J.G. Ballard – Θαύματα της ζωής. Αυτοβιογραφία

Μια απεριόριστη κατάφαση ζωής
Αν η βιογραφία αποτελεί το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού, όπως είχε πει ο Μπρόντσκι, η αυτοβιογραφία ίσως διασώζει την ύστατη προσπάθεια συγκερασμού του με την μνήμη, την μεγαλύτερη, κατά Μπάλαρντ, γκαλερί του κόσμου. Ο συγγραφέας (1939-2007) καθορίστηκε αμετάκλητα από την Σανγκάη, όπου γεννήθηκε κι έζησε ως μέλος της κοινότητας των εκπατρισμένων Άγγλων, μια μητρόπολη των μίντια μπροστά απ’ την εποχή της, που αναπτύχθηκε στους βαλτότοπους έχοντας νωρίτερα καταπλήξει τους Σο, Όντεν, Ίσεργουντ, ένα λαμπερό αλλά ματωμένο καλειδοσκόπιο όπου συναισθηματικά αποστασιοποιημένοι Δυτικοί συνυπήρχαν με πόρνες, άστεγους, άταφους νεκρούς και παιδιά που έψαχναν στους κάδους των χημικών αποβλήτων. Αυτό το θεατρικό σκηνικό όπου οι επιδείξεις πυροτεχνημάτων συνοδεύονταν από την αποφορά των υπονόμων και τα πάντα ήταν πιθανά αποτέλεσε την πρώτη του συγγραφική έμπνευση:
«Στην Σαγκάη, το φανταστικό που για τους περισσότερους ανθρώπους υπάρχει μέσα στο κεφάλι τους, υπήρχε παντού γύρω μου…προσπαθούσα να βρω το πραγματικό μέσα σ’ όλη αυτή τη φαντασίωση».

Η Ιαπωνική εισβολή στην Κίνα αποτέλειωσε το όνειρο της βρετανικής αυτοκρατορίας στην Άπω Ανατολή ενώ οι άδειες πισίνες έμειναν να συμβολίζουν το τέλος ενός τρόπου ζωής μιας κοινωνίας «με συνεκτικό ιστό το μπριτζ, το αλκοόλ και τη μοιχεία». Όμως για τον νεαρό Μπάλαρντ τα ρημαγμένα καζίνο έμοιαζαν αληθινότερα και τα εγκαταλελειμμένα σπίτια αποκτούσαν σουρεαλιστική μαγεία. Τα οικιστικά συγκροτήματα αποδείχτηκαν ιδανικά στρατόπεδα μαζικού εγκλεισμού για τους υπηκόους των συμμάχων και η οικογένειά του οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Λονγκ Χουά (1943). Εκεί απέκτησε νέα εξερευνητικά πεδία και φίλους κάθε ηλικίας – περισσότερους απ’ όσους έκανε στην ενήλικη ζωή του. Οι παρτίδες σκακιού στα παραπήγματα συνδυάζονταν με ατέλειωτες ερωτήσεις για τον κόσμο, η συλλογή αντικειμένων (ακόμα κι ενός «ατσάλινου κομματιού βλήματος που άστραφτε σαν φλούδα ασημένιου μήλου») και τα αμερικανικά κόμικς και περιοδικά του πρόσφεραν «το είδος της σκληρής πληροφορίας που έτρεφε την φαντασία», η φυλακή του έδωσε την ελευθερία του.

Παρά το τέλος του πολέμου κανείς δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την ασφάλεια του στρατοπέδου – κι αυτή η μετέωρη αίσθηση θα τον ακολουθούσε για πάντα, μαζί με την συνήθεια να επιδιορθώνει αντί ν’ αγοράζει οτιδήποτε και να ζει σε μικρά, ακατάστατα δωμάτια. Κάτω από τον μαύρο βιομηχανικό ουρανό της ερειπωμένης Αγγλίας βρήκε ένα έθνος με συμπεριφορά ηττημένου και βαθιά κατάθλιψη, που πιθανώς «πλήρωνε ένα φοβερό τίμημα για το σύστημα των ψευδαισθήσεων που στήριζε τη ζωή του». Ο ορθολογισμός είχε αποτύχει στην ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς ενώ η προοπτική της ψυχιατρικής, που τουλάχιστον αφορούσε υγιείς και μη υγιείς, του πρόσφερε, εκτός από μια χροιά επιστημονικού μυστικισμού στην σκέψη, έναν πρώτο ασθενή: τον ίδιο. Η μετάβαση στον Καναδά για αεροπορική εκπαίδευση στην ΡΑΦ υπήρξε αλλότροπα δημιουργική: ένας μονίμως χιονισμένος διάδρομος απογείωσης παρείχε άπλετο χρόνο διαβάσματος επιστημονικής φαντασίας, μοναδική επιλογή αγοράς στον σταθμό λεωφορείων. Η ΕΦ που είχε προβλέψει τις παθολογικές τάσεις της ευρωπαϊκής διανόησης που είχαν επιταχύνει την άνοδο της ναζιστικής εξουσίας, τώρα εστίαζε στους κινδύνους της εξουσίας των μίντια σ’ ένα πειθήνιο κοινό. Αν ο μοντερνισμός υπήρχε μόνο για τον «εαυτό», η ελλειπτική, αμφίσημη μυθοπλασία της αντιπρότεινε τον αντίπαλό του: ένα δυσοίωνο καθημερινό χάος, μια κοινωνία γραφείων, διαφημίσεων και σούπερ μάρκετ που απουσίαζε απ’ την «σοβαρή» λογοτεχνία. Το είδος πλησίαζε την πραγματικότητα περισσότερο απ’ ότι ο ρεαλισμός κι έμοιαζε ως «το μόνο μέρος όπου επιζεί το μέλλον», προσφέροντας παράλληλα μέγιστη ελευθερία συγγραφής για έναν κόσμο καταναλωτικού σχεδιασμού, τηλεοπτικού τοπίου και τεχνολογικής φρενίτιδας, «μια παρθένα ήπειρο άπειρων μυθοπλαστικών δυνατοτήτων».

Πίσω στο Λονδίνο και υπό την επίδραση του κινηματογράφου και των εικαστικών (Μπέικον, ποπ-αρτ, κολάζ) ο Μπάλαρντ δημοσίευε διηγήματα σε περιοδικά, εξερευνώντας κάθε φορά μια νέα ιδέα και διαμορφώνοντας σταδιακά ένα προσωπικό ύφος, σε αντίθεση με τους συγγραφείς που άπειροι οδεύουν στο μυθιστόρημα. Παρά την απώλεια της ενθαρρυντικής συζύγου του συνέχισε να γράφει και να βρίσκεται δίπλα στα παιδιά του (στην έκπληκτη ερώτηση «είσαι μόνος σου μ’ αυτά τα τρία παιδιά;» απαντούσε «μ’ αυτά τα τρία παιδιά δεν είμαι ποτέ μόνος»). Η συλλογή διαφημιστικών φυλλαδίων και ερευνητικών αναφορών πανεπιστημιακών εργαστηρίων και ψυχιατρικών ιδρυμάτων (ως αποτέλεσμα μιας τυχαίας ματιάς στο καλάθι των αχρήστων) αποτέλεσε έναν νέο ερεθιστικό θησαυρό, που θα γινόταν το «Εσώτερο Διάστημα» μετεξέλιξης της ΕΦ αλλά και εισδοχής νέων ερωτημάτων: Ποιος μπορεί να βεβαιώσει αν είμαστε υγιείς ή ψυχωτικοί και πως το καθημερινό μας περιβάλλον δεν αποτελεί γεννήτρια νευρικών κλονισμών;

Αν «Πλημμύρα» θεωρήθηκε κλοπή του Κόνραντ (που δεν είχε διαβάσει ποτέ), η «Έκθεση ωμοτήτων» προσπαθούσε να κατανοήσει την δεκαετία του ’60 και το «Crash» αναζητούσε το σημείο διασταύρωσης σεξ και θανάτου, η «Αυτοκρατορία του Ήλιου» αποτελούσε την λυτρωτική μνημονική επιστροφή στη Σανγκάη και βέβαια μια μεγάλη λογοτεχνική και κινηματογραφική επιτυχία. Αυτή η σπάνια περίπτωση του δημιουργικότερου δυνατού βίου υπό τις πλέον δύσκολες συνθήκες ανατέμνεται σε 23 μέρη απλής και οξυδερκέστατης γραφής. Στο τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας των 19 μυθιστορημάτων και των πενταπλάσιων διηγημάτων ευχαριστεί θερμά τον γιατρό που τον ενθάρρυνε να αυτοβιογραφηθεί και τον βοήθησε να περάσει ήρεμα τις τελευταίες του μέρες.

Εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης, σελ. 219, με εισαγωγή του Σάιμον Σέλλαρς, ιδρυτή, μεταξύ άλλων, του ballardian.com (J. G. Ballard – Miracles of life – Shanghai to Shepperton).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 621 , 18.9.2010 (και εδώ)

Πάτρικ Γουάιτ – Ψεγάδια στον καθρέφτη. Μια αυτοπροσωπογραφία

Μια ζώσα ηδυπάθεια

«Σκέφτεται κανείς να δραπετεύσει, αλλά δεν το κάνει, ή όχι πλήρως: τα δαχτυλικά αποτυπώματα πάρθηκαν νωρίς. Το παρελθόν επανέρχεται στον καθρέφτη της τουαλέτας, κομματάκια απ’ αυτό σε καλά όνειρα, ή σ’ εκείνα τα ζοφερότερα, στα οποία ξεσπούν ανεκπλήρωτοι, μισολησμονημένοι πόθοι. Οι χειρότερες απ’ όλες είναι οι ενσυνείδητα δημιουργημένες μυθοπλασίες, επειδή είναι απτή απόδειξη όσων δεν τόλμησε κανείς να παραδεχτεί». (σ. 94)

Ο Πάτρικ Γουάιτ (1912 – 1990) έζησε μια ζωή συνεχών εναλλαγών διαμάχης και συμφιλίωσης με το απαιτητικό πρόσωπο και τον ιδιόρρυθμο συγγραφέα που συναποτελούσαν τον εαυτό του. Λονδρέζος ή «αποικιακός» για τους Αυστραλούς, Αυστραλός για τους Άγγλους, προδότης της υψηλής κοινωνικής του τάξης για αμφότερους, ο ιδιαίτατος συγγραφέας συλλέγει οριστικά πλέον τα ψεγάδια και τα μαργαριτάρια αυτής ακριβώς της ζήσης σ’ ένα τριμερές, αυτοπρόσωπο καθρέφτισμα. Αυτοβιογραφούμενος με τον τρόπο των πολυεπίπεδων μυθιστοριών του και με γλώσσα πληθωρική, πάντα αναβλύζουσα πολύσημα υπονοήματα, στο πρώτο και μεγαλύτερο μέρος προσωπογραφεί κάθε άνθρωπο που συμβάδισε μαζί του στις παρακαμπτήριους του βίου («ο καθένας αποτελεί ένα κομμάτι του δικού μου θρυμματισμένου χαρακτήρα») ή ενέπνευσε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, παρουσιάζοντας παράλληλα τις συνθήκες γραφής, τις αντλίες έμπνευσης των έργων του και το αενάως ποτιζόμενο προσωπικό πνευματικό υπέδαφος.

Ο Γουάιτ ποτέ δεν απέκρυψε πως η προσωπικότητά του γινόταν πολυεδρική και το σώμα του πρωτεϊκό σύμφωνα με το χρόνο, το κλίμα και τις απαιτήσεις της μυθοπλασίας, την οποία επέλεξε (αν και, όπως τονίζει, μάλλον εκείνος επιλέχθηκε απ’ αυτήν) ως «το μέσο για να παρουσιάσει σ’ ένα δύσπιστο ακροατήριο τους ηθοποιούς αντιφατικών χαρακτήρων απ’ τους οποίους αποτελείτο». Ποτέ δεν ξαναδιάβαζε τα βιβλία του αλλά αν συνέβαινε για κάποιο λόγο εκπλησσόταν από στοιχεία ενός εαυτού ελάχιστα γνωστού, που εισχώρησαν ωσάν εκείνος να βρισκόταν σε κατάσταση ύπνωσης. Πάντα περίεργος να ανοίξει οποιαδήποτε κλειστή πόρτα, καταδικασμένος να υποβάλει τα πάντα σε ειρωνικές καύσεις αλλά ουδέποτε περιφρονητικός, δεν διστάζει να αμφιβάλει για το αν πολλές σχέσεις του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν υπό λιγότερο δύσκολες ή φρενιτιώδεις συνθήκες. Φωτίζοντας κάθε σκοτεινό υπόστρωμα της παρεκκλίνουσας σεξουαλικότητάς του, είναι σαφής: όχι μόνο δεν είδε αρνητικά την σεξουαλική του αμφιθυμία αλλά, αντίθετα, φρόντισε να απολαύσει την ελευθερία «να περάσει μέσα από κάθε παραλλαγή του ανθρώπινου νου, να παίξει τόσους πολλούς ρόλους στα αντιφατικά περιβλήματα της σάρκας». Αντί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε ερωτική χαρακτηρολογική κατάταξη, αισθανόταν περισσότερο ως ένα μυαλό που διακατέχεται από το πνεύμα του άντρα ή της γυναίκας σύμφωνα με τις καταστάσεις ή τους χαρακτήρες που υποδυόταν στα γραπτά του.

Σε αυτή τη ζωή των βασανιστικών ασθματικών καλοκαιριών και των βρογχιτικών χειμώνων, του εναγκαλισμού με την ύπαιθρο («μιας σύνθεσης ζώσας ηδυπάθειας») και των γκροτέσκων επακόλουθων του Νόμπελ, τα αποτυχημένα του μυθιστορήματα ήταν εξίσου οδυνηρά όπως οι αποτυχημένοι έρωτες αλλά ένα στάδιο που αναγκαστικά διαβαίνεις, ενώ τα σπίτια, οι τόποι και τα τοπία πάντα σήμαιναν περισσότερα γι’ αυτόν απ’ ό,τι οι άνθρωποι, συχνά δε και σωσίβιες λέμβοι στα συναισθηματικά του χάη. Ο συγγραφέας συμπορεύτηκε με τον δύσκολο, αυτοσαρκαζόμενο πλην αυτάρκη εαυτό του αλλά και σε μοναδική συντροφικότητα με τον Μανώλη Λάσκαρη, σύντροφο και μυητή του στην Ελλάδα («μια χώρα για μαζοχιστές όπως κι εγώ») στην οποία έζησε και ταξίδεψε εθιστικά και καθοριστικά, ακόμα κι αν έβλεπε πως οι ελληνικές πόλεις δεν διέφεραν ιδιαίτερα η μια από την άλλη και πως οι εκκλησίες όφειλαν να είναι νοσοκομεία για αμαρτωλούς κι όχι ξενοδοχεία για αγίους. Σε αυτά τα ταξίδια και σε άλλα «αυτοτελή» ιδιαίτερα θέματα αφιερώνονται τα δυο τελευταία και μικρότερα μέρη ενός Γουάιτ Μέσα Απ’ τον Καθρέφτη. Καθώς όμως τελικά «φτάνεις σ’ ένα σημείο όπου είχες τα πάντα, και τα πάντα ισοδυναμούν με το τίποτα», ίσως μεγαλύτερη σημασία απ’ όλα έχει η παράθεση μιας λίστας στην ακροτελεύτια παράγραφο με όλα τα μικρά και απλά που διέγειραν την ύπαρξή μας. Τουλάχιστο «το παρελθόν μπορεί να αποσυντεθεί και ανασυγκροτηθεί, για να βολέψει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, που τελικά είναι η ζωή» (σ. 273)

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2008, εισ. – μτφ. – σημ. Γιάννης Βασιλακάκος, 459 σελ. (Patrick White, Flaws in the Glass. A Self – Portrait, 1981)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 604, 21.5.2010 (και εδώ)