Στο αίθριο του Πανδοχείου, 9. Κώστας Μαυρουδής

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και πρόσφατοι συγγραφείς.

Θα ήθελα να κάνω μνεία στην μεγάλη παράδοση του γαλλικού μυθιστορήματος (19ος αιώνας) και ακόμα στον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο (κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία). Δεν με συγκίνησε ποτέ η λεγόμενη νεωτερικότητα, και άλλα πιο πρόσφατα φαινόμενα (π.χ.αντιμυθιστόρημα), πείραμα που δεν πιστεύω ότι έδωσε καμιά αυθεντική τέρψη, ούτε φώτισε κρυμμένες περιοχές. Ήδη, τώρα που μιλάμε, έχει κριθεί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάζω πλέον λιγότερο (πάντα λογοτεχνία αναφοράς, μήπως και προλάβω τουλάχιστον να γνωρίσω περισσότερα έργα απ’ αυτό που αποτέλεσε τον κλασικισμό). Θα έλεγα ότι δεν έχω αξιόλογη εποπτεία και ενημέρωση για τη σύγχρονη παραγωγή, αν εξαιρέσω διάφορες λαμπρές περιπτώσεις, π.χ. τον Κλάουντιο Μάγκρις ή τον Έκο ή άλλα πρόσωπα που συναντώ τυχαία ή καθ’ υπόδειξη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και πρόσφατα βιβλία.

Θα αναγκαστώ να επαναλάβω τον εαυτό μου. Θέλω να πω ότι πάντα δείχνω τις ίδιες περιοχές, αλλά πώς αλλιώς θα μιλούσε κάποιος με συγκεκριμένες εμμονές και προτιμήσεις. Το Μαγικό Βουνό, λοιπόν, του Τόμας Μαν, Ο Γατόπαρδος του Λαμπεντούζα, Ο χθεσινός κόσμος του Τσβάιχ. Στο τελευταίο παρακολουθούμε τον γοητευτικό πνευματικό μύθο της Αυστροουγγαρίας, μιας μικρογραφίας, κατά τη γνώμη μου, του πειράματος της Ενωμένης Ευρώπης, που επιχειρείται αργά αλλά σταθερά σήμερα. Ο χθεσινός κόσμος, χωρίς να μένει προσκολλημένος στο ντοκουμέντο και τη λεπτομέρεια, μόνο με ό,τι συντήρησε η μνήμη του συγγραφέα που ζούσε εξόριστος στη Βραζιλία, δεν είναι απλώς κορυφαία μαρτυρία ιστορικών γεγονότων, αλλά σειρά μεγάλων ιμπρεσιονιστικών εικόνων. Ως τελευταία πράξη ζωής (ο Τσβάιχ αυτοκτόνησε το 1942, πριν να κυκλοφορήσει το βιβλίο), αυτή η αφήγηση ανασυνθέτει ένα περιβάλλον υψηλών αξιών και βαθιάς καλλιέργειας.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στην Στενογραφία, τελευταίο βιβλίο μου, έγραφα ότι «η μεγάλη λογοτεχνία κάνοντάς μας να γνωρίσουμε τα πάθη μακρινών και επινοημένων προσώπων, συντελεί, ώστε με την πλησμονή των αισθημάτων, των κρίσεων και των σκέψεων γι’ αυτά (την υπεραπασχόληση με τον κόσμο τους) να περιφρονούμε, δυστυχώς, την καθημερινή ζωή και τους πραγματικούς ανθρώπους γύρω μας. Με ακολουθούν, λοιπόν, για να απαντήσω στο ερώτημά σας, αρκετοί χαρακτήρες, με τη μοίρα και την εικόνα των οποίων συνομίλησα ή γοητεύθηκα. Άλλωστε, η λογοτεχνία υπάρχει γιατί η ζωή, υπολείπεται, σε τελειότητα, ενός έργου. Το τελευταίο έχει όλα τα στοιχεία που μας λείπουν. Δεν γερνάει, δεν παρέρχεται, δεν φοβάται. Θυμάμαι ότι ο Φλομπέρ, δήλωνε ζηλότυπα πως δεν ανεχόταν το γεγονός ότι θα ζει η Μποβαρί όταν ο ίδιος θα είναι σκόνη. Αργότερα, ο μοντερνισμός προσπάθησε να φέρει αυτό το δέος στο επίπεδο ενός κειμένου, έκθετου στην ερμηνεία. Η κριτική απαίτησε την ίδια σημασία με το κείμενο. Στην πιο γελοία εκδοχή, ο αναγνώστης «έγινε» συγγραφέας. Αγαπώ λοιπόν, για να επιστρέψουμε στην ερώτηση (γι’ αυτό τον θυμάμαι επαρκώς), τον νεαρό ναυπηγό Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού, που ζει την αγωνία ενός δραματικού τόπου, το μεγαλειώδες σκηνικό όπου βρίσκεται το σανατόριο «Μπέργκχοφ» στο ορεινό Davos της Ελβετίας. Όμως και όλοι οι περί αυτόν είναι σπουδαία λογοτεχνικά πρόσωπα, σύμβολα ροπών, ιδεών, πεποιθήσεων. Στο περιβάλλον τους συντίθεται μια περιοχή βαθύτατης πνευματικότητας, συνθήκη αξεδιάλυτη από την αγωνία της φθοράς και του θανάτου. «Ιστορία παλιά, σκεπασμένη ήδη από πολύτιμη ιστορική σκουριά», όπως λέει ο Μαν εισάγοντας ως ένα συντελεσμένο παρελθόν το βιβλίο. Μένω, λοιπόν, με την εντύπωση ότι σ’ αυτή την ωκεάνεια σύνθεση τα πάντα έχουν ειπωθεί (η μεταφυσική, η επιστήμη, η Ιστορία, η τέχνη, ο έρωτας). Οι σελίδες του έχουν εμψυχώσει χαρακτήρες με στάσεις και διαθέσεις, που κάνουν αυτό το τεράστιο χρονικό πραγματικά αποκαλυπτική αφήγηση.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε πάρκα, στο λεωφορείο, στο πλοίο. Η ολοκλήρωση όμως των κειμένων μου γινόταν πάντα σε απόλυτη συγκέντρωση και με αφόρητα αργούς ρυθμούς. Ασχολούμαι για χρόνια με κάθε κείμενο. Αυτό δεν το αναφέρω ως αρετή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας βασανιστικής νεύρωσης. Πιστεύω ότι πάντα έχει τη δυνατότητα να γίνει καλύτερο, συνεπέστερο με την αναζήτηση της πρώτης ιδέας. Για μένα είναι αμφίβολο αν τελειώνει ποτέ ένα έργο, κι αυτό διότι ξέρουμε ότι η πρώτη ύλη του δεν παραδίδει αμαχητί τις αντιστάσεις της αφενός, και ότι το απόλυτο ενός αισθήματος είναι τελειότητα που δεν αναπαράγεται, απλώς προσεγγίζεται, με άλλα μέσα. Στην Στενογραφία έγραφα ακριβώς αυτό, με τη μορφή του αφορισμού: «Όλα τα νοήματα είναι επιφυλακτικά με τη γλώσσα, δεν διαθέτουν όμως κανένα καλύτερο μέσον για να υπάρξουν. Ή, διαφορετικά, οι λέξεις δεν αρμόζουν ποτέ σε αυτό που θέλουν να πουν». Λυπάμαι αν θα φανούν υπερβολικά γερασμένες ή ιδεαλιστικές αυτές οι απόψεις, αλλά δεν μπορώ να δω το κείμενο ως ένα απολύτως αυτόνομο σώμα, έκθετο στις διαθέσεις της ανάγνωσης. Καταλάβαίνω, εν μέρει, εκείνον που δίνει τα αναγνωστικά του νοήματα στο κείμενο, για μένα όμως πάντα παραμένει κυρίως αυτός που πάνω του δοκιμάζεται μια πρωταρχική βούληση, μια πραγματοποιημένη ονειροπόληση του συγγραφέα. Χρήσιμο παράδειγμα, από την Στενογραφία και πάλι, ένας σύντομος φιλοπαίγμων αφορισμός: «Ο αναγνώστης είναι ένας καλοπροαίρετος βαρήκοος. Θα ακούσει και θα μεταδώσει άλλα πράγματα».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στην ποίησή μου κίνητρο είναι η αναδρομή. Η νεύρωση του παρατατικού, όπως λέω. Στα υπόλοιπα κείμενά μου, αυτά που μοιάζουν με εκτεταμένο αφορισμό και περιέχουν ιδέες και γνώμες, ελάχιστα με επισκέπτεται η αποκάλυψη. Οι ιδέες μου προκύπτουν, κυρίως, στη διάρκεια και εξ αφορμής αναγνώσεων λογοτεχνίας. Η ανάγνωση είναι μια σίγουρη μεσιτεία που μου παρέχει εναύσματα και ερεθίσματα, με τα οποία δουλεύω. Το κείμενο είναι, σ’ αυτή την περίπτωση, σαν ένα υπέροχο ταξίδι που κάναμε, και που οφείλεται στο ότι συναντηθήκαμε τυχαία με τα θέλγητρα ενός τουριστικού προσπέκτ. Να προσθέσω ότι μ’ ενδιαφέρει η «κλοπή», το «δάνειο». Το διακείμενο, όπως το λέει η Θεωρία. Μου αρέσει η χρήση ξένων μερών ή ιδεών στη σύνθεση μιας νέας κατασκευής. Είναι συνθήκη που μοιάζει με αυτή των νεότερων εποχών, οι οποίες έχτιζαν πάντα με υλικά δανεισμένα από κατασκευές αρχαίες και προγενέστερες. «Μήπως οι θαυμάσιες κολόνες της Σάντα Μαρία ντέλι Άντζελι δεν προέρχονται από τις Θέρμες του Διοκλητιανού και ο χαλκός από το Πάνθεον δεν χρησιμοποιήθηκε για τον Άγιο Πέτρο;», αναρωτιόταν σε ένα γράμμα του ο Λίστ, μιλώντας για τα καπρίτσια της Ιστορίας. Μπορώ ακόμα να προσθέσω ότι κάθε παροπλισμένο αντικείμενο, κάθε αγνοημένη ή λανθάνουσα ύλη θα επιθυμούσε να γίνει μέρος ενός καινούργιου συνόλου, να διατεθούν δηλαδή τα ξεχασμένα στοιχεία χάριν μιας νέας συνθέσεως που θα μιλήσει με τα δάνεια υλικά, θα ξαναβγεί στη ζωή ως αυτοτελής πρόταση.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Ο Χάνς Κάστορπ του Μαγικού Βουνού και ο πρίγκιπας Σαλίνα, του Γατόπαρδου. Ο πρώτος για το προσωπικό του πεπρωμένο, έτσι όπως εμφανίζεται ξαφνικά, όταν από το Αμβούργο ταξιδεύει και επισκέπτεται έναν νοσηλευόμενο εξάδελφό του στο περίφημο Davos, και ο δεύτερος για την πτώση του (αντιλαμβάνεται και βιώνει στωικά μοίρα της τάξης του, της αριστοκρατίας), την εποχή που νέα στρώματα εμφανίζονται στο προσκήνιο της Ιστορίας και αλλάζουν (τέλος του 19ου αιώνα) την εικόνα, τα αιτήματα και τις αξίες της ζωής. Βρισκόμαστε στη Σικελία του 1860. Η Ιταλία ενοποιείται. Το μεγάλο νησί του νότου έχει προσαρτηθεί και η κυβέρνηση του Τορίνο επιθυμεί να διορίσει ορισμένους επιφανείς Σικελούς ως γερουσιαστές στη βουλή του νεοπαγούς κράτους. Κάποιος αντιπρόσωπος φτάνει στο Παλέρμο για να πείσει τον γηραιό πρίγκιπα Σαλίνα να αποδεχθεί τον διορισμό. Ο περίσκεπτος και κουρασμένος αριστοκράτης απαντά με μιαν αξιοζήλευτη, στη διαύγειά της, ιστορική απαισιοδοξία σ’ εκείνους που οραματίζονται ένα νέο κράτος. «Μου μιλούσατε για μια Σικελία που της προσφέρονται τα θαυμάσια του σύγχρονου κόσμου. Εγώ βλέπω μια γριά που την τσουλάνε με αναπηρικό καροτσάκι μέσα στην παγκόσμια έκθεση του Λονδίνου, που δεν καταλαβαίνει τίποτε, που την αφήνουν αδιάφορη τα Χαλυβουργεία και λαχταράει μόνο τον ύπνο της, το μουσκεμένο από σάλια προσκεφάλι της και το δοχείο της νύχτας κάτω απ’ το κρεβάτι……». Έχω προσέξει πως ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν την ιδιότυπη περίπτωση του Λαμπεντούζα και του μοναδικού του έργου. Ο Γατόπαρδος είναι μυθιστόρημα αναφοράς κι αυτό, γιατί μιλάει για τις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές, μια ευγένεια που ο εκφραστής της θρηνεί αξιοπρεπώς, και τις τρομακτικές διαφοροποιήσεις του αιώνα των μαζών.
Να μην αγνοήσω τον Γουσταύο Άσενμπαχ, από τον Θάνατο στη Βενετία, σύμβολο θηρευτή της ομορφιάς και του απόλυτου, που στην αρχή της νουβέλας ζητάει απλώς «τέσσερις βδομάδες ανάπαυσης σε κάποιο κοσμοπολιτικό κέντρο του γελαστού νότου». Ωστόσο, απαντώντας σ’ αυτή την ερώτηση, δεν στέκομαι στο πόσο αγαπημένος είναι για μένα κάποιος λογοτεχνικός χαρακτήρας. Αυτό είναι η φυσική έλξη της γοητείας και του ρεμβασμού που ασκεί η σημαντική πεζογραφία. Νιώθω ότι η σημασία αυτού του πλασματικού κόσμου (το αναφέρω σε κάθε ευκαιρία) είναι ο απρόσβλητος, οριστικός και ακέραιος χαρακτήρας του, που στον αντίποδα της δικής μας μοίρας συνιστά απελπισμένο αντίδοτο της προσωρινότητας. Μόνον έτσι, μ’ αυτή τη σημασία, μπορούμε να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα του ιερού (στοιχείο δεν ξέρω πόσο εξωαισθητικό), που συνοδεύει τις τέχνες.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Η επίσκεψη σε γέροντα με άνοια (Κέδρος, 2001) είναι πεζόμορφη ποίηση. Ένα νέος κάνει δεκαεπτά επισκέψεις σε έναν ηλικιωμένο με άνοια. Μιλάει μαζί του, συνομιλώντας στην ουσία και με τη δική του μοίρα, με τον καθρέφτη του. Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Νεφέλη, 2000) είναι ένα ιδιότυπο οδοιπορικό, γραμμένο με κάθε είδος λόγο. Μπορείς να το πεις αφήγημα, χρονικό, ποιητική σπουδή. Ταξίδια στην Ευρώπη και παιδικές μνήμες ανακατεύονται αναδεικνύουν τον πνευματικό χαρακτήρα ενός βλέμματος. Έκανα ένα πείραμα πρόσφατα μ’ αυτό το βιβλίο. Πήρα ορισμένα κείμενά του και τα τοποθέτησα στην προσεχή, ανέκδοτη ακόμη, ποιητική μου συλλογή (Τέσσερις Εποχές). Αυτά τα κείμενα λοιπόν στάθηκαν πολύ πειστικά ως ποιήματα. Αυτό σημαίνει κάτι που γνώριζα. Ότι πίσω απ’ τα κείμενά μου και τις αναφορές τους, πίσω από έναν κόσμο συγκεκριμένων εμμονών που είναι τα βιβλία μου (ο χρόνος και το χαμένο, κάτι που μοιάζει πολύ με μεμψιμοιρία) υπάρχει η ποίηση. Κάθε προσέγγιση κατατείνει σ’ αυτήν, ακόμα κι αν μιλάει με ιδέες, με λογικούς ορισμούς. Η Στενογραφία (Κέδρος, 2006) είναι προσπάθεια να ειπωθούν αφοριστικά οι αλήθειες του συγγραφέα για τον ίδιο και τα πράγματα. Η ιστορία, η αισθητική, η γραφή, βιώματα και οράματα είναι οι περιοχές στις οποίες κινείται το βλέμμα. Ο συγγραφέας εξομολογείται και αυτοπαρωδείται («με την αυτοπαρώδηση», λέει ο Σιοράν, «μειώνουμε πολύ τις ήττες μας, μπορούμε εν τέλει να τις απολαμβάνουμε».) Όλα αυτά, με το στοίχημα τα βιώματα να γίνουν ύφος και στιλ, που είναι η πειθώ της αλήθειας μας και της αλήθειας της γραφής. Η ζωή με εχθρούς (Μελάνι, 2009) κυκλοφορεί τώρα. Είναι συγκέντρωση κειμένων τα οποία εμφανίστηκαν ως εντυπώσεις, κριτικές ή δοκίμια, θέλοντας όμως να έχουν το χαρακτήρα της δημιουργικής γραφής, κι ακόμα να παρατηρήσουν και να σχολιάσουν αποκαλύπτοντας και φωτίζοντας τα αντικείμενά τους . Είναι ένα βιβλίο με μαρτυρίες βιωματικής ζωής μέσα από διάφορα είδη λόγου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Δυστυχώς, κυρίως δικά μου ποιήματα και διηγήματα, που δεν τολμώ να πιστέψω πως τελειώνουν, πως είναι έτοιμα, και κλωθογυρίζω γύρω απ’ αυτά εδώ και πολύ καιρό, ανασφαλής και αβέβαιος. Εδώ κι εκεί βλέπω, κάποτε και τα ποιητικά βιβλία που μου στέλνουν. Τα περισσότερα (με το βάρος, δυστυχώς, ενός λόγου που δεν μεταλλάσσεται και με την αδυναμία παραγωγής κάποιου πειστικού μικρόκοσμου) αρνούνται να απογειωθούν, και άλλα βουίζουν σε χαμηλή πτήση. Τέλος, σπανιότερα, εμφανίζεται διακριτό και αναγνωρίσιμο το αξιοσημείωτο.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, είναι καθαρό εμπόδιο. Με εκφράζει κι εδώ ο 19ος αιώνας. Μετά τη διάλυση της μορφής, όπως την ξέρουμε, ακούω μετά βίας τους εξαρθρωμένους ήχους. Όπως ένας γάλλος τεχνοκριτικός έλεγε για τη ζωγραφική (στις αρχές του αιώνα) στον γιό του «Πρόσεξε, μέχρι τον Σεζάν, μην προχωρείς πιο πέρα», έτσι μου λέει και ο εαυτός μου: «Μέχρι τον πρώιμο Ντεμπισί, μετά συμβαίνουν άλλα πράγματα που δεν με αφορούν και δεν τα αγγίζω».

Τι γράφετε τώρα;

Για την ακρίβεια δεν γράφω. Διορθώνω, τελειοποιώ, αναδιοργανώνω (δεν ξέρω με πόση επιτυχία, για ορισμένα κείμενα είμαι ικανοποιημένος, αλλού δεν μου βγαίνει και το παλεύω).Τα διηγήματα είναι ιστορίες από τη δεκαετία του ’50 και η ποίηση (έχει τίτλο Τέσσερις Εποχές) είναι αφηγηματικά ποιήματα που έχουν συγκεκριμένο θέμα, δεν ομφαλοσκοπούν και δεν ασχολούνται ναρκισσιστικά με τον εαυτό τους ως γλωσσική αυτοαναφορά. Γενικά μιλώντας τώρα, πιστεύω πως δεν υπάρχει μεγάλο κείμενο αν δεν υπάρχει μεγάλο θέμα. Ο υπέροχος κατηχητικός λόγος, π.χ., του Χρυσοστόμου («Πού σου το νίκος Άδη…») έχει απέναντί του την κορυφαία ανθρώπινη αγωνία, τον θάνατο, και τη βαθιά νοσταλγία της αθανασίας. Όταν κανείς ενηλικιώνεται φιλοδοξεί, ή σ’ αυτό θα πρέπει να κατατείνει, να συνομιλήσει με τα μεγάλα ζητήματα της ζωής. Στα νιάτα μας, με τον ναρκισσισμό και την αφέλεια μιας άψαχτης δύναμης, νομίζαμε ότι αρκούσε να υμνήσουμε ένα κορίτσι ή να αμπελοφιλοσοφήσουμε για τον ουρανό. Μπροστά σ’ ένα έργο, σκέπτομαι, πρέπει να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα ισχυρό, να νιώθει κανείς την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό ενός ανυποψίαστου, ενός πρωτόγονου, που βλέπει για πρώτη φορά τον εαυτό του στον καθρέφτη. Τα χρόνια πέρασαν. Όλα είναι πολύ απαιτητικά πια, γι’ αυτό πολύ δύσκολα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν.

Όχι σπουδαία πράγματα, διάλογος με την επικαιρική πρόκληση, συχνά δοκισοσοφία, λόγος, φυσικά, χωρίς την προοπτική που αναγνωρίζουμε στο απαιτητικό δημιουργικό κείμενο. Διακρίνεται αμέσως από την έκφραση που έχει πίσω της μια προφανή στοχαστική αγωγή. Συναντιόμαστε συχνά με τον κοινό τόπο, που με μικρό φορτίο και χωρίς αξιώσεις, έχει τη βεβαιότητα ότι θα κριθεί με συγκατάβαση. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, αλλά είναι λίγες για να διαμορφώσουν εικόνα. Κυριαρχεί η μέτρια πανσπερμία, οι αγαθές προθέσεις, συχνά ο στόμφος, η ιδεολογική μονομέρεια, και προκειμένου για τις σελίδες κριτικής, η απόλυτη γενναιοδωρία και εξίσωση των πάντων. Γενικολογώ, αλλά αυτό το τελευταίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη παθογένεια των ηθών μας. Τα αδιαφοροποίητα κριτήρια, η έλλειψη κλίμακας μεγεθών. Μια συγκαταβατική δημοκρατία όπου τα νεοελληνικά αντιμετωπίζονται με το φόβο μήπως παρεξηγήσουν ή παρεξηγηθούν.

Δημοσίευση και εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 8. Γιώργος Ρωμανός

Αγαπημένοι σας διαχρονικοί και πρόσφατοι συγγραφείς.

Δεν μπορώ να μιλήσω για λογοτεχνία χωρίς αναφορά στον Όμηρο και τον Ηρόδοτο. Ακόμα και στο τελευταίο τεύχος ,23, της Πανδώρας δημοσίευσα, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα, τους 100 πρώτους στίχους της Ιλιάδος. Κι αν ο Όμηρος είναι ο πατέρας του μυθιστορήματος, μέσω της ποιητικής, της ποίησης και της προσωδίας του πεζού λόγου, ο Ηρόδοτος και οι ιστορίες του, πιστεύω ότι είναι ο πατέρας του διηγήματος. Κι αυτό που θεωρώ αξεπέραστο, σ’ αυτές τις ιστορίες, είναι η δύναμη της αφήγησης όσο και η αφηγηματική συμπύκνωση στο ουσιαστικό, που έτσι γίνεται συγκλονιστικό.

Από κει και πέρα, τα τελευταία χρόνια, τόσο λόγω μεγάλης αγάπης αλλά και ουσιαστικό καθήκον διαρκούς μελέτης ξαναδιάβασα: Θερβάντες, Μέλβιλ, Τζόυς, Γουλφ, Προυστ, Μαν, Ντοστογιέφσκι, Κόνραντ, και, λόγω του ότι δεν ξεχνώ ποτέ το διήγημα από το οποίο προέρχομαι, ξανά, Τσέχωφ και Παπαδιαμάντη. Η ενασχόλησή μου, με όλους, ξεφεύγει από τα όρια της απλής αναγνωστικής απόλαυσης. Τους θεωρώ εργαλεία σκέψης, τέχνης και τεχνικής, σε μια διαδικασία διαρκούς ωρίμανσης και δικής μου μετάπλασης.

Από τους σύγχρονους ξεχωρίζω τον Μπαρίκο ενώ παρακολουθώ επί χρόνια τους συγγραφείς που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τα βραβεία Μπούκερ, (Γιαν ΜακΓιούαν κ.α.) έστω κι αν μερικές φορές έχω έντονες διαφωνίες με θέματα της τεχνικής τους.
Ειδικότερα, από τους Έλληνες, ολοκλήρωσα πρόσφατα ένα μέρος συστηματικής μου μελέτης στον Παπαδιαμάντη, με την μορφή εκτεταμένου δοκιμίου με άγνωστες μέχρι τώρα παραμέτρους και στοιχεία, το οποίο θα δημοσιεύσω σύντομα.

Φυσικά, στον άξονα αγάπης–αντιπάθειας προσπαθώ πολύ να βρω και σύγχρονους νεοέλληνες. Αλλά αυτό που μου μένει είναι μόνο κάποιοι παράγραφοι από μερικά βιβλία τους. Όχι ολόκληρα τα βιβλία. Ωστόσο, για λόγους ενημέρωσης διαβάζω επώδυνα, ο,τιδήποτε πρόσφατο νεοελληνικό υποθέτω πως έχει ενδιαφέρον, έστω και για να μαθαίνω τι φερετζέ φοράει κάθε φορά η εμπορικότητα.

Αγαπημένα σας διαχρονικά και πρόσφατα βιβλία.

Θα ’θελα να προσεγγίσω τον πυρήνα της ερώτησή σας, την ουσία της δηλαδή, και να απαντήσω στο πώς διαβάζω και παράλληλα να πω δυο λόγια για την ανάγνωση. Δεν διαβάζω, όπως λένε, για την αναγνωστική απόλαυση και μόνο. Αλλά διαβάζω πολύ, πολλά και συνεχώς με έναν συστηματικό τρόπο. Έτσι, κατ’ οικονομία θα αναφερθώ μόνο σε κάποια δείγματα ανάγνωσής μου, γιατί για μένα το διάβασμα είναι μια λειτουργία εξόχως συνθετική. Δηλαδή, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί να θυμηθώ ξανά το πώς ο Χεμινγουέι στήνει την πλοκή σε σχέση με τον χρόνο και τις αιτιακές σχέσεις και γι’ αυτό να ξαναδιαβάσω το, Ο γέρος και η θάλασσα, και, π.χ., να θέλω να το συγκρίνω με τα όσα, αντιστοίχως από πλευράς τεχνικής, συμβαίνουν στο Όσα παίρνει ο άνεμος. Και μιλώ επίτηδες για δύο πολύ μεγάλα best sellers, παγκοσμίως, γιατί παράγουν αναγνωστικά συμπεράσματα προς πολλές κατευθύνσεις.

Γενικά, βρίσκομαι στο απόλυτα αντίθετο άκρο με το σύνολο των σημερινών κριτικών και αναγνωστών που διαβάζουν σε ένα βιβλίο μόνο την κοινωνική διάσταση της υπόθεσής του και αγνοούν (από άγνοια ή και ανικανότητα) όλα τα άλλα, που αποτελούν αναγνωστικά και λογοτεχνικά κριτήρια, τα οποία αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι. Στην εποχή μας και στη μονοδιάστατη αγοραία λογοτεχνία των νεαντερταλικής ικανότητας αφηγητών, πού ακούστηκε να ισχύουν στην πεζογραφία κριτήρια λογοτεχνικότητας, ποιητικής, ποίησης, γλώσσας και ήχων μέσα, το τονίζω αυτό, στον πεζό λόγο ενός μυθιστορήματος. Το να θέτει κανείς τέτοια κριτήρια ανάγνωσης σήμερα είναι σα να μιλάει για πράγματα που ανήκουν σε άλλο γαλαξία.

Κατά τα άλλα, θα αναφέρω κάποια δείγματα, όπως είπα και μόνο, βιβλίων που με απασχολούν διαχρονικά: Μόμπυ Ντικ, του Μέλβιλ, Οδυσσέας, Δουβλινέζοι του Τζόυς, το Στο Φάρο, της Β. Γουλφ, το Έρωτας στη Βενετία, του Μαν, το Φως τον Αύγουστο, του Φόκνερ, το Η γραμμή της σκιάς, του Κόνραντ, η …μικρή Ερέντιρα, του Μαρκές, το Υδατογράφημα, του Μπρόντσκι, η Ταυτότητα, του Κούντερα, το Νησί της προηγούμενης ημέρας, του Έκο, και, το σχετικά πρόσφατο, του Μπαρίκο, Χωρίς Αίμα. Γι’ αυτό το τελευταίο, παρόλο που δεν έχει την ποίηση που υπάρχει στο Μετάξι, η κριτική θα χρειαστεί χρόνια ακόμα για να καταλάβει την μεγάλη σημασία των δύο μερών αυτού του έργου που, από πλευράς τεχνικής, κάνει ματ… με δύο κινήσεις. Δύο, όπως τα κεφάλαιά του. Γιατί κάποιες φόρμες καθίστανται αυτόματα κλασικές, άλλο αν παίρνει χρόνια για να το καταλάβουν αυτό κάποιοι.

Από τους Έλληνες, για μένα έχει διαχρονικό χαρακτήρα ο Παπαδιαμάντης, κι έτσι επανέρχομαι με όλο και πιο απαιτητικούς αναγνωστικούς κύκλους, αλλά και γραπτή μελέτη, στη Φόνισσα και σε διηγήματα όπως στο Έρωτας στα χιόνια, Έρωτας στο κύμα και πολλά άλλα. Τα κριτήριά μου συγκροτούνται πάντοτε πάνω στην ενδιάθετη, πηγαία και τελικά αξεπέραστη μαστοριά του Σκιαθίτη συγγραφέα. Για τους ίδιους λόγους ξεχωρίζω τον Αιχμάλωτο, του Στρατή Δούκα, τους Κεκαρμένους, του Ν. Κάσδαγλη, το Φύλλο το Πηγάδι και τ’ Αγγέλιασμα, του Βασιλικού, τις Αγελάδες, και το Βάραθρο, του Ε. Χ. Γονατά, κ.α.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πάμπολλα του Τσέχωφ, θεωρώ αντιπροσωπευτική τη συλλογή του, Η αγάπη και 32 άλλα διηγήματα, από τις εκδόσεις της Εστίας, και όπως ήδη προανέφερα τα του Παπαδιαμάντη και του Ε. Χ. Γονατά.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η μαύρη αλήθεια είναι πως τα πρόσωπα, οι «ήρωές» μου όπως λέτε, ζωντανεύουν…, αλλά πώς; Κάποια υπαρκτά πρόσωπα της ζωής, αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, στους «ήρωες», των βιβλίων μου και μ’ αυτή την έννοια με ακολουθούν… για να με πείσουν πως ήμουν είτε πολύ αυστηρός μαζί τους είτε άδικος. Παράλληλα βέβαια, οι τροποποιημένοι ως προς την πραγματικότητα χαρακτήρες που επινοώ με ακολουθούν, όσο καιρό γράφω μια μυθοπλασία, αλλά και χρόνια μετά, γιατί συνηθίζω να εξελίσσω ή να αλλάζω ακόμη και τελείως τους χαρακτήρες μου από βιβλίο σε βιβλίο. Είναι ένας απόλυτα υπαρκτός κόσμος μου που ζω μέσα του και ακολουθώ εγώ τους χαρακτήρες που επινοώ.

Δυστυχώς, πολλοί αναγνώστες έχουν την τάση να νομίζουν πως τα πάντα στη λογοτεχνία είναι αυτοβιογραφικά, κάτι σαν ρεπορτάζ ή μια απόλυτα ρεαλιστική ιστορία. Και μάλιστα στην Ελλάδα όπου, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί ιδιαίτερη βαλκανική μικρόνοια του να γράφουν κάποιοι συνεχώς για το χωριό, τους χωριανούς τους, τους φίλους, τη γειτονιά τους. Το διαβόητο θέμα δηλαδή της ιθαγένειας και της εντοπιότητας. Νομίζουν πως έτσι «ξαναγράφουν» την Ιστορία του τόπου από τη δική τους καθαρά υποκειμενική σκοπιά, ενώ αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να βγάλουν εαυτόν δικαιωμένο, με κάθε τρόπο, και να υπηρετήσουν τις κοινωνικές και κομματικές δομές που ανήκουν. Τι σχέση έχουν αυτά τα εφημεριδικά ιδιοτελή με τη λογοτεχνικότητα και τη λογοτεχνία;

Διαφωνώ, λοιπόν, επειδή είμαι αυτός που έθεσα σε δοκίμιό μου για πρώτη φορά την έννοια του «Ετεροβιώματος» ως συστηματική αξία συγγραφής, θέσης και τεχνικής και όχι ως εντελώς περιορισμένης χρήσης θεωρητικό όρο. Οι αναγνώστες πρέπει να καταλάβουν πως ο συγγραφέας κινείται σε ένα χώρο λογοτεχνικής ανανοηματοδότησης (πρώτη μέγιστη αξία) της πραγματικότητας και για να είναι πειστικός (δεύτερη μέγιστη αξία) οφείλει να είναι άτεγκτος με τα της ζωής, που όσο πιο ακραία και ποιητικά τα εμπλουτίζει τόσο καλύτερα για το βιβλίο που γράφει. Ο χαρακτήρας της ζωής, το πραγματικό πρόσωπο, που τροφοδοτεί ως ένα σημείο και μόνο έναν χαρακτήρα μιας μυθοπλασίας, πρέπει να ξέρει πως κάποια στιγμή ο συγγραφέας δεν θα του χαριστεί. Κι αν χρειαστεί, μεταφορικά, θα τον σφάξει στο γόνατο, γιατί αυτό επιβάλλει η λειτουργικότητα του κειμένου. Κι αυτή η λειτουργικότητα είναι ένας από τους πρωτεύοντες ηθικούς κανόνες σε ένα βιβλίο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ανήκω σε αυτούς που διαλέγονται με τα πρόσωπα της μυθοπλασίας τους κυριολεκτικά παντού. Γράφω με όλα τα μέσα, πολύ με μολύβι και πέννα μελάνης, ενώ δουλεύω στα κομπιούτερς, με όλα τα προγράμματα γραφής και σελιδοποίησης λόγω Πανδώρας, και φυσικά γράφω μυθοπλασία απευθείας στην οθόνη. Έχω σημειωματάρια δίπλα στο μαξιλάρι μου και σε διάφορα σημεία του σπιτιού και του εργαστηρίου μου. Ακόμη, μπορεί να με δείτε να γράφω όρθιος σε πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, στα χαρτάκια που κουβαλώ γι’ αυτό το σκοπό πάντοτε μαζί μου. Ξέρω πια να ξεχωρίζω πότε μια ιδέα είναι δυνατή και χρειάζεται άμεση καταγραφή. Νύχτα μέρα κουβαλάω στο μυαλό μου την εκάστοτε ιστορία που γράφω. Μια καλή σκηνή μπορεί να προκύψει οποτεδήποτε. Έτσι, έχω γράψει και γράφω παντού, οποιαδήποτε ώρα και δεν ξεχωρίζω τόπους διαμονής, αν είμαι σε διακοπές ή στο εργαστήριό μου, αν ταξιδεύω με αεροπλάνο, αυτοκίνητο ή τρένο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πρώτα, συλλαμβάνω έναν κεντρικό πυρήνα μιας ιδέας που αποτελεί και την λογοτεχνική μου Θέση / άποψη. Πάντοτε κάτι με ενδιαφέρει κυρίαρχα. Πιστεύω πως εάν ο συγγραφέας δεν μπορεί να εκφράσει σε μία σύντομη παράγραφο την Θέση του, για ένα μυθιστόρημα 300 ή και 700 σελίδων, τότε έχει αποτύχει. Δεν μπορείς να έχεις πολλαπλές και αλληλοαναιρούμενες θέσεις μέσα στο ίδιο κείμενο. Δεν μπορείς να έχεις φυγή ιδεών που δεν στοχεύουν πουθενά. Είναι αφελείς οι ατάλαντοι που νόμισαν πως μεταμοντερνισμός στη γραφή χρησιμεύει για συγκάλυψη ανυπαρξίας ταλέντου και τεχνικής. Η συρραφή εξωδιηγητικών στοιχείων και η συν – παράθεσή τους με αδύναμες αφηγηματικές γέφυρες δεν παράγουν αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Αφηγητής δεν γίνεσαι, γεννιέσαι, ενώ, και χωρίς τεχνική κατάρτιση και αυτεπίγνωση πάλι δεν μπορείς να πας μακριά…

Έτσι, ξεκινώ να γράφω πάντοτε με γνώμονα μια κεντρική ιδέα που την εμπλουτίζω συνθετικά. Συνήθως αποτυπώνω μια σπονδυλωτή διάταξη γεγονότων / κεφαλαίων αλλά ξέρω ανά πάσα στιγμή τι θέλω να κάνω με αυτά. Στην πορεία, οι διορθώσεις και οι ανακατατάξεις είναι συνεχείς και εξαντλητικές.

Γενικά, μ’ αρέσει να πειραματίζομαι σε μορφή και περιεχόμενο, με στόχο το πιο δυνατό κείμενο. Γράφω πεζογραφία κατ’ οικονομία, όπως θα έκανε ένας ποιητής. Και δεν εννοώ μόνο το διαβόητο πια «νόημα» μιας ιστορίας και την αφήγησή της, αλλά κυρίως τη γλώσσα και την τεχνική του κειμένου. Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, απογειώνει κυρίως ένα κείμενο είναι η δουλειά στο περιεχόμενο και σε γλώσσα, ποιητική και ποίηση που προβάλλει από τον πεζό λόγο. Αυτά είναι τα σημαντικά και όλα τα άλλα έπονται, ακόμη και το θέμα. Δεν υπάρχει καλό κείμενο χωρίς καλό συντακτικό, ροή, συνηχήσεις κ.λπ. Γιατί κάθε ιστορία, έννοια, λέξη, όλα, έχουν τα όριά τους. Δεν μπορείς να τραβάς τα πράγματα σα λάστιχο για να γεμίζεις σελίδες ή, δήθεν, να καταγγέλλεις με έναν αναίσθητο γλωσσικά λόγο. Η γλώσσα αποτελείται από μικρά σύνολα μορφών, σπονδύλους φθόγγων και ήχων που, σε ενδολεκτικό επίπεδο, παίζουν συγκεκριμένο όσο και καταλυτικό ρόλο.

Το ότι κάποιοι γράφουν ή εξακολουθούν να γράφουν «ευπώλητα» δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά αυτό που σήμαινε και μια μπαγιάτικη εφημερίδα, δηλαδή, μία που εκδόθηκε πριν πολλές μέρες. Καθίσταται αδιάφορη λόγω παρέλευσης του εφήμερου.

Πασχίζω, λοιπόν, για την οργανικότητα και τη λογοτεχνικότητα (δυο αξεπέραστες έννοιες) στα κείμενά μου και, όπως λένε οι κριτικές που μου έχουν γίνει, αυτές με καθόριζαν από το ξεκίνημά μου. Οι ιδέες μου πάντοτε ξεκινούν από έναν καθαρά ποιητικό χώρο και, ανάλογα με τις ανάγκες του πεζού κειμένου μου, επεκτείνονται, αναπτύσσονται.
Συμπερασματικά, για να απαντήσω ακριβώς στη διατύπωση της ερώτησής σας, αλίμονο στον πεζογράφο που δεν «παγιδεύει» ή δεν εντοπίζει τις ιδέες του στον χώρο της ποίησης που θέλει να γίνει πεζογραφία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας;

Επί 32 χρόνια, δηλαδή από το πρώτο μου βιβλίο, το 1977, μέχρι σήμερα ο βασικός χαρακτήρας στα βιβλία μου είναι ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Κατά καιρούς έχω δείξει προτίμηση στον ερωτευμένο άνθρωπο, ιδιαίτερα στις γυναίκες, αλλά και στους παραβατικούς χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες. Μια άλλη κατηγορία χαρακτήρων μου, κυρίως σε διηγήματα, είναι αυτή των παιδιών.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Θα ήθελα να αναφερθώ στο πρώτο μου βιβλίο, ο Αλέξανδρος και άλλα διηγήματα, εκδόσεις Πρόσπερος, 1977. Σ’ αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα αυτό που είπα πιο πάνω, δηλαδή, ο «γυμνός» άνθρωπος με τα πάθη του. Ο ερωτικός άνθρωπος που μέσα από τον έρωτα νικάει και αγνοεί τον θάνατο, θεοποιεί την ύπαρξη. Η ίδια γραμμή υπάρχει και στο Μικρούτσικο δόντι, διηγήματα εκδόσεις Μπιλιέτο, 1997. Στο Το μαλλί της γριάς, διηγήματα, εκδ. Εκπαιδευτική Κοινότητα, 2000, το επίκεντρο είναι ο κόσμος των παιδιών ένας κόσμος τρυφερός, αλλά και σχεδόν πρωτόγονα σκληρός. Στο Κατακόκκινο …σχεδόν θηλυκό, διηγήματα, εκδόσεις Ίνδικτος, 2000, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο με επικρατούσα τη μορφή του θηλυκού, της γυναίκας. Στα Δέκα ροκ κι ένα μπλουζ για τρεις, διηγήματα, Μεταίχμιο 2004, αναπτύσσονται ακραίες ιστορίες παραβατικών χαρακτήρων και σκληρές καταστάσεις γύρω από το έρωτα και το θάνατο.

Το τελευταίο μου βιβλίο, Καζαμπλάνκα καφέ, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2008, αποτελεί φαινομενικά μια ερωτική ιστορία που κινείται στο πεδίο της πάλης έρωτα και θανάτου, αλλά είναι φανερή η φιλοσοφική διάσταση του πράγματος που οδηγεί σε απρόβλεπτες καταστάσεις. Αδικώ όμως μου τα βιβλία μου όταν μιλώ γι’ αυτά αναφέροντας μόνο τα θέματά τους, γιατί το κυρίαρχο ζήτημα σε όλα είναι η λογοτεχνικότητα, η γλώσσα, οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ακούω πολλά και, ως παλιός Ραδιοπειρατής, έχω τη δική μου ιστορία με το θέμα. Ροκ, λοιπόν κατ’ αρχήν, αλλά και Σόουλ μιούζικ, Τζαζ, από Θελόνιους Μονκ και μετά, Τζάνγκο Ράινχαρτ, καθώς και μια τεράστια συλλογή κλασικής μουσικής. Όλα, ανάλογα με τα φεγγάρια και το μεράκι του καιρού. Και φυσικά, πότε πότε και λαϊκά από Τσιτσάνη, Χιώτη, Καζαντζίδη μέχρι Σπύρο Ζαγοραίο, και Ευσταθίου. Το συναίσθημα αυτού που γράφω με καθορίζει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Απολαμβάνω την στοχευμένη και συστηματική ανάγνωση βιβλίων που με τροφοδοτούν με στοιχεία ή ερεθίσματα γι’ αυτό που γράφω κάθε φορά. Διαβάζω, λοιπόν, μεγάλο αριθμό σελίδων κάθε μέρα. Έτσι, τώρα ολοκληρώνω την ανάγνωση των δύο τελευταίων βιβλίων, από 28 μικρά και μεγάλα, που ξεκίνησα να διαβάζω εδώ και δύο χρόνια. Αφορούν στη Θεσσαλονίκη και τους Έλληνες Εβραίους συμπατριώτες μου, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από την πόλη και αφανίστηκαν στα κρεματόρια και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τι γράφετε τώρα;
Το ανέφερα νομίζω ήδη, έμμεσα. Ένα μυθιστόρημα που αφορά στην πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη και τους συμπατριώτες μου, κατά την κατοχή και μεταπολεμικά. Στην πιο δύσκολη, τουλάχιστον ηθικά, περίοδο του προηγούμενου αιώνα για την πόλη. Θέλω να ελπίζω πως το γράφω με έναν τρόπο που θα βγάλει ενδιαφέροντα πράγματα στην επιφάνεια τόσο από πλευράς λογοτεχνικής τεχνικής όσο και επώδυνα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Πράγματα, που κατά τη γνώμη μου όσο τα αποκαλύπτουμε τόσο και αυξάνουν οι ελπίδες να γίνουμε καλύτεροι. Όλα αυτά όμως, δεν έχουν χαρακτήρα ιστορικής εργασίας, καταγγελτισμού ή στο να ξαναγραφεί η ιστορία. Αν και εξαντλώ κάθε στοιχείο από πλευρά ιστορικής και πραγματολογικής αξιοπιστίας. Τα πάντα, για μένα καταξιώνονται κυρίως όταν στηθούν αξιόπιστοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες και καταστάσεις, και η ποίηση του πεζογραφικού κειμένου ξεπεράσει τα γεγονότα ανανοηματοδοτώντας τα. Το ψεύδος της γραφής πρώτα είναι η κακή λογοτεχνία και αμέσως μετά το ιστορικό ψεύδος.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το μυθιστόρημα, Καζαμπλάνκα Καφέ, είναι το τελευταίο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε από της εκδόσεις Άγκυρα, τις τελευταίες ημέρες του 2008. Μέσα σε λίγους μήνες, που ήδη εξαντλείται η πρώτη έκδοσή του, έχει συγκεντρώσει περισσότερες από δέκα εκτεταμένες κριτικές που σχεδόν όλες υπάρχουν στο διαδίκτυο, ενώ γράφονται συνεχώς κι άλλες και ετοιμάζεται σχετικό αφιέρωμα σε γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό. Το βιβλίο αυτό, που έπαιξε τον ρόλο του στο να μου απονεμηθεί εφέτος, 2009, το Βραβείο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας, παρουσιάστηκε σε τέσσερις εκδηλώσεις με διαφορετικούς ομιλητές σε Αθήνα, Χολαργό, Θεσσαλονίκη και σε λίγες μέρες, σε μία πέμπτη, στην Πάτρα. Στην Θεσσαλονίκη παρουσιάστηκε δύο φορές, και η μία έγινε στις 30.5.09, στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου, σε εκδήλωση στην αίθουσα Γιάννη Ρίτσου.

Η κινητικότητα και η αποδοχή που συνάντησε αυτό το βιβλίο μου έχει για μένα ιδιαίτερη σημασία γιατί δεν έχω κάνει την παραμικρή παραχώρηση από πλευράς ποιότητας πεζού λόγου. Τέλος, θέλω να αναφέρω πως η υπόθεση του μυθιστορήματος δεν έχει χαρακτήρα κάποιας ιστορικής εντοπιότητας αλλά κινείται σε έναν διεθνή χώρο, από την Μεσόγειο στη Νέα Ζηλανδία, μέσω Ινδίας, Σουμάτρας κ.λπ. Αυτή, η σε πρώτο επίπεδο ερωτική ιστορία που κινείται ανάμεσα στη σύγκρουση του έρωτα και του θανάτου, είναι εμπλουτισμένη με χαρακτήρες και πρόσωπα πολλών εθνικοτήτων που με τη σειρά του δημιουργούν μια ποικιλία δραματικών καταστάσεων με απρόβλεπτο τέλος. Θεωρώ περιττό να αναφέρω ξανά πως η γλώσσα και η λογοτεχνικότητα είναι, για μένα, οι δύο ουσιαστικές πρωταγωνίστριες του βιβλίου μου.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.