)

Σ’ αυτό το προσκλητήριο της νυχτερινής πανίδας της ακοίμητης και αεικίνητης Αβάνας οι πάντες είναι παρόντες κι όλοι βουτάνε ως το κεφάλι μέσα στην κουβανέζικη μυθολογία και πραγματικότητα, όπου η μουσική είναι οργιαστική, η μέθη ακατάπαυστη, η περιπλάνηση ζωτική και ο έρωτας πανταχού παρών. Οι δε τρεις ταλαίπωροι τίγρεις συμπληρώνουν (διόλου τυχαία) τετράδα και αδυνατούν να κάνουν οτιδήποτε στα σοβαρά, ούτε καν να συζητήσουν, γιατί κάθε τους προσπάθεια σκοντάφτει σε αλκοολούχες γουλιές, ερωτοβόλα βλέμματα και φιλήδονες σκέψεις, κυνήγι ερωτικών συντρόφων και λατρεία γυναικών, άντε και μερικές απόπειρες φιλοσοφικών συμπερασμάτων για όλα αυτά.

Όμως δεν είναι μόνο ο συγγραφέας Σιλβέστρε, ο τηλεπαρουσιαστής Αρσένιο, ο μουσικός Εριμπό και ο καμπαρεφωτογράφος Κόντακ που τρεκλίζουν στην πόλη, χωρίς να βιάζονται να μπουν αμέσως στην ιστορία ή να συστηθούν. Είναι και οι «δεύτερες» φιγούρες που συναντιούνται μαζί τους, όπως ο αγαπητός μου Βουστροφηδόν που διαστρέφει τις λέξεις δημιουργώντας δικές του, ένας Νάρκισσος που άφηνε να πέφτουν οι λέξεις του στη λιμνούλα της συζήτησης κι ακουγόταν ευχαριστημένος στα ηχητικά κύματα που δημιουργούσε, οι θαμώνες του Σαλούν των Απορριφθέντων, o Κουτσός με τις Γαρδένιες, και βέβαια η υπέρβαρη, ερωτοφλεγής Εστρέγια Ροδρίγες που τραγουδάει μονάχα μπολερό και χωρίς μουσική υπόκρουση, ακόμα και μέχρι τα ξημερώματα, προτού επιστρέψει στα σπίτια που … αυτοφιλοξενείται – προσπαθώ να σκεφτώ κάποια φιγούρα του Μποτέρο. Όλοι στρατευμένοι σε μια συνεχή ηδονιστική ζωή, από τα καμπαρέ ως τις στοές των δρόμων.

Όταν μπήκα, το πρώτο που αισθάνθηκα ήταν μια μυρωδιά, ωραία, φαγητού. Σκέφτηκα, θα με καλέσουν άραγε να φάω; Είχα τουλάχιστον τρεις μέρες που έτρωγα μονάχα καφέ με γάλα και καμιά φορά ψωμί με λάδι. Είδα μπροστά μου έναν νεαρό (όταν μπήκα στεκόταν δίπλα μου, αλλά στράφηκα) με όψη κουρασμένη, ανακατεμένα μαλλιά και θαμπά μάτια. Ήταν κακοντυμένος, με το πουκάμισο βρόμικο και τη γραβάτα χαλαρή, να κρέμεται απ’ το ξεκούμπωτο κολάρο δίχως κουμπί. Χρειαζόταν ξύρισμα και στις άκρες του στόματός του έπεφτε ένα μουστάκι ίσιο και κακοκομμένο. Σήκωσα το χέρι για να του το δώσω κλίνοντας λίγο το κεφάλι κι αυτός έκανε το ίδιο. Είδα ότι χαμογελούσε κι ένιωσα πως κι εγώ επίσης χαμογελούσα. Το καταλάβαμε κι οι δυο ταυτόχρονα: ήταν ένας καθρέφτης. (σ. 70)

Η Σιέρα Μαέστρα αρχίζει να κατακλύζεται από επαναστάτες, η δικτατορία του Μπατίστα νομίζει πως θα κρατήσει για πάντα αλλά τίποτα απ’ αυτά δεν ενδιαφέρει τον Ινφάντε (και δεν είναι διόλου απολιτικός εφόσον οι κομμουνιστές γονείς του ήρθαν στην Αβάνα για αποφύγουν τις διώξεις κι ο ίδιος συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα). Η μουσική εδώ υπερβαίνει την πολιτική ή αποτελεί από μόνη της την πρώτη προϋπόθεση. Ούτως ή άλλως ο καθένας βρίσκεται μόνος του ακόμα και σ’ αυτόν τον καρνιβαλισμένο κόσμο. Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πως η επαφή κρατάει όσο είναι ηλεκτρισμένη, φωταγωγημένη απ’ τη νύχτα. Μετά ο καθένας θα επιστρέψει στον εαυτό του. Άρα η ηδονισμένη επιβίωση μετράει πάνω απ’ όλα, τώρα που η ζωή γυρίζει, βράζει και σε παίρνει ακόμα.

Γκράφιτι: Οι συστάσεις είναι σαν τα συλλυπητήρια, τυποποιημένα μουρμουρίσματα // Ο αναστεναγμός είναι η πορδή της ψυχής // Ο καιρός περνούσε και γερνούσα κι οι μέρες κυλούσαν και μετατρέπονταν σε ημερομηνίες και τα χρόνια μετατρέπονταν σε επετείους.

Αντί για οποιαδήποτε πλοκή ο Ινφάντε (1929-2005) προτιμά γλωσσική διαπλοκή και κινηματογραφική οπτική (το μοντάζ ανάβει, οι εικόνες τρέχουν, οι διάλογοι κόβουν και ράβουν, οι φιλμογραφικές αναφορές παίζουν διαρκώς). Η γραφή του κρίθηκε με τον προσωπικό της τρόπο συγγενικώς Τζοϋσική, Στερνική, μοντέρνα και μεταμοντέρνα – προσωπικά δεν μπορώ να μη σκεφτώ και τόσες άλλες αναφορές, από Χένρι Μίλλερ και Ντεμπόρ ως τους μπητ. Αλλά είναι το κολασμένο χιούμορ και η διόλου «δύσκολη» γραφή που τον διαφοροποιεί απ’ όλα αυτά, αν εξαιρέσει κανείς τις συνεχείς παγίδες που μας βάζει ως προς το ποιος μιλάει σε ποιον.

Ο συγγραφέας εκτός της συγγραφικής τέχνης άσκησε την μεταφραστική, την κριτική κινηματογράφου και την σεναριογραφία (Vanishing Point (Richard C. Sarafian), The Lost City (Andy Garcia)). Στην Φιντέλ Κάστρο εποχή ανέλαβε το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Αβάνας και το λογοτεχνικό ένθετο Lunes της Revolucion, αλλά οι λογοκριτικές επεμβάσεις τον καταχώρησαν στους ανεπιθύμητους και εξορίστηκε «επαγγελματικά» στις Βρυξέλες. Φυσικά πήρε στα χέρια του την δική του αυτοεξορία σε Μαδρίτη και Λονδίνο, κόβοντας κάθε σχέση με το κουβανικό καθεστώς και τον σταλινικό του, όπως έλεγε, χαρακτήρα. Οι ΤΤΤ εκδόθηκαν στην … δεύτερη γραφή τους και απαγορεύτηκαν στην Κούβα ενώ όσοι έγραψαν θετικά σχόλια φυλακίστηκαν. Όσο κι αν προσπάθησαν οι κονδυλοφόροι του Κάστρο να σβήσουν το όνομά του από την λογοτεχνία απέτυχαν: στην Κούβα οι εκδόσεις του κυκλοφορούν σε παράνομη, «σαμιζντάτ» μορφή, με φωτοτυπίες κλπ και οι Τίγρεις αποτελούν μια από τις κορυφές της κουβανέζικης και λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκαν με τον ίδιο τίτλο και στον κινηματογράφο (Raoul Rouiz, 1968).

Καθόμουν λοιπόν εκεί και σκεφτόμουνα ότι παίζοντας το μπονγκό ή την τούμπα ή την πάιλα ή τα ντραμς ήταν σα να ’μαι μόνος, αλλά κι όχι τελείως μόνος, σαν να πετάω, λέγω εγώ, που δεν έχω ταξιδέψει με αεροπλάνο παρά ως εκεί δίπλα στο Ίσλα δε Πίνος, σαν επιβάτης, σαν να πετάω λέω σαν πιλότος, σ’ ένα αεροπλάνο, βλέποντας το τοπίο ισοπεδωμένο, σε μια μόνο διάσταση κάτω, γνωρίζοντας όμως ότι οι διαστάσεις σε τυλίγουν και πως το όργανο, το αεροπλάνο, τα ταμπούρλα, είναι η σύνδεση, η συνάφεια, αυτό που επιτρέπει να πετάς χαμηλά και να βλέπεις τα σπίτια και τον κόσμο ή να πετάς ψηλά και να βλέπεις τα σύννεφα και να βρίσκεσαι μεταξύ ουρανού και γης, αιωρούμενος, δίχως διάσταση, σε όλες όμως τις διαστάσεις, κι εγώ εκεί να χτυπάω, να ξαναχτυπάω, να κοπανάω, κάνοντας αντίστιξη, κρατώντας με το πόδι τον ρυθμό, μετρώντας νοερά τον ρυθμό, προσέχοντας εκείνον τον εσωτερικό ρυθμό που ακούγεται ακόμα, που ηχεί σαν μουσικό ξυλάκι παρ’ όλο που δεν βρίσκεται πια στην ορχήστρα, μετρώντας τη σιωπή, τη σιωπή μου… (σ. 127)

Εκδ. Τόπος, 2009, μτφ. Γιώργος Ρούβαλης, επιμ. Στράτος Ιωαννίδης, με πλήρως διαφωτιστική εισαγωγή του μεταφραστή, σελ. 467 (Guillermo Cabrera Infante, Tres tristes tigres, 1967). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Λιμπρόφιλη Γνωμοδότηση: εκεί.