Lorrie Moore – Η πόρτα στη σκάλα

ex_LORI MOORE_EKDOSEIS_POLIS

Ο μοντέρνος υπόγειος ρατσισμός

Δεν είχα ιδέα πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σ’ αυτή την πόλη. Στο Ντέλακρος, ναι, ίσως – αν και ούτε εκεί άκουσα ποτέ να συνέβη – αλλά εδώ; Το εδώ ήταν τόσο περήφανο για τον εαυτό του. Το εδώ ήταν τόσο προοδευτικό, παράδειγμα προς μίμηση. Το εδώ ήταν τόσο απαρέγκλιτα αριστερίζον. Το εδώ ήταν τόσο – τόσο λευκό. Το μόνο χρώμα που ήξεραν εδώ πέρα ήταν το τοπικό χρώμα, που το χρησιμοποιούσαν για λόγος καμουφλάζ και βολής. Αν εδώ ήταν Σολτ Λέικ Σίτι, ήξερα πως οι μισοί κάτοικοι  ευχαρίστως θα γίνονταν μορμόνοι. Αντ’ αυτού όμως, πνιγμένοι μέσα στο περί δικαίου αίσθημα και στην αυταρέσκεια και στην απόλυτη ομοιομορφία, ήταν όλοι τους μέλη της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών. [σ. 202]

Μια από τις βαθύτερες εκπλήξεις που μπορεί να νιώσει κανείς είναι η εμφάνιση του ρατσισμού ακριβώς στο περιβάλλον που όχι απλώς δείχνει να τον έχει ξεπεράσει αλλά και να διατείνεται το αυτονόητο της ελευθερίας και του δικαίου. Αλλά μέχρι να φτάσει στην πρώτη στη σειρά πολλών έκπληξή της η ηρωίδα, έχει διανύσει ήδη διπλό δρόμο. Πρώτα παρατηρώντας τον μοντέρνο αμερικανικό κόσμο έξω από το «παράθυρό» της – αρχικά με τρυφερές παρατηρήσεις, στην πορεία με έκπληκτες διαπιστώσεις και στο τέλος με τραγικές συνειδητοποιήσεις – και ύστερα βγαίνοντας στον κόσμο, μέσω της αναγκαστικής αναζήτησης εργασίας, και σύντομα ως αναπόδραστα εμπλεκόμενη με μια δίχρονη αφροαμερικανή.

LON119932Όλα αυτά τα στάδια της πορείας της μας τα διηγείται αυτό(πρωτο)προσώπως η εικοσάχρονη φοιτήτρια Τάσι, καθώς αναλαμβάνει μπέιμπι σίτερ της μικρής μιγάδας που υιοθετεί ένα ζεύγος λευκών μεσοαστών. Αλλά εδώ είναι η πρώτη ενδιαφέρουσα επιλογή της συγγραφέως: μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου η ηρωίδα πλέκει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της (και το νέο αγροτικό – βιολογικό – οικολογικό της τοπίο), των σπουδών της (σε ένα κολέγιο που προσφέρει μαθήματα μιας τεράστιας και γελοίας επιδερμικότητας και εξειδίκευσης μαζί), των μοναχικών περιπλανήσεών της, της επιθυμίας της να ζήσει την αναμενόμενη ζωή στην πόλη, με όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές ηδονές, του αμήχανου έρωτά της με τον Βραζιλιάνο συμφοιτητή της και πίσω πάλι στο περιβάλλον όπου μεγάλωσε, όπου…

Στην αρχή υπήρχε η προσδοκία πως θα έρχονταν άνθρωποι από όλη τη χώρα και θα κατασκήνωναν στην ύπαιθρο και θα έμεναν εδώ ελπίζοντας να δουν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους που μπορεί να εμφανίζονταν στους σταθμούς αναψυχής των αυτοκινητοδρόμων ή στα χωράφια έξω από την πόλη. Η εμπορική έκρηξη και η δημοσιότητα δεν κράτησε ούτε ένα χρ0d2de4f3c3720bfae4cdaf9fd844571cόνο και μετά χάθηκε, σαν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους. Έλεγαν πως το δημοτικό συμβούλιο μάζεψε τα πάντα, τα φόρτωσε σ’ έναν πύραυλο και τα ξανάστειλε πίσω στον πλανήτη τους, αφήνοντας μόνο κάποια αδέσποτα υπολείμματα. / Είχα την αίσθηση πως αυτά τα αδέσποτα υπολείμματα ήταν οι φίλοι μου, που τώρα τους ένοιωθα σαν αρειανούς. [σ. 95]

Σε ευρύτερη πλαίσιο, στο ίδιο «πρώτο» μέρος εκτίθεται η σχεδόν υπερρεαλιστική κατάσταση του συστήματος των υιοθεσιών, μιας κοινή συναινέσει μυστικοπαθούς διαδικασίας όπου εμπλέκονται προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, μεσολαβητικά πρακτορεία, υπηρεσίες «προστασίας» φυσικών μητέρων και κέντρα αυθαίρετων αποφάσεων. Σε μια παράπλευρη περίπτωση εκ παραδρομής αναφέρεται παιδί από βιασμό. Παραδόξως, ακριβώς μέσα στο εργοστάσιο των υιοθεσιών, φυλές και τάξεις ξεχνούν τις διακρίσεις τους και αναμειγνύονται με όλους τους τρόπους. Το γεωγραφικό – και εν τέλει γεωπολιτικό – παρατηρητήριο και πεδίο του μύθου είναι εκείνο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, άγνωστο στους περισσότερους και παρανοημένο, ανά τομείς παραδοσιακό και μοντέρνο μαζί, τυπικό δείγμα μιας ευρείας πλην σιωπηλής πλειοψηφίας.

Μια ολόκληρη σημειολογία διακρίσεων

il_570xN.249695989Οι φυλετικές προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στο σώμα και την καρδιά του «Ελεύθερου Κόσμου» αναβλύζουν πλέον ελεύθερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ιστορικό Σημείο Μηδέν εξαπολύει τα θραύσματά του στους υποκριτικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ που απορρόφησαν ένα άλλο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού αλλά και στην εκ νέου δημιουργία φανατικών από τις δυο πλευρές, που επιλέγουν την τρομοκρατία για να αφανίσουν ζωές – των άλλων και της δικής τους. Οι δυο αρσενικές παρουσίες στη ζωή της, ο αδελφός της και ο σύντροφος της, θα αλωθούν ακριβώς από τις παράπλευρες χοάνες του πολιτικού και του θρησκευτικού φανατισμού. Η Τάσι θα βιώσει με τον χειρότερο τρόπο τις επιλογές του πρώτου για συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα και του δεύτερου για τρομοκρατούμενη αυτοθυσία.

Αν οι ενήλικες είναι έκθετοι στο επίκεντρο των φυλετικών προκαταλήψεων και της ξενοφοβικής συμπεριφοράς, τότε τι τύχη έχει η μικρή Μαίρη – Έμμα; Να αποτελέσει το θύμα όχι μόνο κάθε απροκάλυπτης τέτοιας στάσης αλλά και της πλέον διαδεδομένης μορφής του νέου ρατσισμού: εκείνου που δρα υπόγεια και έχει εμποτιστεί στις συνειδήσεις· εκείνου που λανθάνει ακόμα και στους πιο «καλλιεργημένους» πολίτες ή ζει και στην πιο απλή καθημερινότητα. Πόσο μάλλον στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο αμερικάνικο κόσμο, όπου ο πληθυσμός τελικά για να εκτονώσει τις πλείστες νευρώσεις του αναζητά νέους εχθρούς και κάποτε τους βρίσκει και στους παλαιούς. lorrie_moore_wideweb__470x324,0Είναι χαρακτηριστική η «μαθητεία» της Τάσι στις πραγματικές απόψεις του εργασιακού της περιβάλλοντος: καθώς απασχολεί τα παιδιά των φίλων και επισκεπτών του ζεύγους, καταγράφει τις συζητήσεις των γονέων τους δυο πατώματα πιο κάτω και αυτός είναι ένας ενδεικτικός παλμογράφος της «κοινής γνώμης». Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πρόταση μιας άλλης μητέρας να παίζει το παιδί της με την Μαίρη – Έμμα, ώστε να αποκτήσει «ποικιλία» στις παρέες της.

Αν λοιπόν η νεαρή κοπέλα σε πρώτη φάση δεσμεύεται σταδιακά στον νέο της ρόλο (όπου κι εκεί, σε προσωπικό – ψυχολογικό επίπεδο, διαρκώς λογοδοτεί απέναντι στην μητέρα, που δείχνει κι αυτή περισσότερο από ποτέ πνιγμένη στον νέο της ρόλο), στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πως οφείλει διαρκώς να προστατεύει την μικρή από τον συνήθως αόρατο και σιωπηλό εχθρικό περίγυρο. Τελικά η άβγαλτη Τάσι μοιάζει να είναι η ωριμότερη όλων ή πιθανώς να ήταdeja-vu-jessica-grundyν εξαρχής ώριμη. Αν οι οικογένειες είναι τόσο επίπλαστες, οι ψευτοπατριωτικές αποστολές τόσο μάταιες, οι κοινωνίες μισούν τόσο πολύ οποιονδήποτε διαφορετικό και ο καθένας κρύβει το δικό του βρώμικο ένοχο μυστικό και, τότε η ενηλικίωσή της έχει ήδη συμβεί, μακριά της.

Η συγγραφέας [Νέα Υόρκη, 1957] διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin κι έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων και άλλα δυο μυθιστορήματα. Η γλώσσα της είναι ευφάνταστη και λογοπαιγνιώδης· αλατίζει τον ρεαλιστικό και κάποτε ποιητικό της λόγο με πανέξυπνους παραλληλισμούς και απρόσμενες λεκτικές ακροβασίες και συνολικά συντάσσει μια προσωπική και μια ευρύτερη έκθεση της αθώας και ταυτόχρονα ενήλικης ματιάς στη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

moore_lorrie-19981022015RΟι ιστορίες ήττας του ανθρώπινου πνεύματος πάντα εξέφραζαν και υπογράμμιζαν μια πλησμονή κοινωνικού προβληματισμού. Η εξασθένηση της ψυχής, οι ιστορίες πτώσεων και ανεπιτυχών επανακάμψεων – τρένα που χάθηκαν, γράμματα που δεν παρελήφθησαν, η έξαρση της αλαζονείας, η καταστροφή παιδιών κάποιου και η κατάληξή τους στην κατσαρόλα – όλα αυτά είναι ένα είδος ψυχαγωγίας του δέους και του τραύματος, χωρίς χρησιμότητα, που παρουσιάζεται εκ του ασφαλούς σε τραπέζια όπου δεν λείπει η αγάπη και το χρήμα. Όποτε όμως η ζωή είναι πιο στερημένη, όποτε τα τραπέζια είναι μόνο μισογεμάτα, ο κωμικός θρίαμβος των φτωχών αποτελεί ένα χρήσιμο ημι-ψεύδος. Εκεί χρειάζονται τα καλαμπούρια. Και τότε το μωρό έπεσε από τις σκάλες. Μπορεί να είναι και αστείο! Ειδικά σ’ έναν τόπο και χρόνο όπου συμβαίνουν και χειρότερα. Όχι πως τα βάσανα είναι διαγωνισμός, αλλά σίγουρα είναι κάτι παραπλήσιο. Η κατανόηση και η ορθή προοπτική απαιτεί μια πιο μπακάλικη, πιο χασάπικη αντιμετώπιση. Και για να ανακουφιστούν τα βάσανα του ακροατή, τα πράγματα πρέπει να είναι αστεία. Έστω κι αν δεν ήταν αστεία εξ αρχής. Κάπως έτσι μας απογοητεύουν καμιά φορά οι ιστορίες: Δεν είναι και τόσο αστείες. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν είναι αστείες ούτε κατά διάνοια. [σ. 323]

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 414, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [A gate at the stairs, 2009].

Τεννεσσή Ουίλλιαμς – Αναμνήσεις

Είχαμε έρθει στο Κέιπ υπερβολικά νωρίς για μπάνια στον ωκεανό, που ήτανε ακόμα παγωμένος. Συνέχισα όμως να εργάζομαι πάνω στο Λεωφορείο και μέσα σ’ εκείνη την καμπάνα σκέφτηκα την ατάκα εξόδου από τη σκηνή της Μπλανς, που αργότερα έγινε κατά κάποιο τρόπο ιστορική: «Πάντα στηριζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων». / Στην πραγματικότητα αυτό ήταν αλήθεια, κι εγώ πάντα έκανα το ίδιο, και δίχως να απογοητεύομαι συχνά. Και μάλιστα, φανταζόμουνα πως οι συμπτωματικές γνωριμίες, ή οι ξένοι, υπήρξαν συνήθως απέναντί μου πιο καλόκαρδοι απ’ όσο ο φίλοι μου  -πράγμα που δεν μαρτυράει και τόσο καλά πράγματα για λογαριασμό μου. Το να με ξέρεις ισοδυναμεί με το να μ’ αγαπάς. Στην καλύτερη περίπτωση, ισοδυναμεί με το να με ανέχεσαι… [σ. 197 – 198]

Σε ολόκληρο το σώμα των Αναμνήσεών του, ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς [1911 – 1983] ανοίγει τον προσωπικό του κόσμο χωρίς φόβο αλλά με όλο το πάθος που φλόγιζε τον χαρακτήρα του. Ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος, είναι γραμμένο «σαν σε ελεύθερο συνειρμό», που έμαθε να εφαρμόζει στην διάρκεια κάμποσων χρονικών περιόδων ψυχανάλυσης. Είναι πραγματικά άξιο απορίας το γεγονός πως σε τούτες τις αβίαστες, εξομολογητικές διηγήσεις προσπερνά τις θεατρικές του κορυφώσεις για να εστιάσει γύρω κι έξω από αυτές: στον έρωτα και τις ματαιώσεις του, στην οικογένεια και τις τραγωδίες της, στην δημιουργία και τα σκαμπανεβάσματά της. Η «καταγραφή των πρακτικών» της ζωής του περιλαμβάνει εξίσου «σημαντικά» και «ασήμαντα» στοιχεία: Πόσα ασήμαντα πράγματα υπάρχουνε που πρέπει να καταγραφούν στα πρακτικά της ζωής ενός ανθρώπου: Πρέπει να υπάρχουνε πολλά έμμεσα στοιχεία που είναι περισσότερο αντάξια ενθύμησης αλλά με κάποιον τρόπο όλα αυτά παραμένουν σε μια νεφελώδη κατάσταση ενώ η απλή επιφανειακή ιστορία επανέρχεται με καθαρότητα στο μυαλό μας. Εννοώ με σχετική καθαρότητα…[σ. 174]

Ο συγγραφέας άλλαξε πολλά επαγγέλματα αλλά ήταν η τριετής εργασία του ως υπάλληλος σε υποκατάστημα της Διεθνούς Εταιρείας Υποδημάτων [1931 – 1934] που του άνοιξε με παράδοξο τρόπο τα φύλλα της δημιουργικότητας. Πρώτα άρχισε να γράφει τις νύχτες, ολοκληρώνοντας μια ιστορία την εβδομάδα και ταχυδρομώντας την στο διακεκριμένο περιοδικό ιστοριών Στόρυ. Ύστερα, τα Σαββατιάτικα απογεύματα πήγαινε στην Εμπορική Βιβλιοθήκη του Σαιν Λούις και διάβαζε άπληστα. Και τέλος, η εξαντλητική δουλειά (ατέλειωτα κουβαλήματα των βαριών κασονιών και αμέτρητες ώρες δακτυλογράφησης παραγγελιών) επιβάρυνε την υγεία του και αποχώρησε, ελεύθερος πλέον να προσεγγίσει την «σκυθρωπή του τέχνη, το μελαγχολικό του επάγγελμα» όπως περιέγραψε ο Ντύλαν Τόμας την κλίση της συγγραφής.

Ένα βράδυ δούλευα ένα διήγημα που είχε τον τίτλο Ο Τόνος του Επερχόμενου Ποδός, ίσως το πιο ώριμο διήγημα που συνέθετα εκείνη την περίοδο. Είχα φτάσει σε μια προοδευτικά κλιμακούμενη σκηνή όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα πως η καρδιά μου χτυπούσε άρρυθμα και γρήγορα…τινάχτηκα μ ένα πήδημα από τη γραφομηχανή και χίμηξα έξω στους δρόμους…. Βάδιζα όλο και πιο γρήγορα σαν να μπορούσα μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αφήσω πίσω μου την κρίση…[σ. 68 -69]

Ο συγγραφέας σταχυολογεί μνήμες από την παιδική του ηλικία, όπου ήδη αποτελούσε «ένα ξεκάθαρο υβρίδιο διαφορετικό από την οικογενειακή γενεαλογία των ακριτών ηρώων του ανατολικού Τεννεσσή» και την ταραγμένη του εφηβεία κι από τις πνευματικές του ανησυχίες μέχρι τις βιοπαλαιστικές του περιπέτειες (ταξιθέτης στο Μπρόντγουεϊ, ξεπουπουλιαστής σε ράντσο με κοτόπουλα, χειριστής ανελκυστήρων στο Μανχάταν). Η περιγραφή της πρώτης, τελευταίες και μοναδικής ολοκληρωμένης του σχέσης με γυναίκα, την Σάλλυ με την ετρουσκική κατατομή και τα σαρκώδη χείλη, είναι κινηματογραφική: το ζεύγος συνευρισκόταν επί … τρεις μήνες στο σαλόνι της πανσιόν όπου εκείνη έμενε, αδιαφορώντας για τους επίσης αδιάφορους περαστικούς του ούτως ή άλλως ανυπόληπτου οικήματος. Στον αντίποδα, την ίδια θέση στην αφήγηση έχει και η οριακή εσωτερική του εμπειρία μέσα σ’ έναν καθεδρικό ναό:

αυτή η αναγνώριση πως είσαι μέλος της πολυειδούς ανθρωπότητας με τις πολλαπλές,  ανάγκες, προβλήματα και συναισθήματα, όχι ένα μοναδικό πλάσμα, αλλά ένας, μονάχα ένας ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων σου, ναι, υποπτεύομαι πως αποτελεί την σπουδαιότερη παραδοχή για όλους εμάς απ’ αυτές που θα μπορούσαμε να κατορθώσουμε ατή τη στιγμή, κάτω απ’ όλες τις περιστάσεις, αλλά ιδιαίτερα τις περιστάσεις του παρόντος. Η στιγμή της ομολογίας τού ότι η ύπαρξή μου και η μοίρα μου θα μπορούσε να διαλυθεί τόσο ανεμπόδιστα όσο η στάχτη που πέφτει κάτω μέσα σ’ έναν δυνατό χιονιά αποκατέστησε μέσα μου, μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, την εμπειρία του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Και αναρωτιέμαι αν δεν αποτελούσε μια συνέχεια εκείνης της εμπειρίας, μια προαγωγή της: στην αρχή, το άγγιγμα του μυστηριώδους χεριού πάνω στο έρημο, γεμάτο αγωνίες κεφάλι, και μετά το ήπιο μάθημα ή η απόδειξη πως το κεφάλι, παρά την προοδευτικά κλιμακούμενη κρίση που εμπεριέχει, ήταν ακόμα ένα και μοναδικό κεφάλι που συνωστιζόταν μέσα σ’ έναν δρόμο μαζί με πολλά άλλα. [σ. 47]

Η επιτυχία στο θέατρο ήρθε πολύ αργά για τα τότε δεδομένα κριτήρια, αλλά και πάλι, ο ίδιος λέει είτε η καλή τύχη έρθει σε σένα νωρίς είτε αργά, αν έρθει και ποτέ, πρέπει να καταλάβεις πως υπήρξες τυχερός. Από την Νύχτα της Ιγκουάνα και μετά οι περιστάσεις της ζωής του ενέπνεαν  – απαιτούσαν γράφει ο ίδιος – από μέρους του ένα λιγότερο παραδοσιακό στυλ θεατρικής γραφής, κι έτσι ρίχτηκε με όλο και μεγαλύτερη απόλαυση «στην καινούργια φόρμα της απροκάλυπτης αυτό-αποκάλυψης».

Ίσως είμαι μια μηχανή, ένας δακτυλογράφος. Ένας καταναγκαστικός δακτυλογράφος κι ένας καταπιεστικός συγγραφέας. Αλλά αυτή είναι η ζωή μου, και αυτό που υπάρχει μέσα σε τούτα τα απομνημονεύματα είναι κυρίως η ελαχιστότατη περιφέρεια εκείνου που συνιστά την έντονη ζωή μου, διότι η έντονη ζωή μου είναι η δουλειά μου. / Έχω τη γνώμη πως το γράψιμο είναι μια διαρκής αναζήτηση ενός πολύ και σκόπιμα διφορούμενου θηράματος, και ποτέ δεν καταφέρνεις να το παγιδέψεις εντελώς. [σ. 134]

Ο Ουίλλιαμς δεν διστάζει να μοιραστεί ακόμα και τις καταστάσεις η ονομασία των οποίων «προέρχεται από το «Παν», χωρίς το μικρό της όνομα να είναι Πήτερ», θυμάται τις στιγμές όπου το γέλιο του υπήρξε το υποκατάστατο της θρηνωδίας και καταδύεται στις ψυχολογικές αβύσσους της εξάρτησης και της απόγνωσης, των γνωστών οικογενειακών του τραγωδιών και της προσωπικής ψυχοπνευματικής του κατάπτωσης, διατηρώντας καθαρή ματιά και διαυγή σκέψη ως το τέλος.

Δουλεύω ενάντια στον χρόνο, και δεν υπάρχει λόγος να αποφύγω αυτό το θέμα, εννοώ το να αγνοήσω το πρόβλημα του χρόνου που εκπνέει τόσο γρήγορα. Θα μπορούσα σ’ αυτό το σημείο, να προσποιηθεί κάποιου είδους ηρωική στάση, αλλά αυτό θα κατέληγε μονάχα σ’ ενός είδους αυταρέσκεια που απεχθάνομαι, η οποία θα έπρεπε να αποδοθεί στην αυτολύπηση, μια ιδιότητα που βρίσκω ιδιαίτερα αποτροπιαστική. Η στάση μου απέναντι στον εαυτό μου ποτέ δεν εκπήγαζε από τον οίκτο, δόξα τω Θεώ. Διαθέτω,  για να μνημονεύσω την Λεόνα Ντώσον στις Μικρές Εμπειρικές Συμβουλές, αυτή την τρομερή περηφάνια στον χαρακτήρα μου: εάν ένα άτομο, είτε είναι μια ερωτοχτυπημένη αισθητικός σαν την λεόνα είτε όχι, έχει περηφάνια στη φύση του, δεν είναι έτοιμο να παραδοθεί στην εξευτελιστική άσκηση της αυτολύπησης. [σ. 147 – 148]

Εκδ. Ίνδικτος, 200, μτφ. Εύη Γεωργούλη, 379 σελ., με τρισέλιδο κατάλογο ονομάτων και τοπωνυμίων και 56 πρόσθετες σελίδες με 144 ασπρόμαυρες φωτογραφίες [Tennessee Williams, Memoirs, 2003].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Down in Tennessee.