Στο αίθριο του Πανδοχείου, 40. Μαρλέν Σαΐτη

Η ερμηνεία σας στη «Νόρα Μετά» υπήρξε ιδιαίτερα φορτισμένη. Πώς αισθανθήκατε το ρόλο, τι σας προβλημάτισε, τι σας οδήγησε σε μια τέτοια έντονη βίωση;

Το έργο δόθηκε από μια διαφορετική οπτική γωνία από το κλασσικό έργο όπου η ηρωίδα είναι ανυποψίαστη για το τι γίνεται. Δεν μπορούσα λοιπόν να αφήσω αυτή την αναταραχή στο συρτάρι και να την βγάζω όταν οι εντάσεις είναι οφθαλμοφανείς π.χ. όταν διαβάζει ο άντρας της το γράμμα κι αυτή τρελαίνεται. Όχι, η ηρωίδα μας ξεκινάει ξέροντας ήδη τι έχει συμβεί. Είναι σα να μιλάει στις ψυχές όλων των θεατών που έρχονται κάθε μέρα σα να τους λέει «ξέρω ότι κι εσείς έχετε ένα πρόβλημα». Η δική μας ηρωίδα περνάει τον δικό της Γολγοθά. Δεν μπορούσα να την αφήσω στην ανεμελιά της. Βλέπω ότι μιλάμε για μια γυναίκα η οποία ήδη ξέρει το τέλος. Εύλογο ερώτημα: γιατί το ξαναβιώνει; Η επανάληψη είναι απαραίτητη διότι λειτουργεί ως μία μορφή κάθαρσης από την οποία αντλέι δύναμη για την επόμενη μέρα.

Η δυσκολία του ρόλου σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειριών με ώθησε στο να κάνω εκτενή έρευνα που πέραν της σχετικής βιβλιογραφίας και επικεντρώθηκε στο να μιλήσω με πολλές γυναίκες. Γυναίκες πονεμένες που έχουν προσφέρει πολλά και εισπράτουν αχαριστία και αποπομπή. Εντύπωση μου έκανε η προσπάθεια πολλών γυναικών που με νύχια και με δόντια προσπαθούν να κρατήσουν το μικρόκοσμο της οικογένειας.

Όπως γράψαμε στην σχετική παρουσίαση, εμπλουτίσατε την ερμηνεία σας με μια ιδιαίτερη σωματικότητα, με μια συγκλονιστική, προσωπική γλωσσολογία σώματος. Επρόκειτο για σκηνοθετική οδηγία ή για δική σας επιλογή;

Το θέατρο είναι κάτι ζωντανό, φτιάχνεται εκείνη τη στιγμή και ο κάθε άνθρωπος το καθετί το δικαιολογεί και το εισπράττει διαφορετικά, ανάλογα με τις εμπειρίες του, τη ματιά του, τα διαβάσματά του… Όσον αφορά τη γλωσσολογία του σώματος που αναφέρεις, σύμφωνα με τη σκηνοθετική οδηγία η Νόρα βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση λόγω φόρτισης: τρέχει, φεύγει από τη μια κούκλα και πάει στην άλλη, ανεβαίνει στο μπαούλο, ξανακάθεται κάτω, τρέχει να κρυφτεί… Αυτό το πήρα και το εξέλιξα όσον αφορά τα πολυεπίπεδα που έχει το κάθε σώμα: την τάση προς τα εμπρός (επιθετική), προς τα πίσω (αμυντική), την κορδωμένη στάση (υπερηφάνεια, γείωση). Αυτή η κοπέλα έχει περάσει τόσα πολλά που δεν νομίζω πως θα μπορούσε να έχει τόσο ξεκάθαρους αυτούς τους τρεις άξονες, οπότε προσπάθησα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του ρόλου και της ιστορίας που αφηγείται, να πειραματιστώ με διάφορα επίπεδα. Έτσι δε θα μπορούσα να αφήσω το σώμα μου ξύλινο ή να είναι απλώς το σώμα μιας δεσποσύνης. Σεβόμενη την σκηνοθετική οδηγία και τις δεσμεύσεις της αποφάσισα να εξελίξω τα όρια του ρόλου. Καθώς εξελίσσεις το ρόλο, το ίδιο το σώμα λειτουργεί πλέον μόνο του.

Η Νόρα Μετά βασίζεται στο κείμενο της Ιψενικής Νόρας αλλά μεταλλάσσεται σε νέο έργο, δια χειρός Νίκου Καμτσή, για να παρακολουθήσει τη Νόρα…μετά. Μπορούμε να επεμβαίνουμε σε έργα παγιωμένα στο χρόνο; Σας γοητεύει η ιδέα της συνέχισης της ζωής τους/των χαρακτήρων τους; Σκέφτεστε κάποιο έργο που θα σας ενδιέφερε να δείτε …Μετά;

Σε έργα παγιωμένα στο χρόνο η επέμβαση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, ίσως δυσκολότερο από την συγγραφή ενός έργου από την αρχή και απαιτεί ταλέντο και ιδιαίτερη δημιουργικότητα. Όταν το αποτέλεσμα είναι επιτυχές, τότε η συνέχιση της ζωής των χαρακτήρων για μένα είναι ιδιαίτερα γοητευτική.

Μπαίνετε άραγε και εσείς, ως ηθοποιός σε μια τέτοια πρόκληση; Να μεταπλάσετε ένα κείμενο ή έναν χαρακτήρα στο μετά, στο σήμερα ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Ναι, στην διαδικασία να βρω το ρόλο μου, στη διαδρομή. Από εκεί και πέρα σαν ηθοποιό στη παρούσα περίοδο δε με αφορούν τα «πειράματα».

Πιθανώς αυτό ενδιαφέρει πολύ περισσότερο τους σκηνοθέτες;

Εδώ πράγματι έχουμε διαφορά σκηνοθέτη – ηθοποιού: για έναν ηθοποιό δεν έχει σημασία αν ένας ρόλος έχει χιλιοπαιχτεί, γιατί έχει χιλιοπαιχτεί από άλλους. Η σχέση του ρόλου με τον ηθοποιό έχει μια μοναδικότητα. Τη μοναδικότητα της δικής του ερμηνείας όπως αυτός και μόνον αυτός τη βιώνει. Όταν ένας σκηνοθέτης πάρει ένα κείμενο, έχει δει το όραμα των άλλων σκηνοθετών. Είναι, νομίζω, διαφορετική η σκοπιά και γι’ αυτό ίσως έλκεται με νέες αναγνώσεις και θέλει να βάλει το δικό του στίγμα, τη δική του υπογραφή.

Εσείς αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Αυτή είναι μια εξαιρετική ερώτηση. Η επιλογή μου είναι να αφήνομαι αλλά αυτό έχει το μειονέκτημα να περιορίζει τον ηθοποιό στα όρια τα οποία έχει ο σκηνοθέτης. Η ύπαρξη διαφωνίας ηθοποιού-σκηνοθέτη πιστεύω ότι είναι μία γόνιμη σχέση. Γιατί όπως δεν είναι απριόρι ότι η σκηνοθετική άποψη έιναι η καλύτερη δυνατή το ίδιο συμβαίνει και με τη διάθεση που έχει ο ηθοποιός απέναντι στο ρόλο.

Ο καθένας βγάζει τη δημιουργικότητά του, αλλά στο δικό του κομμάτι. Θα είναι, πιθανώς, πολλαπλάσια δουλειά να ικανοποιήσει το όραμά του και να σκάψει και τα υποκριτικά βάθη του ηθοποιού.

Συμφωνώ.

Ρόλος που θα ονειρευόσασταν να παίξετε ή να πειραματιστείτε πάνω του;

Πάντα μ’ ενδιέφερε πολύ το αυτοβιογραφικό στοιχείο, να παίξω τη ζωή μιας μεγάλης προσωπικότητας και επίσης να ερμηνεύσω τραγικούς χαρακτήρες. Στο θέατρο ειδικότερα, Δοξα τω Θεό, μέχρι στιγμής έχω αγγίξει αρκετά πράγματα και με οδηγεί το ενστικτό μου.

Επιστρέφοντας στη Νόρα: η διαφορετικότητά της μεταφράζεται ως παράνοια, η προσωπική της γνώμη ως ψυχοπάθεια.

Εξαρτάται ποιος από το περιβάλλον της τη κρίνει και πως αυτός ερμηνεύει τη διαφορετικότητά της αποδίδοντας τις έννοιες της παράνοιας ή της ψυχοπάθειας. Η τρέλα δε παίζεται και πολλές φορές αυτοί που θεωρούνται κοινωνικά σωστοί είναι οι συντελεστές της κατάστασης που βρίσκεται η Νόρα.

Βέβαια με τους σύγχρονους πλέον ψυχιατρικούς όρους, οι αρσενικοί χαρακτήρες του έργου αποτελούν κλινικές περιπτώσεις. Σκέφτομαι όμως πως τόσα χρόνια μετά τη Νόρα η γυναίκα ετεροκαθορίζεται. Ο κόσμος δεν διδάχτηκε τίποτε από τον Ίψεν, από το θέατρο; Το θέατρο βρίσκεται απλώς εκεί για να εντοπίζουμε τους εαυτούς μας και να ανακουφιζόμαστε για ένα δίωρο;

Ακόμα και ο Ίψεν δε θα μπορούσε απόλυτα να εξαλείψει τους κοινωνικούς ετεροκαθορισμούς. Έιναι όμως από τους πρώτους που μπόρεσε να τους καταγγείλει, και ουσιαστικά να αποτελέσει την αφετηρία στην εξέλιξη της γυναικείας ανεξαρτησίας. Το θέατρο πιστεύω, ακόμα και ως απλή ψυχαγωγική διαδικασία, δρα παιδευτικά σε πάρα πολλές εκφάνσεις της προσωπικότητάς μας και του είναι μας και κατά συνέπεια, δεν είναι απλή διαδικασία ανακούφισης.

Τρέμω με την ιδέα πως το Κουκλόσπιτο της Νόρας, η συρρίκνωση όλου του κόσμου της στον οικιακό μικρόκοσμο σήμερα είναι πλέον καθολική. Το σπίτι γίνεται το φρούριό μας, το έξω τρομάζει, η τηλεόραση γίνεται το μοναδικό μας παράθυρο, ενίοτε και πόρτα. Υπάρχει άραγε αυτή η δια-φυλική, δια-χρονική διάσταση στο έργο;

Σαφώς και ξεπερνάει τα γυναικεία δικαιώματα. Και ο άντρας θα σκεφτεί τον δικό του το ρόλο – στην οικογένεια, στην κοινωνία. Αλλά ούτε η Νόρα είναι αθώα, εφόσον χρησιμοποιεί τον γιατρό για να καταφέρει αυτό που θέλει. Το έργο εκφράζει μια γενικότερη φιλοσοφία που παρουσιάζεται τόσο στο πρόλογο όσο και στον επίλογο. Εκεί η ηρωίδα κοιτάει κατάματα τον θεατή και λέει «ζητάς απ’ τον ήλιο να λάμψει πιο πολύ και καίγεσαι», «τραγουδάς γιατί δεν αντέχεις τη σιωπή, χορεύεις για να γεμίσεις την ερημιά και την ακινησία». Οι έννοιες αυτές αγγίζουν το καθένα ανεξάρτητα από το επίπεδο της παιδείας του μιλώντας στις ψυχές όλων των ανθρώπων. Ανοίγοντας τα μάτια μας στο πρόβλημα του διπλανού μας, δεν αντλούμε μόνο δύναμη αλλά αντιμετωπίζουμε καλύτερα και το δικό μας πρόβλημα. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο κάθε άνθρωπος που θα έρθει στην παράσταση, θα βρει ένα κομμάτι που τον αφορά.

Είστε ευχαριστημένη από τις ελληνικές θεατρικές εκδόσεις; Τι σας λείπει;

Οι επιλογές των ελληνικών θεατρικών εκδόσεων περιορίζονται κατά κύριο λόγο στις εκδόσεις Δωδώνη, Κάκτος,Ύψιλον, Επικαιρότητα. Ειδικά για το Κουκλόσπιτο στην έρευνά μου βρήκα μόνο 2 μεταφράσεις όπου ο λόγος ήταν παρωχημένος. Το κείμενο που μας έφερε ο κ. Καμτσής έτοιμο ήταν σε καθαρό και στρωτό λόγο. Στην Ελλάδα στο θέατρο οι μεταφράσεις γίνονται κατόπιν αναθέσεων για τα καινούρια έργα. Έχω τη τύχη να μπορώ να δουλεύω με έργα από την Αμερική και από την Ισπανία στην αγγλική τους έκδοση και δε χρειάζεται να χρησιμοποιώ ελληνικές μεταφράσεις.

Διαβάζετε θέατρο ή για το θέατρο; Κάποιες εκδόσεις άξιες αναφοράςνα αναφερθούν;

Μου αρέσει να διαβάζω καινούργια θεατρικά έργα και βιβλία για την υποκριτική. Έχω μια μεγάλη βιβλιοθήκη που ανατρέχω συνέχεια. Ενδεικτικά:
Acting, The First Six Lessons by Richard Boleslavsky
On Method Acting by Edward Dwight Easty
Acting in Film by Michael Caine
The Intent to Live by Larry Moss
On the Technique of Acting by Michael Chechov

Στην Αμερική υπάρχει ένα φοβερό βιβλιοπωλείο, το Samuel French, εξαιρετικό για το θέατρο, για τον κινηματογράφο και για την τηλεόραση. Εκεί λοιπόν βρίσκω παρά πολλά έργα. Βρήκα διασκευές πάνω στη Νόρα κι έτσι διάβασα διάφορες εκδοχές. Δε σημαίνει πως μου άρεσαν όλες, έχει όμως ενδιαφέρον να βλέπεις διαφορετικές παραμέτρους. Μακάρι και στην Ελλάδα να υπήρχε ένα τέτοιο βιβλιοπωλείο.

Πότε διαβάζει ένας ηθοποιός; Αν υποθέσουμε πως μελετά τον ρόλο του και διαβάζει για το θεατρικό έργο όπου συμμετέχει, πότε μένει χρόνος να επεκταθεί αλλού;

Την εποχή που διαβάζω ένα ρόλο, δεν διαβάζω τίποτε άλλο. Ξεκινάω την έρευνά μου, ψάχνω άλλες παρουσιάσεις, σκηνοθετικές απόψεις, εντρυφώ σε φιλοσοφικές θεωρίες που αναφέρονται στο έργο, στον πολιτισμό της περιόδου, είμαι απόλυτα αποροφημένη και διοχετεύω την ενέργειά μου αποκλειστικά εκεί. Όταν οι παραστάσεις μπουν στη πορεία τους, ηρεμώ και κάνω τα διαβάσματά μου.

Το βράδυ που είδα την παράσταση η Αθήνα είχε βραχυκυκλώσει για άλλη μια φορά κι εσείς βρεθήκατε ακινητοποιημένη, μακριά από το θέατρο. Μου φάνηκε αδιανόητη η εικόνα: η Νόρα ξέμεινε στο Ζάππειο σε απόλυτα περιοριστικές συνθήκες αλλά μετά από λίγο οφείλει να αιωρηθεί πάνω στη σκηνή.

Πράγματι ήταν μια δύσκολη παράσταση για μένα, επειδή χρειάζομαι τουλάχιστον μιάμιση ώρα πριν από κάθε παράσταση για να προετοιμαστώ. Βέβαια την απόδοση ενός ρόλου ανεξάρτητα από το πόσες φορές έχει παιχτεί προσπαθώ να την έχω σε επίπεδο ακραίο. Δε μπορώ βέβαια κάθε μέρα να είμαι η ίδια. Παίζω με τα δάκρυα μου, τα συναισθήματά μου, με όλο μου το είναι.

Προηγούμενοι ρόλοι;
Στο θέατρο από τότε που ήρθα στην Ελλάδα πριν τρία χρόνια: Βερολίνο 1989, Ιστορίες μιας πόλης, από το βιβλίο του Δημήτρη Γκενεράλη, σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη, (Απλό Θέατρο, Νέα Σκηνή). Έπειτα ήρθε Το Φεγγάρι που Ματώνει, του Νίκολας Καζάν (Θέατρο Τόπος Αλλού). Και μετά ο μονόλογος, Ιφιγένεια της Ευρυπίδου, της Σοφίας Διονυσοπούλου (Θέατρο Φούρνος) που γράφτηκε επηρεασμένος από τα Δεκεμβριανά του 2008.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Ο Βασίλης Κατσικονούρης.

Σας ακολούθησε ποτέ κάποιος ρόλος σας μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ρόλοι που περισσότερο μαθαίνεις τα νέα τους είναι αυτοί που γίνονται στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, άρα ενδέχεται κάποιος να έρθει και να σου πει ότι σε είχε δει. Έναν ρόλο που έχει τελειώσει, συνήθως τον κλειδώνω, τον αφήνω, του ξεφεύγω, πάω για άλλα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με τις ίδιες δυσκολίες που βιοπορίζονται όλοι οι ηθοποιοί.

Παρουσίαση της παράστασης: εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 39. Γιώργος Χ. Θεοχάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μέλβιλ, Πάστερνακ, Στεντάλ, Γιόζεφ Ροτ, Τσβάιχ, Πόε, Χένρυ Μίλερ, Καλβίνο, Παβέζε, Λαμπεντούζα, Κάρσον ΜακΚάλερς, Φράνκ ΜακΚόρτ, Σάλιντζερ, Αχμάτοβα, Μπόρχες, Ζόρζ Περέκ, Μπενζαμέν Περέ, Σελίν, Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Θεοτόκης, Βουτυράς, Άρης Αλεξάνδρου, Μέλπω Αξιώτη, Λορεντζάτος, Ε. Χ. Γονατάς, Γιάννης Πάνου, Παπαδημητρακόπουλος, Γκόρπας, Δάλλας, Μέσκος, Γκανάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Το γεφύρι στο Δρίνο» του Ίβο Άντριτς, «Ο κόσμος του χθες» του Στέφαν Τσβάιχ, «Κοντά στην άγρια καρδιά» της Κλαρίσε Λισπέκτορ,

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ο Μπαλάφας στον Παράδεισο» του Δημοσθένη Βουτυρά, «Οι καρφίτσες» του Όμηρου Πέλλα, «Το άλλοθι» του Ντόλη Νίκβα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο νέος ποιητής Γιάννης Δούκας για την ωριμότητα της ποίησής του στο βιβλίο του «Στα μέσα σύνορα» που μόλις κυκλοφόρησε.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ετιέν στο «Ζερμινάλ» του Ζολά.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει στον χώρο της επαγγελματικής μου απασχόλησης, αλλά και σε δωμάτια ξενοδοχείων καθώς και σε κάμπινγκ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τους στίχους σας;

Σημειώνω οπουδήποτε κι αν βρεθώ, εφ’ όσον μου δοθεί το ερέθισμα, γράφω όμως, αποτελεσματικότερα, στο τραπέζι της κουζίνας του σπιτιού μου, απ’ όπου αντικρίζω την ευεργετική εικόνα της θάλασσας του Κορινθιακού, κάθε φορά που αφήνω το μολύβι για να συλλογιστώ.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω έχοντας εξασφαλίσει ησυχία, όταν όμως διεκπεραιώνω ζητήματα του περιοδικού που έχουν να κάνουν με κείμενα (διορθώσεις, αναδιάταξη της ύλης, κλπ) ακούω έλληνες συνθέτες, με πρώτη επιλογή τον Σταύρο Ξαρχάκο και ιδιαιτέρως το έργο του «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας».

Θα μας τιμήσετε με προσωπικές σας μινιατούρες παρουσίασης των βιβλίων σας;;

Η συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» εκδόθηκε από το περιοδικό Εμβόλιμον το 1990 με ποιήματα για τον έρωτα και το θάνατο καθώς και ποιήματα ποιητικής.
Η συλλογή «Αμειψισπορά» εκδόθηκε το 1996 από την Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Λεβαδείας και περιέχει ποιήματα υπαρξιακά και ποιήματα ποιητικής, ακόμη μια φορά.
Η συλλογή «Ενθύμιον» κυκλοφόρησε το 2004 στις εκδόσεις Καστανιώτη και το περιεχόμενό της έχει να κάνει με την ευεργετική τυραννία της μνήμης.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Στο τέλος του 2010 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε η συλλογή «Από μνήμης». Στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από ποιητικές πρόζες ανασυρμένες, και πάλι, από το αποθετήριο της μνήμης, μια κήδευση νεκρών από τις μικρές προσωπικές τραγωδίες που συντελέστηκαν, ως μέρος του ελληνικού τραγικού όλου, στην αγροτική περιοχή της γενέτειράς μου στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης και ποιήματα διακειμενικής συνομιλίας με έργα ποιητών.

Έχετε γράψει μόνο ποίηση; Η πεζογραφία πολεμάει καθόλου να σας πάρει με το μέρος της;

Μου είναι προσιτή η μικρή φόρμα. Ίσως στο μέλλον κατορθώσω σύντομα διηγήματα. Ωστόσο το 2010 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του βιβλιοπωλείου «Σύγχρονη Έκφραση», στη Λιβαδειά, το βιβλίο μου «Δίστομο 10 Ιουνίου 1944 – το Ολοκαύτωμα» που είναι το αποτέλεσμα έρευνάς μου δύο δεκαετιών σχετικά με το τραγικό γεγονός της Σφαγής από τους Γερμανούς στο Δίστομο της Βοιωτίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από το τέλος του 2008 είμαι συνταξιούχος του ιδιωτικού τομέα (εργάστηκα 35 χρόνια ως τεχνικός στην Μηχανολογική Συντήρηση του εργοστασίου παραγωγής αλουμίνας και αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια) και απολαμβάνω την ευτυχία που μου προσφέρει η παρούσα κυβέρνηση με την αφαίρεση δύο συντάξεων κατ’ έτος και την κατακράτηση υπέρ ΛΑΦΚΑ μηνιαίως.

Εκδίδετε το λογοτεχνικό περιοδικό Εμβόλιμον, που έφτασε ήδη τα 60 τεύχη. Θα μας διηγηθείτε σχετικά με την εν λόγω περιπέτεια; Πώς σκεφτήκατε το όνομά του;

Τον Χειμώνα του 1988 επιχειρήσαμε –μια μικρή παρέα εργαζομένων στην βιομηχανία παραγωγής αλουμινίου που κάτι γράφαμε παράλληλα με τη βιοποριστική μας ενασχόληση- να παρεμβάλουμε και την δική μας ελάχιστη παρουσία στον συνωστισμό του έντυπου λόγου.
Την συντροφιά αποτελούσαν οι: Δημήτρης Φαφούτης, Μάνια Πάσσου, Αργύρης Λιόλιος, Δημήτρης Τζουβάλης, Δημήτρης Πρωταίος, Αρσινόη Τζουβάλη, Γιώργος Θεοχάρης, καθώς και η Άννα Μαρία Καρβώνη και ο Νίκος Ατζιάρας που ανέλαβαν την ευθύνη οργάνωσης των εκδηλώσεων και την οικονομική διαχείριση.
Στα χρόνια που ακολούθησαν επήλθαν οι αναγκαίες ρήξεις και αποχωρήσεις, όπως συμβαίνει σε κάθε περιοδικό. Κάποιοι έφυγαν γιατί διαφώνησαν, κάποιοι άλλοι γιατί συνταξιοδοτήθηκαν και έπρεπε να εγκαταλείψουν την πόλη (η τραγική μας μοίρα βλέπετε: μεταναστεύσαμε από τους τόπους της καταγωγής μας όταν πιάσαμε δουλειά και με τη σύνταξη μεταναστεύουμε ακόμα μια φορά προς τις γενέτειρές μας όπου πια δεν ξέρουμε σχεδόν κανέναν).
Έτσι στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού μετείχαν συν τω χρόνω και οι: Διονύσης Βυθούλκας, Νίκος Λαμπρόπουλος, Τάκης Κοντογιάννης και Νίκος Κελέρμενος.
Στην δυτική άκρη της Βοιωτίας, στον Κόλπο της Αντίκυρας, εκείνη την εποχή συμπληρωνόταν μία 25ετία έντονης βιομηχανικής δραστηριότητας και ξέραμε πως είχε αφήσει χαρακιές και σημάδια μέσα μας, έτσι ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε εντύπως, και συνεπώς δημοσίως, ότι ο χώρος στον οποίο ζούσαμε και δουλεύαμε δεν θα έπρεπε να συστήνεται στην ελληνική κοινωνία μονάχα με την τεχνολογική του ταυτότητα και την συνεισφορά του στο Α. Ε. Π., ούτε μονάχα με την εντύπωση από τις επιδράσεις της βιομηχανίας στο περιβάλλον και τον απόηχο των εργατικών και κοινωνικών αγώνων, αλλά και με ό,τι πνευματικό είχε να δώσει, με όποιους φθόγγους Λόγου μπορούσε να συλλαβίσει, με ό,τι «άφωνο» ποδοβολούσε μέσα στις ψυχές των κατοίκων.
Ονομάσαμε το περιοδικό Εμβόλιμον ακριβώς για να σηματοδοτήσουμε την πρόθεσή μας να εμβολίσουμε την αγκυλωτικήν αγκίστρωση της μικρής μας κοινότητας στους παγετώνες της βιομηχανικής μας καθημερινότητας.

Σε τι διαφέρει το Εμβόλιμον από τα άλλα λογοτεχνικά περιοδικά; Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού τι πνευματικές τέρψεις και τι βάσανα προσφέρει;

Ξεκινήσαμε θέλοντας κατ’ αρχήν να πείσουμε τους συντοπίτες μας για την αναγκαιότητα αυτής της εκδοτικής παρουσίας, ν’ αγγίξουμε τον ψυχισμό τους. Να μην θεωρήσουν το περιοδικό ξένο σώμα και το απορρίψουν.
Αφού το κατορθώσαμε, προχωρήσαμε σε πρόσκληση και παραίνεση, με κουβέντα πολλή, σε όσους ξέραμε πως είχαν γραπτά στο συρτάρι τους και τα κρατούσαν εκεί μη θεωρώντας τα σπουδαία. Τους καλέσαμε να ‘ρθούν μαζί μας, να τα δούμε μαζί, να μετρήσουμε την ποιότητα της συγκίνησης που θα προξενήσουν στην φιλική μας ανάγνωση και όσα διαλέξουμε να πάρουν θέση στις σελίδες του περιοδικού.
Ξεκινήσαμε λοιπόν κάνοντας τη σύμβαση πως ακόμη κι αν κάποια κείμενα είχαν αδυναμίες και εξ’ αιτίας τους το επίπεδο ποιότητας της ύλης χαμήλωνε, εμείς οφείλαμε να τα δημοσιεύουμε έχοντας την πεποίθηση πως μακροπρόθεσμα η επιλογή μας θα λειτουργούσε υπέρ της γραφής, επειδή είναι σημαντικό να πείσεις έστω και έναν συντοπίτη σου να βάλει στο χαρτί τις μνήμες και τα συναισθήματά του που στριμώχτηκαν σε άφωτους, μυστικούς χώρους, που καταχωνιάστηκαν σε κλειδωμένα συρτάρια αυτοεγκλεισμού από έλλειψη αυτοπεποίθησης.
Πιστέψαμε πως όταν ακούς τη σιωπή του διπλανού σου να χλιμιντρίζει και να σκάβει με τις οπλές την περίφραξη της ατολμίας, οφείλεις να του δείξεις μία διέξοδο, εκείνη που χαράσσει η πέννα, ώστε να βγει, ν’ ανασάνει στην άπλα της έκφρασης.
Πετύχαμε εκείνο το στοίχημα. Δεκάδες δημιουργοί από τον γεωγραφικό χώρο που ορίζεται στο πολύεδρο Άμφισσα – Λαμία – Θήβα – Λειβαδιά συντάχτηκαν μαζί μας και κάποιοι συνεχίζουν, αφού όλοι τους σιγά σιγά κατάλαβαν πώς οριοθετείται η γραμμή που χωρίζει την αγαθή προαίρεση από την ποιότητα της γραφής.
Φυσικά εξασφαλίζουμε συνεργασίες από λογοτέχνες δόκιμους, όμως δεν θέσαμε αυτή την επιλογή ως προτεραιότητα.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού προσφέρει χίλιες τέρψεις κι ένα, μονάχα, μεγάλο βάσανο: το διαρκές άγχος της εξασφάλισης πόρων για την έκδοση.

Το περιοδικό εκδίδεται στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας. Στα δικά μας αυτιά αυτό ακούγεται σαν μια απρόσμενη νησίδα πνευματικής αντίστασης. Πώς ανταποκρίνεται η ευρύτερη περιοχή; Εντάσσεται στην πολιτιστική ταυτότητα της εν λόγω περιφέρειας ή απλώς τυγχάνει να εκδίδεται στο μέρος όπου ζείτε;

Εντάσσεται, αναντίρρητα, και στηρίζεται από τους φιλαναγνώστες της πόλης και της επαρχίας μας. Γύρω από το περιοδικό δραστηριοποιείται η ομάδα των «Φίλων του Λόγου», οι οποίοι βοηθούν και στις πρακτικές εργασίες που προκύπτουν, π.χ. τοποθέτηση του περιοδικού στους φακέλους προκειμένου να ταχυδρομηθεί. Υπάρχει, εξάλλου, ένας πυρήνας φίλων, πλαισιούμενος και από άλλους που εναλλάσσονται κατά περίπτωση, που σταθερά παρακολουθούν τις παρουσιάσεις βιβλίων στο εντευκτήριο του περιοδικού. Σημειώστε ότι από το 1989 μέχρι σήμερα έχουν έρθει στο εντευκτήριό μας πάνω από 250 πεζογράφοι, ποιητές, φιλόσοφοι, δοκιμιογράφοι, ζωγράφοι, μουσικοί, φωτογράφοι.
Πολύ σημαντική, υποστήριξη, υλική και οικονομική, δεχόμαστε από την εταιρεία «Αλουμίνιον της Ελλάδος», τη βιομηχανία του χώρου μας, οι υπεύθυνοι κοινωνικού απολογισμού της οποίας θεωρούν το περιοδικό στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας του χώρου. Μας παρέχει υποδομές, για τη στέγαση των γραφείων του περιοδικού και του εντευκτηρίου, για τη φιλοξενία των δημιουργών, κ. ά., καθώς και μόνιμη διαφημιστική καταχώρηση, που μπαίνει στο τέλος της ύλης, τη μοναδική, αφού είναι πολύ δύσκολο για μας να κυνηγάμε τη διαφήμιση κατεβαίνοντας στην Αθήνα.

Ασχολείστε και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν γράφω κατά παραγγελία (και φυσικά δεν αμείβομαι), αλλά επιλέγω να προσεγγίσω βιβλία και κείμενα που με άγγισαν στην πρώτη ανάγνωση, συνεπώς όχι μόνο δεν μου κλέβει συγγραφικό χρόνο αλλά είναι μία άσκηση γραφής.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Επειδή διαβάζω σε τρία επίπεδα καθημερινά (σαν ανάγνωση 3D δεν ακούγεται;!), το πρωί διαβάζω βιβλία ελλήνων λογοτεχνών για τα οποία πρέπει να μιλήσω σε δημόσιες παρουσιάσεις ή να δημοσιεύσω την εντύπωσή μου, το απόγευμα διαβάζω, αυτή την περίοδο, τις «Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ» του Σελίν και το βράδυ τα τομίδια για τον ελληνικό Εμφύλιο που επιμελήθηκε ο Παντελής Βούλγαρης και διανέμονται από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ.

Τι γράφετε τώρα;

Αυτές τις μέρες γράφω ένα κείμενο για την ποίηση του Γιώργου Σαραντάρη το οποίο θα δημοσιευθεί στο περιοδικό «Πάροδος», ένα εξαιρετικό περιοδικό της επαρχίας, που εκδίδει ο φίλος μου ποιητής Κώστας Ριζάκης στη Λαμία.

Σημ. Το περιοδικό Εμβόλιμον έχει φτάσει στο 60ό τεύχος. Τα τελευταία του τεύχη θα φιλοξενηθούν σύντομα στο Πανδοχείο.