Μπρούνο Αρπάια, Ο άγγελος της ιστορίας

Ο Μπρούνο Αρπάια (Οταβιάνο, Νάπολη, 1957) εκτός από συγγραφέας, είναι δημοσιογράφος, σύμβουλος εκδόσεων και μεταφραστής ισπανόφωνης λογοτεχνίας. To θέμα του Αγγέλου της ιστορίας είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο: πρόκειται για την ένταξη δυο διαφορετικών προσωπικών ιστοριών κάτω από το ίδιο μυθιστορηματικό σύμπαν. Η πρώτη αφορά τα τελευταία και πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του Βάλτερ Μπένγιαμιν, αυτού του κορυφαίου Εβραίου Γερμανού διανοητή του εικοστού αιώνα, ενώ η δεύτερη μια εξίσου σκληρή περίοδο στη ζωή ενός απλού πολεμιστή του ισπανικού εμφύλιου την ίδια εποχή, του Λαουρεάνο Μαόγιο.

Ο Αρπάια χρησιμοποιεί το γνωστό εύρημα των δύο παράλληλων αφηγήσεων που εναλλάσσονται συνήθως ανά κεφάλαιο και έχουν διαφορετικό αφηγητή: η ζωή του Μπένγιαμιν εξιστορείται σε τρίτο πρόσωπο, με όλα τα στοιχεία μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας, ενώ εκείνη του Λαουρεάνο ενδύεται τη μορφή μιας πιο άμεσης και προφορικής διήγησης του ιδίου σε κάποιο πρόσωπο που τον επισκέπτεται στο Μεξικό, όπου πλέον ζει εξόριστος. Αμφότερες οι ιστορίες εντάσσονται στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο και στις συγκλονιστικές συγκυρίες μιας ταραγμένης εποχής και περιλαμβάνουν όλα τα στοιχεία μιας τοιχογραφίας εκείνης της περιόδου, (από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέχρι τον μικρόκοσμο των δυο αυτών προσώπων).

Εδώ έχουμε λοιπόν το πρώτο ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος: την παράλληλη μυθοπλαστική διαπραγμάτευση της δραματικής πορείας αυτών των δύο τόσο διαφορετικών προσωπικοτήτων, το ένα από τα οποία αποτελεί μια εμβληματική μορφή των γραμμάτων και όχι μόνο, πορείας που στην ουσία ήταν μια κοινή διαδρομή με διαφορετική αφετηρία, μορφή εξορίας και κατάληξη σε τερματικό σταθμό που τους οδήγησε η ίδια η Ιστορία.

Από την μία ο Μπένγιαμιν: Στα επτά χρόνια της αυτοεξορίας του μεταξύ Παρισιού, Ίμπιζας, Σαν Ρέμο και Σβένμποργκ, έχοντας αφήσει την αγαπημένη του βιβλιοθήκη στη Γερμανία, καλείται σε πρώτη φάση να αντιμετωπίσει «τις εφόδους των συνηθειών και της νοσταλγίας, την αίσθηση του αποκλεισμού και την καταδίκη σε ατέλειωτη αναμονή», καλείται στην ουσία να αλλάξει την ίδια του την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια άλλη που θα του σώσει την ζωή. Το μοναδικό μέρος όπου ο αισθάνεται ασφαλής, σαν να βρίσκεται στο σπίτι του, είναι η θέση του στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, δουλεύοντας πάνω στο βιβλίο του, η ολοκλήρωση του οποίου, όπως έγραψε στον Αντόρνο, ήταν ένας αγώνας δρόμου ενάντια στον πόλεμο.

Ακολουθεί τη ζωή χωλαίνοντας, αντιμετωπίζοντας καθημερινά προβλήματα υγείας και ανέχειας και αισθάνεται ένα βαρύ φορτίο κούρασης από τα τεχνάσματα που έχει επινοήσει για να μπορεί να επιβιώνει. Λες και οι «συγκυρίες» της ύπαρξής του όρμησαν συλλήβδην και τον ρήμαξαν, λες και οι αστερισμοί που την συγκρατούσαν, τοποθετήθηκαν με απόλυτη συμμετρία κατά μήκος μιας δυσοίωνης διάταξης.(σ. 29) Αδυνατεί να συνυπάρξει με τους ανθρώπους του κύκλου του (Χάνα Άρεντ, Άρθουρ Καίστλερ, Πιέρ Κλοσόφσκι, Ζωρζ Μπατάιγ και πολλοί άλλοι) σε σημείο να απορεί ο Αντόρνο πώς είναι δυνατό «να αποκηρύσσει τον αποχωρισμό και παρ’ όλα αυτά να μένει απόμακρος και αποκομμένος». Πιθανώς επειδή αυτό είναι ένα ακόμα από τα πλήγματα της εξορίας: γιατί αναγκάζει τον καθένα να ακολουθήσει τα μονοπάτια της προσωπικής του διασποράς, συντρίβει κάθε απόπειρα συλλογικής δράσης. (σ. 40)

Από την άλλη πλευρά ο Λαουρεάνο: Συμμετέχει στον ισπανικό εμφύλιο από την πλευρά των Δημοκρατών επειδή πιστεύει πως το να μη συμμετέχεις ενεργά στα γεγονότα, είναι η καταδίκη των δειλών και των μετρίων. Ερωτοτροπεί και αργότερα ερωτεύεται όχι μόνο για να ξεγελάσει τον θάνατο, όπως συνέβαινε σε παρόμοιες περιστάσεις, αλλά και ως στάση ζωής ενός ενθουσιώδους νέου που επιθυμεί να βιώσει όλες τις πλευρές της νεότητάς. Έτσι αυτοί οι δυο αντιστικτικά διαφορετικοί χαρακτήρες είναι θύματα της ίδιας ιστορικής συγκυρίας. Αμφότεροι θεωρούνται μολυσματικοί και ανεπιθύμητοι στη χώρα όπου βρίσκονται και προσπαθούν να σταθούν όρθιοι απέναντι στη αίσθηση του αργού θανάτου, όπως παρομοιάζουν την κατάστασή τους, μια κατάσταση πραγματικού και ψυχολογικού τράνζιτο, για να θυμηθούμε και το φερώνυμο μυθιστόρημα της Άννα Ζέγκερς. Κάθε άλλη ομοιότητα μεταξύ τους σταματά εδώ.
Ο Αρπάια κατορθώνει να οργανώσει άψογα το ετερόκλητο και ατίθασο αυτό υλικό. Το κατανέμει σε σχετικά σύντομα κεφάλαια μελετημένης κλιμάκωσης των εσωτερικών συναισθημάτων αλλά και της εξωτερικής δράσης. Εμποτίζει τις ρεαλιστικές του περιγραφές με στοιχεία βιογραφίας, ιστορικού χρονικού αλλά και λογοτεχνικότητας, συνδυάζοντας βεβαίως αληθινά και μυθοπλαστικά γεγονότα.

Ήδη από την αρχή της αφήγησης αντιλαμβανόμαστε πως αυτοί οι τόσο διαφορετικοί, αλλά αρχετυπικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν. Πριν όμως από την μοιραία και προοικονομηθείσα διασταύρωση των κόσμων που αντιπροσωπεύουν, έχουν αμφότεροι αισθανθεί πως η ιστορία τους έσπρωχνε μπροστά, σαν την ατμομηχανή που οδηγεί το τρένο. Και οι δύο ένιωθαν «τον χρόνο να τους αφαιρεί μέρες από την τσέπη», σαν κλέφτης και αναρωτιούνταν: πώς και πότε αντιλαμβάνεται κανείς πως είναι η ώρα να φύγει; Ο Μπένγιαμιν επί πολλούς μήνες τηρεί στάση αναμονής, αφήνοντας τον «άγγελο της ιστορίας» να ορίσει τα βήματά του – ίσως γι’ αυτό είχε πάντα μαζί του έναν και μοναδικό πίνακα που κατάφερε να διασώσει, τον Angelus Novus του Κλέε, το μυστικό του έμβλημα.

Αν ο Μπένγιαμιν αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τον λόγο, ο Λαουρεάνο προτάσσει την αποφασιστικότητα και την πράξη. Ποια είναι άραγε η απάντηση ανάμεσα στο δίλημμα (απόλυτη) σκέψη ή (απόλυτη) δράση; Κατά μια ιδιόμορφη σύμπτωση που συμβαίνει μόνο στον θαυμαστό κόσμο της λογοτεχνίας ο ίδιος ο Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, έγραφε: Αποτελεσματική λογοτεχνική έκφραση προκύπτει μόνο από την αυστηρή εναλλαγή πράξης και γραφής. Μένει να αναρωτηθούμε εμείς αν το ίδιο ισχύει και για τη ζωή.

Συντεταγμένες: εκδ. Ίνδικτος 2008, μτφ. Χρύσα Κακατσάκη, σελ. 377. (Bruno Arpaia, L’ angelo della storia, 2001).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 18, καλοκαίρι 2009. Στις φωτογραφίες: ο βιογραφούμενος, ο πίνακας του Κλέε και ο βιογράφος.

Άντριου Γουίλσον – Patricia Highsmith. Zωή στο σκοτάδι.

 

Φάκελος φιλοξενούμενης/βιογραφούμενης: H Χάισμιθ, αγαπημένη πολλών αγαπημένων μας (από τον Leonard Cohen και τον David Bowie μέχρι τον Marc Almond και τον Nick Cave) υπήρξε σπάνια συγγραφική και ψυχολογική περίπτωση. Αυτή η αλκοολική, εριστική, ανορεξική και με μόνιμη αίσθηση ανικανοποίητου συγγραφέας, αντιεμπορική για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δημιούργησε τον περίφημο αμοραλιστή δολοφόνο Τομ Ρίπλεϊ, που στοίχειωσε 5 μυθιστορήματά της, μουτζουρώνοντας δια παντός τον χάρτη της αστυνομικής λογοτεχνίας. Ο Ρίπλεϋ, ψυχρός δολοφόνος από τη μία, με αγάπη για τα πιο φίνα πράγματα της ζωής από την άλλη (διαβάζει Σίλλερ και συγκινείται μέχρι δακρύων μπροστά στον τάφο του Κιτς) παρέσερνε τον αναγνώστη σε ταύτιση μαζί του, εξασθενώντας τις ηθικές του αντιδράσεις και κάνοντάς τον να ελπίζει πως θα γλιτώσει την τιμωρία. Και πράγματι ο νέος ήρωας – ενσαρκωτής του «κακού» πάντα διέφευγε!

Από μικρή γοητευόταν από τα «ανώμαλα» ψυχολογικά φαινόμενα και τις «αποκλίνουσες» συμπεριφορές, κυρίως όμως από το μοτίβο του διπλού ή διχασμένου εαυτού και την μεταβλητή φύση της ανθρώπινης ταυτότητας. Ο Ρίπλεϋ άλλωστε χαρακτηριζόταν από παθολογική αίσθηση μίσους για τον εαυτό του, από την επιθυμία να αποβάλει το δέρμα του, να ενδυθεί την προσωπικότητα ενός άλλου. Αποτελούσε άλλωστε επιθυμία και της ίδιας να «ξεγλιστράει» μακριά από την ταυτότητά της και, απορροφώντας τις ιδιότητες των γύρω της, να γίνεται κάποια άλλη.

Μου αρέσουν εκείνοι που πάνω τους η πάλη είναι εμφανής.
Η Χάισμιθ πίστευε πως ο άνθρωπος προτιμά να καταστρέψει τον εαυτό του παρά να ζήσει μια ζωή λογική, προκαθορισμένη, σχεδιασμένη και προβλέψιμη, πως πίσω από το αξιοσέβαστο προσωπείο του βρίσκεται ένα μπερδεμένο κουβάρι αντιφάσεων και διεστραμμένων επιθυμιών. Αυτή η διαφορά μεταξύ του εσώτερου εαυτού μας και της μάσκας που επιλέγουμε να δείξουμε στον έξω κόσμο της διήγειρε την έμπνευση.

Συμφωνούσε με την θεωρία του Αντρέ Ζιντ, πως τα αισθήματα που είναι προσποιητά μπορούν να γίνουν αποδεκτά και να προκαλέσουν τόση χαρά και ικανοποίηση όσο και τα πραγματικά αισθήματα και πως τα μυθιστορήματα παρουσιάζουν συχνά στον αναγνώστη άντρες και γυναίκες που συμπεριφέρονται λογικά, ενώ στην πραγματική ζωή είναι σύνηθες να συναντά κανείς ανθρώπους με παράλογη συμπεριφορά.

Στα κείμενά της δεν την ενδιέφεραν οι υγιείς, ευτυχισμένοι ή ισορροπημένοι άνθρωποι. Ο εγκληματίας αποτελούσε για εκείνη την ιδανική ενσάρκωση του υπαρξιακού ήρωα του 20ού αιώνα. Κάτω από την πένα της κάθε ακραία συμπεριφορά φαινόταν φυσική και ο φόνος αναπόφευκτος, σχεδόν συγχωρητέος. Στο τέλος ο αναγνώστης έφτανε στο σημείο να αποδέχεται αντιλήψεις ακόμα και ανισόρροπες ή αρρωστημένες.

Είμαι γεννημένη κάτω από δυσοίωνο άστρο (από ποίημά της, 1942)
Η σκληρή παιδική της ηλικία, με αλλεπάλληλες απορρίψεις, η συγκεχυμένη σεξουαλικότητά της (ένιωθε «λαθραία», «ένα αγόρι σε κοριτσίστικο σώμα»), σε συνδυασμό με την χαμηλή αυτοεκτίμηση και τις συνακόλουθες ανασφάλειες είχαν δημιουργήσει έναν δύστροπο χαρακτήρα με τρομερά συγκινησιακά ξεσπάσματα. Διχαζόταν στα δικά της δίπολα: διατύπωνε το μίσος της για την Αμερική αλλά ένοιωθε βαθιά Αμερικανίδα, η λατρεία της για τις γυναίκες είχε γκρίζες ζώνες μισογυνισμού, ήταν σκληρή εγωίστρια αλλά και εκπληκτική φίλη, οι φιλελεύθερες απόψεις της χαρακώνονταν από ρωγμές μισανθρωπίας.

Όταν δεν έγραφε, ένιωθε σα να μην υπάρχει – έβλεπε το γράψιμο ως μια καθαρτική διαδικασία εξισορρόπησης αγάπης και μίσους. Πίστευε, όπως κι ο Ζυλιέν Γκρην που την επηρέασε, πως η ευτυχία και η ικανοποίηση καταργούν τη διαδικασία της συγγραφής. Δημιούργησε έναν δικό της «φανταστικό» ρεαλισμό, όπου τα πιο ανεξήγητα φαίνονταν φυσιολογικά. Από τη μία βουτούσε κι «έπαιρνε» από τους Πόε, Κάφκα, Σαρτρ, Καμύ, Κίργκεγκωρ, Νίτσε και κυρίως τον Ντοστογέφσκι, από την άλλη παραδεχόταν πως διάβαζε φθηνά μυθιστορήματα δεύτερης κατηγορίας για να αναλύει τις τεχνικές γραφής τους.

Η ερωτομανής Χάισμιθ αντιμετώπισε τις γυναίκες που πέρασαν από τη ζωή της ως μούσες, δοκιμάζοντας πάνω τους τις αμφίθυμες αντιδράσεις της. Κατέγραφε σχεδόν καταναγκαστικά τις συναισθηματικές και σεξουαλικές εμπειρίες της για να ξαναζωντανέψει την πεμπτουσία κάθε εμπειρίας, ώστε να μπορέσει αργότερα να τη διοχετεύσει σε κάποιο γραπτό της. Για να εκφράσει τον αμφιερωτισμό της δανειζόταν από τον Προυστ την τεχνική μετατόπισης των φύλων. Ο έρωτας μπορεί να συνοψισθεί σε μια απλή εξίσωση: από τη μια πλευρά είναι οι μέρες της ευδαιμονίας στο ξεκίνημα κάθε σχέσης, από την άλλη η αναπόφευκτη κόλαση στο τέλος.

Θέλγητρα: Η βιογραφία μιας τέτοιας προσωπικότητας δεν μπορεί να μην αποτελεί απολαυστικό ανάγνωσμα και στην συγκεκριμένη έκδοση  υπάρχουν τρεις πρόσθετοι λόγοι: Πρώτον, ο βιογράφος σε εισάγει στο κλίμα της κάθε πόλης που έζησε (Τέξας, Νέα Υόρκη, Μεξικό, Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Βρετανία, Γαλλία, Ελβετία) με ολοζώντανες εικόνες και ενδιαφέροντα στοιχεία (στα τέλη των 20ς μόνο στο Μανχάταν κυκλοφορούσαν περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη!). Δεύτερον, εξετάζει τις συγγραφικές της δημιουργίες (22 μυθιστορήματα και 7 συλλογές διηγημάτων) σε όλα τα πλαίσια της γέννησής τους (τόποι, συναισθήματα, εμπνεύσεις), επιχειρώντας πλήρεις κριτικές και ψυχολογικές προσεγγίσεις. Τρίτον, μπορεί η Χ. να μην αποκάλυπτε τίποτε για τη ζωή και τη γραφή της, άφησε όμως έναν τεράστιο αρχειακό θησαυρό από ημερολόγια, σημειωματάρια, επιστολές κλπ. για μετά θάνατον έρευνα. Έτσι ο Γουίλσον έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος που χειρίζεται το αχανές υλικό, μαζί τις μαρτυρίες των φίλων και των εραστών της.

Συντεταγμένες: Andrew Wilson, Beautiful Shadow: A Life of Patricia Highsmith, 2004. Στα ελληνικά: Εκδόσεις Νεφέλη, 2004, μετάφραση: Ραλλού Θεοδωρίδου, επιμέλεια μετάφρασης: Μαρίνα Βενιέρη, 777 σελ. (με 2 δεκαεξασέλιδα φωτογραφιών, 74 σελίδες σημειώσεων και βιβλιογραφία της συγγραφέως στα ελληνικά). Ο βιογράφος ζει στο Λονδίνο, γράφει στις Guardian, Daily Telegraph και Daily Mail, βραβεύτηκε με το βραβείο Edgar Allan Poe για την καλύτερη βιογραφία και ήταν shortlisted για το Whitbread.

Επίγραμμα: Αν η «βιογραφία είναι το τελευταίο λάβαρο του ρεαλισμού», όπως έγραψε ο Μπρόντσκι, τότε η ζωή αυτής της σκοτεινής ιέρειας διαβάζεται σαν το συναρπαστικότερο ρεαλιστικό μυθιστόρημα.

Πρώτη δημοσίευση σε: http://www.mic.gr/books.asp?id=15491