Μαργκερίτ Ντυράς – Μετέωρο πάθος

Ο αduras exofνεπαρκής λόγος και η ηδονοβλεψία της γραφής

Συνέντευξη στην Λεοπολντίνα Παλλόττα Ντέλλα Τόρρε

1. Η διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η πολλαπλότητα του εαυτού

Συχνά στη ζωή μου είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχω: χωρίς κανένα πρότυπο, καμία αναφορά, πάντα σε αναζήτηση ενός τόπου, χωρίς ποτέ να βρεθώ εκεί που θα ήθελα να είμαι, πάντα καθυστερημένη, πάντοτε ανίκανη να απολαύσω όσα απολάμβαναν οι άλλοι. Σήμερα η ιδέα αυτής της πολλαπλότητας μου αρέσει; πιεζόμαστε να φτάσουμε σε μια αποκλειστική μοναδικότητα, ενώ ο πλούτος μας βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη διάσπαση. [σ. 156]

…εξομολογείται η Μαργκερίτ Ντυράς σε μια σειρά οικιακών συζητήσεων πάνω στην γραφή και το κείμενο, την λογοτεχνία και την κριτική, τον κινηματογράφο και το θέατρο, το πάθος και την γυναίκα, τα πρόσωπα και τους τόπους – σε ίδια και παρόμοια σχήματα άλλωστε συστηματοποιούνται εδώ οι απολαυστικοί ετούτοι διάλογοι. Φυσικά η αρχή αφορά την παιδική ηλικία…

duras.1266995641Δεν θα υπάρξει ποτέ κάτι αντίστοιχο σε ένταση σαν την παιδική ηλικία, είναι βέβαιη η Ντυράς. Ο Σταντάλ έχει δίκιο: η παιδική ηλικία είναι απεριόριστη. Στην δική της παιδική ηλικία εκείνη ήταν περισσότερο Βιετναμέζα παρά Γαλλίδα, μονίμως ξυπόλυτη, χωρίς ωράρια και δυτικούς κανόνες, με εκθαμβωτικές αναμνήσεις «τόσο δυνατές που καμιά γραφή δε θα μπορέσει ποτέ να τις ανακαλέσει». Κατηγορούσε τον Θεό για τα λοιμοκαθαρτήρια έξω από τα χωριά αλλά και ενθαρρυνόταν από τα ζωτικά γέλια των εγκλείστων. Κάποτε εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα της κι έκτοτε ζει «εξόριστη εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια», όπως οι Εβραίοι: όλα όσα πήρα μαζί μου στις περιπλανήσεις μου έγιναν πιο δυνατά και από το γεγονός ότι ήταν μακρινά, απόντα.

Φυσικά τα βιώματα αLouis Boudreault _paintingsπό τα πρώτα εκείνα δώδεκα χρόνια δεν έπαψαν να την επισκέπτονται. Γύρω τους και οι δευτεραγωνιστές της τότε ζωής της: μια χήρα πια μητέρα που αγόρασε γη που δεν ήταν καλλιεργήσιμη, πλημμύρισε από τον ειρηνικό, την δούλεψε μάταια για είκοσι χρόνια και κατέληξε μόνη, φτωχή και πικρόχολη, πάντα φοβισμένη απέναντι στους διανοούμενους, ότι κάτι από αυτούς πάντα θα της ξεφεύγει. Κι ένας αδελφός η επαφή με το σώμα του οποίου της προκαλούσε φρίκη και ταυτόχρονα την τραβούσε. Ούτως ή άλλως εκείνη άρχισε να γράφει «για να κάνει να μιλήσει η σιωπή κάτω από την οποία την είχαν συνθλίψει»· στα δώδεκά της, τής φαινόταν «ο μόνος τρόπος. Τα χρόνια του Παρισιού ήρθαν όταν κατάλαβε το λάθος της να περιμένει μέχρι να αντιληφθεί την παρουσία της η οικογένειά της· εκεί και η κατανίκηση του αισθήματος της αθλιότητας που της είχε μεταδώσει εκείνη η μητέρα.

2. Να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας…

Η εγγραφή της marguerite-durasστο Κομμουνιστικό Κόμμα υπαγορεύτηκε από την ανάγκη ένταξης σε μια συλλογική και συμμετοχική συνείδηση. Η δέσμευση σήμαινε να αφήσει την προσωπική της μοίρα και να ακολουθήσει του κόμματος· η δυστυχία της από προσωπική να γίνει ταξική. Κατά την οκταετή θητεία της άργησε να καταλάβει ότι «η εργατική τάξη ήταν θύμα των ίδιων της των αδυναμιών, ότι ακόμα και το προλεταριάτο δεν έκανε τίποτα για να βγει από τα όρια της μοίρας της». Η Ντυράς το είδε κατά πρόσωπο: η μαρξιστική δημαγωγία, στην προσπάθειά της να εκμηδενίζει τις αντιφάσεις του ατόμου, το μόνο που κάνει είναι να το αλλοτριώνει περισσότερο. Κάθε απόπειρα απλοποίησης της ανθρώπινης συνείδησης εμπεριέχει κάτι το φασιστικό. / Όπως όλα τα καθεστώτα, ο μαρξισμός φοβάται ότι «ορισμένες ελεύθερες δυνάμεις» – το φαντασιακό, η ποίηση, ακόμα κι ο έρωτας – αν δεν καθοδηγηθούν σωστά, μπορούν να υποσκάψουν τα θεμέλιά του, και εφάρμοσε πάντα ένα είδος λογοκρισίας της εμπειρίας, της επιθυμίας. [σ. 33]

DSC_0390Άλλωστε, για να προσχωρήσεις σε ένα κόμμα «πρέπει να είσαι αυτιστικός, νευρωτικός, κουφός και τυφλός κατά κάποιο τρόπο». Κι όμως, η συγγραφέας πίστεψε στην πολιτική ουτοπία: στον Αλιέντε, στην επανάσταση του 1917, στην άνοιξη της Πράγας, στα πρώτα χρόνια της Κούβας, στον Τσε Γκεβάρα, στο παρισινό 1968, γνωρίζοντας ακριβώς ότι κι αυτό ήταν ουτοπία. Η παράνοια και η ουτοπία μας σώζουν, μας προφυλάσσουν από όλα. Ο Μάης του ’68 ήταν πολύ πιο χρήσιμη πολιτική αποτυχία, με το ιδεολογικό κενό που δημιούργησε, σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη νίκη. Μάθαμε να κινούμαστε χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες ή τις αντιφάσεις, να μην ξέρεις πού πας, να ξέρεις μόνο ότι πας. Αντίθετα, είναι στο φόβο του κενού, στην επιθυμία καταστολής και του παραμικρού ρίσκου που θεμελιώνεται η εξουσία… Καμία ιδεολογία δεν προσδιόρισε τη γραφή της. Κάθε φορά που έγραφε ξεχνούσε κάθε ιδεολογία και κάθε αναφορά σε κουλτούρα.

3. Το ανέκφραστο πάθος και η ηδονοβλεψία της γραφής

3Ειδικό κεφάλαιο συζήτησης αφιερώνεται στο πάθος, που αν και υπήρξε το κατεξοχήν θέμα όλων των τεχνών, τίποτα δεν ήταν πιο δύσκολο να ειπωθεί και να περιγραφεί. Όταν έγραφε το βιβλίο της Ο εραστής ένοιωθε ένα είδος ευτυχίας. Το βιβλίο είχε βγει από το σκοτάδι, ένα σκοτάδι όπου είχε κρύψει την παιδική της ηλικία. Η συγγραφέας το χαρακτηρίζει ως ένα άγριο κείμενο, που έβγαλε την βίαιη πλευρά της· σαν το κινέζικο σώμα του που δεν της άρεσε, έδινε όμως ηδονή στο δικό της. Η γυναίκα του Moderato Cantabile και του Χιροσίμα αγάπη μου ήταν εκείνη, «εξουθενωμένη από το πάθος και μη μπορώντας να το εκφράσει με το λόγο», αποφάσισε να το γράψει, «σχεδόν με ψυχρότητα». Όσο για το βιβλίο της Έρωτας, αυτό που μένει είναι όλα εκείνα που μένουν μετέωρα, μέσα στο πάθος, δίχως την δυνατότητα να τα ονομάσεις. Το νόημα του βιβλίου βρίσκεται ολοκληρωτικά εκεί, σε αυτό τον ελλειπτικό λόγο. Άλλωστε, όπως λέει αλλού, τα βιβλία βγαίνουν ύστερα από μεγάλες, ατέλειωτες σιωπές.

Η ηδονοβλεψία, μια μόνιμη θεματική στο έργοmarguerite-duras-2-by-laura-grigorita[41378] της μοιάζει να θέλει να επικυρώσει την αδιάκοπη παρουσία ενός τρίτου που κοιτάζει το φούντωμα του πάθους σε ένα ζευγάρι, όπως ορθά παρατηρεί η ερωτούσα. Και πράγματι η συγγραφέας πιστεύει ότι ο έρωτας γίνεται με τρεις: ένα μάτι που κοιτάζει, την ώρα που η επιθυμία κυκλοφορεί από τον έναν στον άλλο. Αλλά εδώ κάνει μια ευφυή σύνδεση: θα αποκαλούσε τη γραφή τρίτο στοιχείο μιας ιστορίας. Άλλωστε, δεν συμπίπτουμε ποτέ τελείως με αυτό που κάνουμε, δεν είμαστε ποτέ ολοκληρωτικά εκεί που νομίζουμε πως είμαστε. Ανάμεσα σ’ εμάς και στις πράξεις μας υπάρχει μια απόσταση, τα πάντα γίνονται εξωτερικά. Τα πρόσωπα κοιτάζουν ξέροντας ότι τα κοιτάζει κι αυτά κάποιος άλλος.

4. Ο ανεπαρκής λόγος, ο ελλειπτικός λόγος

5Υπάρχει μια αίσθηση ανείπωτου στα κείμενα της Ντυράς: κενά από το ένα απόσπασμα στο άλλο, διαλείψεις του λόγου, μια νέα σημειωτική, μια νοσταλγία για τη χαμένη μυθοπλασία. Η σιωπή, η συγκράτηση, αυτό που αποσιωπάται ή απλώς αναφέρεται υπαινικτικά, ο ανώφελος λόγος, μια ενύπαρκτη αδυναμία να φτάσεις τον άλλον. Τελικά οι σιωπές που τέμνουν τον λόγο έχουν δυνατότητα επικοινωνίας μεγαλύτερη απ’ οποιουδήποτε λόγου; Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι ένα ανεπαρκές και ψεύτικο μέσο έκφρασης της επιθυμίας.

duras1Θεωρούμε συχνά ότι ο χρόνος της ζωής διακόπτεται από τα γεγονότα: στην πραγματικότητα αγνοούμε την εμβέλειά τους. Εκείνο που μας ξαναδίνει τη χαμένη σημασία τους είναι η μνήμη. Εντούτοις, όλα όσα παραμένουν ορατά, ή μπορούν να ειπωθούν, είναι συχνά περιττά, επιφανειακά, η εξωτερική πλευρά της εμπειρίας μας. Τα υπόλοιπα παραμένουν στο εσωτερικό, σκοτεινά, δυνατά, σε τέτοια βαθμό ώστε να μην μπορούν να αναφερθούν. Όσο εντονότερα είναι τα πράγματα, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βγουν ολοκληρωτικά στην επιφάνεια. Το να δουλεύω με τη μνήμη, με την κλασική έννοια, δεν με ενδιαφέρει: δεν έχουμε να κάνουμε με αρχεία από όπου αντλούμε δεδομένα κατά βούληση. Ακόμα και η πράξη να ξεχνάμε, είναι απολύτως απαραίτητη: αν το 80% από όσα μας συμβαίνουν δεν ήταν απωθημένα, η ζωή μας θα ήταν ανυπόφορη. Η αληθινή μνήμη είναι η λήθη, το κενό: αυτή που μας επιτρέπει να μην ενδίδουμε στην τυραννία της ανάμνησης, στους δυσβάσταχτους πόνους που ευτυχώς έχουμε ξεχάσει. [σ. 70 – 71]

DurasΗ γραφή της Ντυράς αγνοεί και την γραμμικότητα ή την χρονική ακολουθία· εκμηδενίζει κάθε ενότητα πράξης και τοπίου ενώ ακολουθεί μια συνεχή συγχρονία, όπου σε κάθε γεγονός αντιστοιχεί η συνάντηση με κάποιο άλλο που εκτυλίσσεται αλλού. Ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτει με την άμεση αποκατάσταση ενός εσωτερικού χρόνου και με την απελευθερωμένη ροή μιας πράξης σύμφωνα με τις διάφορες χωροχρονικές συντεταγμένες.

5. Τα γεγονότα ως κύκλοι στο νερό …

Τα γεγονότα της ζωής μας δεν είναι ποτέ μοναδικά και δεν διαδέχονται το ένα το άλλο με μονοσήμαντο τρόπο, όπως θα θέλαμε. Πολλαπλά, ακατανίκητα, αναμεταδίδονται αενάως στη συνείδηση, πηγαινοέρχονται από το παρελθόν μας στο μέλλον, καθώς διαχέονται σαν τη ηχώ, σαν τους κύκλους στο νερό, και εναλλάσσονται κάθε φορά μεταξύ τους. [σ. 76]

Το προσωπικό της σpg056-01τοίχημα υπήρξε ακριβώς η αποκρυπτογράφηση αυτού «που υπάρχει ήδη μέσα μας σε αρχέγονη κατάσταση, δυσερμήνευτο για τους άλλους», στο χώρον που αποκαλεί «χώρο του πάθους». Κάπου εδώ θυμάται και την γνωστή παλιά προσταγή: είναι ανάγκη να στρωθείς στο γράψιμο χωρίς να ξέρεις ακόμα τι θα γράψεις – η ίδια η γραφή εκφράζει αυτήν την άγνοια, αυτήν την αναζήτηση του σκοτεινού χώρου όπου συσσωρεύεται το σύνολο των εμπειριών. Οι συγγραφείς, άλλωστε, δίνουν μορφή σε αυτό που οι άλλοι αισθάνονται με ασάφεια· ένας λόγος παραπάνω να τους κυνηγούν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Ιδού το έργο της λογοτεχνίας: να αναπαραστήσει το απαγορευμένο· να πει αυτά που δεν λέγονται κανονικά.

6 …και το κενό ανάμεσα στη λέξη και στην πράξη

Ακριβώς σε αυτά τα ελλειπτιNEAUPHLE LE CHATEAU: HOUSE OF MARGUERITE DURASκά σχήματα είναι απαραίτητη μια σχεδόν ερωτική συνενοχή ανάμεσα στο κείμενο και τον αναγνώστη, που να ξεπερνάει την απλή κατανόηση των προτάσεων και μόνο. Αυτό που δεν έπαψε να ενδιαφέρει την Ντυράς ήταν η μελέτη του ραγίσματος, των δυσαναπλήρωτων κενών που χωρίζουν τη λέξη από την πράξη, τα κατάλοιπα ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που αποσιωπάται ή περιχαρακώνεται σε ιστορίες ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Το μάθημα, άλλωστε του Εραστή ήταν αρκετό: στην προσπάθειά της ονομάσει εκείνη την ιστορία βγάζοντάς την από το πρωταρχικό και ιερό σκοτάδι, η γλώσσα σκοτώνει κάθε πάθος, το οριοθετεί, το μειώνει. Σε μια γνωστή αποστροφή της, η συγγραφέας λέει ότι δεν είναι το σεξ αυτό που την ενδιαφέρει, αλλά εκείνο που βρίσκεται στη ρίζα του ερωτισμού, η επιθυμία· αυτό που δεν μπορούμε, ίσως και να μην πρέπει, να κατευνάσουμε με το σεξ. Σε άλλη της συνομιλία, όπως αναφέρεται στις υποσημειώσεις, είχε δηλώσει: Εκείνο που μετράει δεν είναι η ερωτική πράξη, είναι να έχεις επιθυμία. Το πόσοι άνθρωποι κάνουν έρωτα χωρίς επιθυμία, φτάνει πια.

4 - tumblr_mvhupk3w6y1qd0hmpo1_500Και τελικά, αυτή η ιέρεια της γραφής δεν παύει να υποστηρίζει ότι τα πράγματα που μας ανήκουν περισσότερο από όλα περνούν από εκεί ακριβώς: από τον προφορικό, άμεσο λόγο, να πιστεύει ότι εκείνο που αποφασίζει για μας δεν είναι η θέλησή μας αλλά η ακούσια μνήμη και να επιμένει ότι πρέπει τα βιβλία να απελευθερωθούν τα βιβλία από το κλουβί της γραφής, να γίνουν ζωντανά και ικανά να κυκλοφορήσουν, να κάνουν τους ανθρώπους να ονειρευτούν. Κάπου εκεί εκφράζει την ωραία έκπληξη της έμπνευσης ενός συγκροτήματος από το Hiroshima mon amour. Φυσικά πρόκειται για τους περίφημους «νεοκυματικούς» τότε Ultravox, που πιστά αρχίσαμε να ακολουθούμε στις αρχές εκείνου του ηλεκτρονικού νέου ροκ, προτού αγαπήσουν κι αυτοί τα ανοιχτά στάδια. Πού να γνωρίζαμε κι εμείς τότε, ότι σχεδόν σαράντα χρόνια μετά θα συνεχίζαμε να απολαμβάναμε την γραφή της ηθικής αυτουργού αλλά και κάθε της λόγο σε αυτό το τόσο απολαυστικό διαλογικό βιβλίο. Somehow we drifted out so far, communicate like distant stars….

Εκδ. Ολκός, 2013, μτφ. Βάσω Μέντζου, σελ. 189, με 79 σημειώσεις του/της Ρενέ ντε Σεκαττί [Marguerite Duras, La passion suspendue. Entretiens avec Leopoldina Pallotta della Torre, 2013]

ΥΓ. Εμπνευσμένος από την Marguerite Duras και αφιερωμένος στο πρόσωπό της ήταν και ο δίσκος Hommage a Duras που κυκλοφόρησαν Οι αγαπημένοι μας Δίσκοι του Λυκόφωτος το 1987, με συμμετοχές των Blaine Reininger, Richard Jobson, Durutti Column, Winston Tong, Dislocation Dance κ.ά.

Ρεϊμόν Ραντιγκέ – Ο διάβολος στο κορμί

1Ο πόλεμος ως προϋπόθεση ευτυχίας

«Οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή θα ήταν παιδική χίμαιρα να εύχομαι το θάνατο του άντρα της, αλλά τώρα αυτή η ευχή γινόταν τόσο ένοχη όσο αν τον είχα σκοτώσει. Χρωστούσα στον πόλεμο την ευτυχία που μόλις άρχιζε· περίμενα χάρη σ’ αυτόν ν’ αποκορυφωθεί. Ήλπιζα πως ο πόλεμος θα διευκόλυνε το μίσος μου, όπως ένας άγνωστος που διαπράττει το έγκλημα στη θέση μας». [σ. 67]

Ιδού ο αντίποδας της μυθολογίας του πολέμου, το αντίθετο άκρο του ηρωισμού, η μέγιστη απομάκρυνση από τις εθνικές εξάρσεις και το πατριωτικό χρέος: η απροκάλυπτη εξομολόγηση ενός μυθιστορηματικού ήρωα για την οφειλή του στον πόλεμο ως πρωταρχικού παράγοντα για την ευτυχία του. Πρόκειται για την ευτυχία του έρωτα, που ο πρωτοπρόσωπος δεκαεξάχρονος αφηγητής ζει με την δεκαεννιάχρονη Μάρθα, σύζυγο ενός στρατιώτη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πέρα από το «σκανδαλώδες» και «ανεπίτρεπτο» της ερωτικής σχέσης μεταξύ ενός μαθητή και μιας παντρεμένης γυναίκας, που προφανώς προκάλεσε στην εποχή του ιδιαίτερο σάλο, το έργο απερίφραστα θέτει τον έρωτα πάνω από οποιαδήποτε άλλη αξία, ακόμα κι εκείνη frontτην ανθρώπινης ζωής. Οι εραστές δεν βρίσκουν απλώς την ιδανική ευκαιρία να ευτυχήσουν χάρη στην απουσία του συζύγου στον πόλεμο αλλά και απερίφραστα επιθυμούν την παράτασή της· ο μαινόμενος πόλεμος αποτελεί προαπαταιούμενο για την ανεμπόδιστη ερωτική τους σχέση. Η βίωσή της περιφρονεί την κοινή γνώμη και αδιαφορεί για τις συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσης· η μόνη ηθική που αναγνωρίζεται είναι αυτή του έρωτα.

Μόνος αντίπαλος είναι ο χρόνος σε όλες του τις κλίμακες, από την μικρότερη (η ακύρωση των στρατιωτικών αδειών συνεπάγεται ακόμα περισσότερες κοινές στιγμές) έως την μεγαλύτερη (η λήξη του πολέμου θα σημάνει το τέλος της σχέσης) – και εδώ χάσκει ένα προαιώνιο ζήτημα. Αντίστροφα, από το τέλος του χρόνου ξεκινάει η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος [Claude Autant – Larra, 1947]: ο αφηγητής περιπλανιέται με διάχυτη θλίψη στο Παρίσι που μόλις απελευθερώνεται και ξεχειλίζει από κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών. Η ανελέητη καταδίωξη του χρόνου και από τον χρόνο εμπνέει τον συγγραφέα για μια σειρά σχετικών συλλογισμών πάνω στην διάρκεια της ευτυχίας και της ηδονής.

diavolo_in_corpo_g_rard_philipe_claude_autant_lara_007_jpg_mvmtΈχουμε άραγε εδώ έναν μέχρις εσχάτων ερωτικό ιδεαλισμό; Μα όχι, ο αφηγητής γνωρίζει τις αυταπάτες του έρωτα και φροντίζει να τις θυμάται συχνά, κάποτε με ιδιαίτερη ειρωνεία: «Ξέραμε ότι ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν ότι καινοτομούν». «Ο έρωτας είναι ο εγωισμός που μοιράζονται δυο άνθρωποι, γι’ αυτό και θυσιάζει τα πάντα στο βωμό του και ζει με το ψέμα». Ούτως ή άλλως, καθημερινά μάχεται στο δικό του πολεμικό πεδίο με όλες οι αγωνίες ενός ερωτευμένου ανθρώπου: την επιθυμία της υποταγής, τον ανταγωνισμό της εξουσίας, την αγωνία της διάρκειας.

Raymond Radiguet endormi, dessin de Jean Cocteau 1922Το βιβλίο εκδόθηκε το 1923, το έτος που ο συγγραφέας πέθανε σε ηλικία είκοσι τριών ετών, έχοντας ήδη εξομολογηθεί ότι έζησε μια ανάλογη προσωπική ιστορία. Έγραψε ποίηση, θέατρο κι ένα ακόμα μυθιστόρημα, υπήρξε θερμός αναγνώστης του Λοτρεαμόν, του Μαλλαρμέ, του Ρεμπώ, του Σταντάλ και του Προυστ, έζησε για πέντε χρόνια το μποέμικο μεσοπολεμικό Παρίσι, συνδέθηκε με τον Ζαν Κοκτό, έγραψαν μαζί ένα λιμπρέτο. Η γραφή του εδώ αγνοεί τους νεωτερισμούς της εποχής και επιλέγει με τον πιο απλό και ρεαλιστικό τρόπο να γράψει ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης και μαθητείας, κάποτε με ιδιαίτερη αποφθεγματική διάθεση: «Τις πιο μεγάλες απολαύσεις δεν τις αντλούμε από το καινούργιο αλλά από αυτό που μας έχει γίνει συνήθεια». «Άρχισα να απελπίζομαι γιατί κατάλαβα πως μόνο ο έρωτας μας δίνει δικαιώματα πάνω σε μια γυναίκα». «Καμιά ηλικία δεν ξεφεύγει από την αφέλεια, ούτε καν τα γηρατειά».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει μια άλλAmadeo-Modigliani-Portrait-of-Beatrice-Hastings-and-Portrait-of-Raymond-Radiguetη, εξίσου παράπλευρη οπτική της ζωής πίσω από τον πόλεμο, πέρα και από την παιδική οπτική («Κι όσοι ήδη με αντιπαθούν, ας θυμηθούν τι σήμαινε ο πόλεμος για πάρα πολλά μικρά αγόρια: τέσσερα χρόνια μεγάλων διακοπών»). Ο αφηγητής αναφέρει ένα δραματικό περιστατικό: μια νεαρή υπηρέτρια έχει βρεθεί στη στέγη του σπιτιού όπου εργάζεται, διαμαρτυρόμενη για την κακομεταχείριση από τους κυρίους της, ενώ εκείνοι παριστάνουν τους απόντες στο εσωτερικό του σπιτιού. Η γυναίκα «βηματίζει πέρα δώθε σαν να κάνει βόλτα στη γέφυρα ενός σημαιοστολισμένου πλοίου», ενώ «οι φωτεινές λυχνίες μπροστά της σχημάτιζαν μια πραγματική ράμπα». Αργότερα, όταν οι βιαστικοί περαστικοί δεν της αφιερώνουν παρά ένα λεπτό, εκείνη μοιάζει «με μοναχική καπετάνισσα κουρσάρων που έχει μείνει ολομόναχη σ’ ένα καράβι που βουλιάζει». Ο αφηγητής τονίζει πως αν επιμένει σ’ ένα τέτοιο επεισόδιο είναι γιατί βοηθάει να καταλάβει κανείς καλύτερα την παράξενη εποχή του πολέμου αλλά και πόσο αναζητούσε σε κάθε περίσταση «την ποίηση των πραγμάτων».

Εκδ. Ροές, 2014, Β΄ έκδοση μτφ. Χρύσα Κοντογεωργοπούλου, επιμ. Σοφία Κορνάρου – Βιργινία Γαλανοπούλου, 191 σελ. [Α΄έκδ: εκδ. Printa, 2003], [Raymond Radiguet, Le Diable au corps, 1923].

Πρώτη δphoto-Le-Diable-au-corps-Il-Diavolo-in-corpo-1985-3ημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Στις εικόνες: Το σχέδιο του κοιμώμενου συγγραφέα είναι του Jean Cocteau (1922). Το πορτραίτο της Βεατρίκης και του Ραντιγκέ είναι του Amadeo Modigliani [Portrait of Beatrice Hastings and Portrait of Raymond Radiguet]. Η αφίσα είναι από την πρώτη κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας (βλ. παραπάνω), ενώ η τελευταία είναι από την δεύτερη, σε σκηνοθεσία του Marco Belocchio (1986).