Λογοτεχνείο, αρ. 35

Ζυλιέν Γκρην, Μεσάνυχτα, εκδ. Μέδουσα, 1988, μτφ. Γιάννης Θεοδωρακόπουλος, σ. 171 (Julien Green, Minuit, 1936)

Από λίγη ώρα τώρα, ένιωθε μια αόριστη στενοχώρια και ταυτόχρονα μια ευτυχία την αιτία των οποίων δεν μπορούσε να μαντέψει. Ήλπιζε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν δεν θα ξεχνούσε αυτή την παράξενη στιγμή, όπου η χαρά και η μελαγχολία έμοιαζαν να γίνονταν ένα. Η ησυχία του σπιτιού, το μισοσκόταδο αυτού του μικρού δωματίου που πλενότανε και η χλιαρότητα της σάρκας της κάτω από το χέρι της, όλα αυτά της ήταν γνωστά. Σε ποιά στιγμή της ζωής της είχε νιώσει αυτήν την χαύνωση της σάρκας και της ψυχής; Ποιά φθινοπωρινή ημέρα όμοια με αυτήν εδώ, γεμάτη από ψιθύρους και κραυγές πουλιών; Έμεινε ακίνητη, προσπάθησε να θυμηθεί όμως η μνήμη της έμενε άφωνη, και ξαφνικά τα μάγια λύθηκαν. Γύρω της, τα αντικείμενα έχασαν την γνωστή τους όψη που είχαν για μερικά δευτερόλεπτα.

Στην Ελένη Γ. Ζαχαριάδου

Λογοτεχνείο, αρ. 31

Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη