Γκίντερ Βάλραφ – Από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος

WALLRAFF_HIGHΣτα σωθικά του μοντέρνου γερμανικού μεσαίωνα

Από τους πλέον μαχητικούς, στρατευμένους και πολυδιαβασμένους δημοσιογράφους στον κόσμο ο Βάλραφ (γενν. 1942) εφαρμόζει μια μέθοδο που σχεδόν έχει ταυτιστεί με το όνομά του: προκειμένου να ζήσει από πρώτο χέρι τις καταστάσεις που επιθυμεί να καταγγείλει, γίνεται κομμάτι τους, ως θύμα τους. Μεταμφιέζεται, αποκτά ψεύτικα στοιχεία, αλλάζει «χαρακτήρα» και εισέρχεται χωρίς φόβο με πάθος στα στόματα των λύκων. Οι τίτλοι των βιβλίων του, πολλά από τα οποία αποτελούν συλλογές με ρεπορτάζ, είναι ενδεικτικοί: Σε χρειαζόμαστε: Εργάτης στις γερμανικές βιομηχανίες, 13 ανεπιθύμητα ρεπορτάζ, Εσείς εκεί πάνω, εμείς εκεί κάτω, Ο φασισμός δίπλα μας. Ο Βάλραφ ήρθε στην Ελλάδα τον Μάιο του 1974 και αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς· συνελήφθη, δικάστηκε (με συνήγορο τον Γ.Α. Μαγκάκη) και φυλακίστηκε μέχρι την πτώση της χούντας. Ο Βάλραφ λαμβάνει κάθε βδομάδα γράμματα και e – mail από ολόκληρη τη Γερμανία στα οποία πάσης φύσεως εργαζόμενοι του εξιστορούν τα καψόνια που υφίστανται κάθε μέρα στη δουλειά τους, αδυνατώντας όμως να βγουν από την ανωνυμία τους.

1986-GunterWallraffΚάπως έτσι οδηγείται και στην μεγάλη αρτοποιία Gebr. Weinzheimer Brot που ανήκει στον όμιλο Lidl, στην κατηγορία των προμηθευτών τροφίμων σε τιμές προσφοράς. Η παράκλησή του να εργαστεί το πρώτο διάστημα δωρεάν γίνεται δεκτή με μεγάλη χαρά από τους υπεύθυνους, που συμφωνούν με χειραψία αλλά όχι με συμβόλαιο, και αμέσως εντάσσεται στους εργάτες που φουρνίζουν και συσκευάζουν προψημένα ψωμάκια σε σακούλα. Κάθε φορά που ακούγεται η εφιαλτική σειρήνα, οι εργάτες υποχρεούνται να κατεβάσουν τις καυτές λαμαρίνες από τον ιμάντα, ενώ τα καυτά ψωμάκια εκσφενδονίζονται προς κάθε κατεύθυνση· τα εγκαύματα αποτελούν μέρος της εργασιακής καθημερινότητας. Όταν ο ίδιος ο Βάλραφ τραυματίζεται, διαπιστώνει ότι το ντουλάπι των πρώτων βοηθειών δεν έχει ούτε τα στοιχειώδη, ενώ δεν του επιτρέπεται να πάει στο νοσοκομείο πριν το τέλος της βάρδιας.

gunter_wallraff_623655Από τη στιγμή που το εργοστάσιο βρίσκεται στο έλεος του Lidl, δηλαδή του ενός αγοραστή μεγάλων ποσοτήτων, οι εργάτες εξαναγκάζονται να δουλεύουν αδιάκοπα επί δύο και τρεις εβδομάδες χωρίς ρεπό ή να στέλνονται στο σπίτι τους μέχρι νεωτέρας. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης έχει καθιερώσει ένα αποδοτικό σύστημα ρουφιανιάς και επιτηρεί τους υπαλλήλους του μέσω ίντερνετ σε οποιαδήποτε γενιά του κόσμου· ενδεικτική είναι η επίπληξη από την κρεβατοκάμαρά του μια εργαζόμενη που φορούσε λάθος χρώμα παντελόνι εργασίας!

Η εμπειρία στις εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων δεν τραυματίζει το σώμα αλλά τη συνείδηση. Εδώ ο Βάλραφ εισέρχεται στον επιβλητικό πύργο της Κολονίας Μέντια Παρκ, όπου έχουν εγκατασταθεί επιχειρήσεις με κλειστά χαρτιά και πλήρη ασυλία από το γερμανικό κράτος. Το συγκρότημα των γραφείων, χαρακτηριστικό παράδειγμα του θαυμαστού καινούργιου εργασιακού κόσμου. αποτελεί και την έδρα της CallOn, εταιρείας διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων. Σε αυτά τα ορυχεία της νεότερης εποχής (ο χώρος περιλαμβάνει εκατό πόστα εργασίας με Η/Υ) χιλιάδες άνθρωποι δουλεύουν αόρατοι, στα κρυφά και εμπορεύονται πάσης φύσεως υπερτιμολογημένα και κατώτερης ποιότητας προϊόντα ή πληροφορούν για υποτιθέμενα κέρδη σε τυχερά παιχνίδια. Σε κάθε περίπτωση ο πελάτης βγαίνει πάντα εξαπατημένος.

GLnter-Wallraff-Schriftsteler-D-in-der-Maske-des-TLrken-AliΈνας επαγγελματίας πωλητής εξομολογείται στον συγγραφέα ότι προσφέρεται κάθε τόσο για πειραματόζωο σε φαρμακευτικές εταιρείες έναντι μικρών αμοιβών. Παρά το γεγονός ότι το τηλέφωνο δεν είναι οπτικό, ο ενδυματολογικός κώδικας είναι αυστηρός: απαγορεύονται τα τζιν και τα αθλητικά παπούτσια, καθώς, σύμφωνα με τον υπεύθυνο, το παρουσιαστικό μεταφέρεται στην εσωτερική στάση του πωλητή που αντιλαμβάνεται ο πελάτης. Ο ίδιος μάλιστα επιπλήττει τον Βάλραφ που σέβεται τις παρακλήσεις μιας κυρίας να μην επιμένει άλλο: όχι, έπρεπε να επιμείνει να την πείσει· η συνείδηση πρέπει να αφήνεται στο σπίτι.

Σε αυτή την πρώτη μέρα δουλειάς ενόχλησα συνολικά 80 ανθρώπους. Η λέξη «πελάτες» μού είναι δυσάρεστη, το σωστό θα ήταν «υποψήφια θύματα». Με κανέναν δεν έχω την αίσθηση πως του είναι επιθυμητό το τηλεφώνημα. Οι περισσότεροι θυμώνουν και νευριάζουν. Πολλοί σου δίνουν να καταλάβεις πως το να τους ενοχλούν διαρκώς με νέες τηλεφωνικές προσφορές τους φαίνεται σαν τηλεφωνική τρομοκρατία. Έχω σημειώσει κρυφά αρκετά τηλέφωνα. Την επόμενη μέρα παίρνω τους τηλεφωνικούς «πελάτες» της CallOn από το σπίτι και τους ρωτάω αν έχουν λάβει μέρος σε διαγωνισμό ή αν έχουν υπογράψει κάποια συγκατάθεση, όπου συμφωνούν ρητά με ένα τέτοιου είδους τηλεφώνημα. Όλοι ανεξαιρέτως απαντούν αρνητικά. Κανένας δεν είχε θελήσει να τους εξηγήσει «εκούσια ή συνειδητά», όπως απαιτεί η νομολογία. [Απάτη μέσω τηλεφώνου, σ. 107]

kami_wallraff_DW_V_1223348pΕπόμενη αποστολή τα Starbucks, ο δισεκατομμυριούχος κύριος μέτοχος των οποίων, εξακολουθεί να επιμένει πως για τους εργαζόμενους δεν είναι απλώς μια δουλειά αλλά ένα πάθος που μοιράζονται όλοι ως «συνεργάτες». Προφανώς μέσα στο πάθος εντάσσεται η πρόταση των υπευθύνων της βάρδιας προς τους υπαλλήλους να κοιμούνται σε δυο πολυθρόνες μέσα στο μαγαζί ώστε να είναι φρέσκοι την άλλη μέρα στη δουλειά, να μην πληρώνονται τις υπερδιπλάσιες υπερωρίες ή να ιεραρχούνται με βάση τις αφαιρέσεις πόντων (που προβλέπονται αν ο υπάλληλος δεν κοιτάξει τον πελάτη μέσα σε τρία δευτερόλεπτα από την ώρα που μπήκε, αν δεν του χαμογελάσει, αν αφήσει το συρτάρι της ταμειακής παραπάνω από τον καθορισμένο αριθμό δευτερολέπτων κλπ.). Διαφορετικές αλλά εξίσου απάνθρωπες, σχεδόν σαρκοβόρες συνθήκες συναντά και στο πιο φημισμένο γκουρμέ εστιατόριο τη Γερμανίας.

günter-wallraff-interviewΟ Βάλραφ δεν περιορίζεται στον κόσμο της εργασίας αλλά παραμένει κυριολεκτικά στο δρόμο. Στην χώρα μοντέλο λοιπόν που διατείνεται πως είναι η Γερμανία τουλάχιστο 30.000 άνθρωποι δεν έχουν δική τους στέγη παρά ζουν και διανυκτερεύουν στο δρόμο ή κάποιες φορές σε «υπνοθήκες έκτακτης ανάγκης», κοινώς καταλύματα αστέγων. Ο συγγραφέας έμεινε μήνες σε τέτοια καταλύματα σε διάφορες γερμανικές πόλεις και κατέγραψε τις συγκλονιστικές ιστορίες των, κομψότερα ονομαζόμενων στην επίσημη γλώσσα, ανέστιων. Για το ανύπαρκτο γερμανικό κράτος «πρόνοιας» ακόμα και η έκτακτη ανάγκη έχει τους κανόνες της και η γραφειοκρατία κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή των πολλαπλά καταφρονεμένων ανθρώπων. Ενδεικτικό παράδειγμα από το χωριό … Κοντέινερ στην Φρανκφούρτη: όταν κάποιος θέλει να έχει ένα μόνιμο κατάλυμα πρέπει τουλάχιστο να παρουσιάζει πρόβλημα με ναρκωτικά και αλκοόλ. Πολλοί αρχίζουν να πίνουν γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο!

Ανήμερα τα Χριστούγεννα ψάχνω να βρω ένα μέρος να κοιμηθώ – λέω να στρώσω έξω. Κατά τις εννιά το βράδυ στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολονίας πέφτω πάνω σε έναν νεαρό άντρα. Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του, μου δίνει ια παράξενη εντύπωση που δεν μπορώ να την καταλάβω. Τα πουκάμισά του έχουν βγει έξω από το παντελόνι, τρέμει από το κρύο. Με ένα κόμπιασμα στη φωνή του αναφέρει ότι το έσκασε από ένα ίδρυμα περίθαλψης αστέγων στο Μπαντ Χόνερ, μια μικρή πόλη ανατολικά της Κολονίας, ότι εδώ και τρεις μέρες κοιμάται στον δρόμο και την τελευταία νύχτα τον κλέψανε. / Τον πήρα αγκαζέ και ψάξαμε παρέα να βρούμε το αστυνομικό τμήμα του σιδηροδρομικού σταθμού. Εκεί αναφέρει το όνομά του, Τόμας Σ., και την ημερομηνία γεννήσεώς του. Ο αστυνόμος κοιτάει στον κομπιούτερ του: «Με αυτό το όνομα δεν έχουμε δηλωμένο κανέναν. Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». [Υπό το μηδέν, σ. 59]

WΗ πλήρης ακύρωση των εργασιακών σχέσεων, ο ψυχολογικός πόλεμος εναντίον των εργαζόμενων, η απαξίωση της κρατικής εταιρείας σιδηροδρόμων, με στόχο την ιδιωτικοποίησή της και ο ρατσισμός αποτελούν ορισμένα μόνο από τα θέματα των υπόλοιπων κειμένων. Ο Βάλραφ διαπιστώνει διαρκώς πως η γερμανική ξενοφοβία δεν έχει καμία σχέση με πραγματικές εμπειρίες – όσο πιο σπάνια οι άνθρωποι συναντούν ξένους, τόσο πιο συχνό είναι το φαινόμενο του ρατσισμού. Και είναι σχεδόν κωμικοτραγική η προσπάθειά του ως Σομαλού μετανάστη να συμμετάσχει σε μια τοπική εκδρομή. Η ομήγυρη των γηραιών γερμανών κάνουν τα πάντα για να του δείξουν πόσο ανεπιθύμητος είναι. Όταν δεν το καταφέρνουν, απλώς τον αγνοούν: κάνουν σα να μην υπάρχει!

guenther-wllraff100~_v-image853_-7ce44e292721619ab1c1077f6f262a89f55266d7Τι είδους ανάπτυξη ευαγγελίζεται το γερμανικό υπερκράτος όταν απαρτίζεται από πολίτες που ζουν πάνω και κάτω από τα όρια της ανέχειας και βασίζεται στην εργασία μεταναστών που κατά τα άλλα αντιμετωπίζονται με κάθε ρατσιστικό τρόπο; Η υποτιθέμενη αυστηρή γερμανική πολιτεία ανέχεται απροκάλυπτα την φοροδιαφυγή, επιτρέπει τον μαύρο τζόγο, αφήνεται στην κυριαρχία των ισχυρότερων και παραδίδεται άνευ όρων στην παγκοσμιοποίηση. Κατά τα άλλα επιθυμεί να ηγείται της Ευρώπης διδάσκοντας δεοντολογία, πολιτική και σωστή διακυβέρνηση.

Εκδ. Τόπος, 2011, μτφ. Μαρία Μουρσελά, σ. 334, με σχόλια [Gunter Wallraff, Aus der schonen neuen Weit. Expeditionen ins Landesinnere, 2009].

Πρώτη δημοσίευση: σΤο Παράθυρο.

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.