Odawas – Raven and the white light (Jagjaguwar, 2007)

odawas-cover.jpg 

Όταν ο Θεός ήταν ένα μικρό κακό παιδί… πώς να ήταν άραγε τότε ο κόσμος; Πιθανώς σαν κι αυτόν που περιγράφουν οι Odawas εδώ, τόσο στο ομότιτλο τραγούδι όσο και στο μεγαλύτερο μέρος του Raven: γεμάτος μυστήριο, ομίχλη, απόκοσμους ήχους και ουράνιες μελωδίες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μαγεμένων του Raven μίλησαν για τη γοητεία του Alleluia, με το χαρακτηριστικό σφύριγμα που ευτυχώς θυμίζει περισσότερο Andrew Bird παρά Brian Ferry. Εξίσου πολλούς εραστές απέκτησε το When God Was A Wicked Child, με τη σχεδόν παιδική, παραμυθένια φολκίτσα του που μας αποκαθαίρει μετά από μια παραπλανητική εισαγωγή – ένα βαρύ ρέκβιεμ που παραπέμπει περισσότερο σε γοτθικό σύνολο. Όμως το αδιαφιλονίκητο, κατά τη γνώμη μου, μαργαριτάρι εδώ είναι το Getting To Another Plane, λες κι έστειλαν την Αλίκη στη χώρα των Ψυχεδελικών Θαυμάτων να βρει ξεχασμένα αριστουργήματα. Και, φανταστείτε, είμαστε μόνο στο τέταρτο τραγούδι.

Ίσως η ίδια Αλίκη τους παρέσυρε σε πλείστες παγίδες, τους έριξε σε ολόκληρα δάση επικότητας και ενορχηστρωμένης υπερβολής. Δεν έμειναν πιστοί στην αρχική τους σαρδόνια folk της νέας εποχής (Circus Song) και παρασύρθηκαν από δεινοσαυρικές τεχνο-ροκ σειρήνες, σε σημείο να ακούγονται ακριβώς σαν King Crimson (Barnacles and Rustic Debris). Στα ενδιάμεσα, απλώνουν τις μυριάδες επιρροές τους, σε σημείο να ακούγονται, όπως γράφτηκε, σαν ο Randy Newman να προσπαθεί να τραγουδήσει Angelo Badalamenti.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην τρίτη κυκλοφορία των Odawas μετά το αυτοκυκλοφορημένο αρχικά, στην Birds and Rockets αργότερα, Vitamin City ep (2004) και το ντεμπούτο The Aether Eater στην Jagjaguwar (2005), όπου στιχουργούσαν …Δάντη και Βιργίλιο. Στο τελευταίο τρακ, ο Mike Tapscott (σύνθεση, φωνή, κιθάρα, αρμόνικα, mouth harps, manmade sounds) κερδίζει νέες εντυπώσεις τραγουδώντας σαν απόκοσμος Neil Young. Αν μαζί με τους υπόλοιπους Isaac Edwards (keys, atmosphere from non-manmade materials) και Brad Cash (engineering, technique, drumming) μείνουν στη ψυχεδελική φολκ τύπου Pearls Before Swine και τη διανθίσουν με όλα αυτά τα μαγικά κουτιά που φαίνεται πως διαθέτουν, τότε περιμένουμε νέα ταξιδέματα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14949

Telephone Jim Jesus – Anywhere out of the everything (Anticon, 2007)

telephone-jim-jesus-cover.jpg

Ο πιο συναρπαστικός ηλεκτρονικός δίσκος του 2007 προέρχεται ξανά από έναν μόνο του. Φοβάμαι όμως, πως ο όρος ηλεκτρονικός δεν σημαίνει πια τίποτα, εκτός αν συμφωνήσουμε όλοι σε ένα ποσοστό των ψηφιακών οργάνων, κριτήριο που αυτόματα γεννάει αμέτρητα άλλα.

Ο George Chadwick είχε την τύχη να προέρχεται από το New London, New Hampshire. Και λέω τύχη γιατί αυτό ακριβώς το περιορισμένο και μονίμως παγωμένο περιβάλλον τον έκανε να φύγει μια ώρα αρχύτερα προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Να παρατήσει το μετεφηβικό «goth-hardcore» (!) υβρίδιο ονόματι Unfit που είχε παρέα με τους Dave Bryant (Passage) and Matt Valerio (Bomarr) και να μετακομίσει μαζί τους στο Όκλαντ, νοικιάζοντας ένα μικροσκοπικό δωμάτιο σε μια αποθήκη – δίπλα στο ενδιαίτημα του Sole.

 tjj-banner.jpg

Μετά, γίνεται απλώς θέμα χρόνου το: να δει πώς και πόσα μπορεί να κάνει κανείς με ηλεκτρονικά εργαλεία και χιπ χοπ κατσαβίδια, να σχηματίσει ένα σχήμα για να τα κάνει πράξη (Restiform Bodies), να δει ότι τα καταφέρνει και μόνος του, να βγάλει από πάνω του την πρώτη του αυτο-κυκλοφορία: A Point Too Far to Astronaut. Στους τυχερότερους, εδώ ανήκει και η διασταύρωση με εκείνους που θα τον πάρουν στην εκλεκτή τους ομάδα. Η Anticon δε θα άφηνε να της ξεφύγει τέτοιο φυντάνι. Πρώτα θα του επανακυκλοφορήσουν το 2004 το πρώτο του πόνημα με προσθήκη κομματιών και επισκεπτών και μετά θα τον γνωρίσουν με όλες τις φυσιογνωμίες της.

Τίποτα δεν γίνεται χωρίς απώλειες. Ο ΤΤJ (που διάλεξε το όνομα για να μπερδεύεται ο κόσμος στη διάκριση των τριών λέξεων) σε μια δραματική τουρ (με Sole και Pedestrian το 2005) χάλασε μια φιλία χρόνων και ξέμεινε στην Ευρώπη σε ανήσυχη κατάσταση, ανάμεσα στο διαμέρισμα του Sole στην Βαρκελώνη και σε μια λιθουανική κατάληψη στο Βόρειο Λονδίνο. Για μήνες έκανε μόνο τις παραστάσεις που του επέτρεπαν να βγάζει εισιτήρια για τα τρένα. Πίσω στις ΗΠΑ συμμετείχε στην ανασυγκρότηση μιας βιετναμέζικης κοινότητας μετά την «Κατρίνα» κι εργάστηκε αλλά και περφόρμαρε σ’ ένα σχεδόν κατεστραμμένο ξενοδοχείο στο Cape Cod.

 tjj04_web.jpg

Όλα αυτά βρήκαν ανάγλυφη διέξοδο στο Anywhere Out of the Everything (ξανά ο στίχος από το Anywhere Out of the World του Baudelaire). Είναι τέτοιος ο πλούτος των ηχοχρωμάτων εδώ, που συμβαδίζουν με την οποιαδήποτε διάθεσή σου. Το Birdstatic, ας πούμε, λες και προσπαθεί να αποτυπώσει κάθε δυνατή χρωματική απόχρωση, ενώ το Hit By Numbers ζωγραφίζει όλους τους τόνους του γκρίζου. Το Ugly Knees αποτελεί επιτομή του σημερινού ήχου της Anticon – μερικά μέτρα παραπέρα από τους 13 & God, κι έναν αιθέρα ψηλότερα από τα άφωνα του Alias.

Αν έχετε λαίμαργα αυτιά, θα χαρούν να καταβροχθίσουν όλα αυτά τα διαδοχικά στρώματα από samples, φωνές, πλήκτρα σαν σχοινιά που κρατούν σε αέναη κίνηση της ψευδο-μελωδίας-μαριονέτας, μελωδίες χαρακωμένες από ρυθμούς και αντίστροφα, κολάζ που θέλεις να διαλύσεις και να ξανασυνθέσεις, μέχρι να φτάσεις στην επιφάνεια όπου χαμένες φωνές περαστικών, του ημι-μίστερ Anticon Pedestrian και (στο Suicide Wings) του ίδιου του τύπου, συλλαβίζουν τις σκέψεις τους ή σουρεαλιστικά ποιήματα σε ένα περιφερόμενο Dictaphone.

Η Anticon στα κορυφαία της, για άλλη μια φορά.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/cds.asp?id=14924