Συλλογικό – Η δική μας Αμερική. Η αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα

[επιμ. Έλενα Μαραγκού – Θεοδώρα Τσιμπούκη]

Η μερική Αμερική

Ο πολυσέλιδος πρόλογος των επιμελητριών είναι σαφής: η πολιτισμική σχέση Ελλάδας και Αμερικής δεν εμφανίζεται στην ελληνική βιβλιογραφία με την συχνότητα που θα άρμοζε στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο όσον αφορά διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις στη μελέτη των πολλαπλών διαδικασιών μέσω των οποίων η ελληνική κουλτούρα αλληλοεμπλέκεται, αλληλοτροφοδοτείται και συνδιαλέγεται με την αμερικανική. Και τελικά αυτό που συμβαίνει είναι μια σχέση υποτέλειας ή ένας γόνιμος διάλογος; Φυσικά η μανιασμένη διατράνωση της ανωτερότητας του αμερικανικού τρόπου ζωής εκ μέρους των αμερικανών είναι δεδομένη και εκφράζεται ιδανική με τα λόγια του Pinter: Από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιδοθεί σε μια αδιάκοπη, συστηματική, αδίστακτη και εντελώς κυνική άσκηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ την ίδια στιγμή φορούν τη μάσκα του εκπροσώπου της παγκόσμιας ηθικής τάξης. Αλαζονική, αδιάφορη, με έκδηλη περιφρόνηση προς το διεθνές δίκαιο, υποτιμώντας και χειραγωγώντας τα Ηνωμένα Έθνη, είναι πλέον  πιο επικίνδυνη δύναμη που υπήρξε ποτέ στον κόσμο. Η υπεραπλούστευση όμως που θέλει την Αμερική ως πολιτισμικό εισβολέα αποτελεί μια γενικευμένη εδώ και αλλού αντίληψη που συσκοτίζει, τονίζεται στην εισαγωγή, την πολυφωνία και την πολυμέρεια της αμερικανικής κουλτούρας.

Στη χώρα μας το αντιαμερικανικό αίσθημα γιγαντώθηκε μεταπολιτευτικά για ευνόητους λόγους. Τόσο αριστερές και δεξιές αντιλήψεις εμμένουν σε γνωστά συγκεκριμένα στερεότυπα τα οποία λειτουργούν ως ιδεολογικά φίλτρα που εμποδίζουν την κατανόηση των περίπλοκων ιστορικοκοινωνικών μηχανισμών που δημιουργούν την αμερικανική πολιτισμική παραδοξότητα. Σε κάθε περίπτωση ο «αντιαμερικανισμός» σχοινοβατεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα και σε συλλογικό φαντασιακό συντηρούμενο από ιδεολογικές αντιφάσεις. Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν η παρούσα συλλογική έκδοση επιχειρεί να αναδείξει «την πολυπολιτισμική βάση και τα πλουραλιστικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτισμού και της αμερικανικής κοινωνίας», επιβεβαιώνοντας και τα λόγια του Edward Said πως καμιά κουλτούρα δεν λειτουργεί ως αυτόνομη και αυτάρκης αφού στην πραγματικότητα αφομοιώνει περισσότερα “ξένα” στοιχεία απ’ όσα αποκλείει και πως κάθε πολιτισμός είναι υβριδικός, ετερογενής και μη μονολιθικός.

Πώς άρχισε να διαμορφώνεται η «αμερικανική ταυτότητα»; Ένα σύντομο διάγραμμα όσων επιχείρησαν να την αποτυπώσουν περιλαμβάνει την συστηματική μελέτη της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την κριτική της «τυραννίας της πλειοψηφίας» και της άποψης πως «η αλήθεια βρίσκεται από την πλευρά των περισσοτέρων» από τον Αλέξις ντε Τοκβίλ, τον αισθητισμό και τις επιφυλάξεις του ταξιδευτή της Όσκαρ Ουάιλντ, τον ορατό κίνδυνο της κυριαρχίας του όχλου που διείδε ο Φρόιντ, την συναφή δυσπιστία των Σαρτρ και ντε Μποβουάρ για την αποστέρηση της εσωτερικότητας και τον αμερικανικό ίλιγγο του Μπερνάρ Ανρί Λεβύ που αναστοχάστηκε την στερεότυπη ευρωπαϊκή άποψη περί αμερικανικού φονταμενταλισμού, νεοσυντηρητισμού για ένα ετερόκλητο πορτρέτο του «πληθυντικού έθνους». Ένας άλλος κοινότοπος ισχυρισμός υπογραμμίζει την πολυσυλλεκτική πληθυσμιακή σύνθεση των ΗΠΑ ως στοιχείο μοναδικότητας και βασικό επιχείρημα της «αμερικανικής εξαιρετικότητας» [american exeptionalism]

Στον αντίποδα, η νέα διεθνική τάση εξετάζει την Αμερική στο πλαίσιο της παγκόσμιας μεταναστευτικής ιστορίας αρνούμενη την αποκλειστικότητα της ιδιότητάς της ως του μοναδικού «έθνους μεταναστών» και ακυρώνοντας την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η αφομοίωση των διαφόρων εθνοτικών ομάδων υπήρξε πλήρης. Ακριβώς πάνω στον άξονα του μεταναστευτικού χαρακτήρα του αμερικανικού έθνους αναπτύσσεται σήμερα ένας σύνθετος διάλογος με κύριο αίτημα το «δικαίωμα στη διαφορετικότητα». Κάπως έτσι και η μεταφορική εικόνα της χοάνης [melting spot] που σημασιοδοτεί μια εκούσια και πλήρη αφομοίωση αντικαταστάθηκε από εκείνη του μωσαϊκού, που συμβολίζει την διατήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνοτικών ομάδων.

Ο Γιώργος Βέης (Μανχάταν: Η ποιητική του χρόνου), που έζησε κι εργάστηκε έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, μας κοινοποιεί κομμάτια από το ημερολόγιο της Ανατολικής Ακτής και της εποχής όπου διάβαζε εξαντλητικά αμερικανική λογοτεχνία, κι από διπλό αντίτυπο το Walden του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, έναν εσωτερικό οδηγό που σπάνια έσφαλλε και τον μυούσε στην εντοπιότητα και «την ιθαγένεια εκείνη που τίμησαν οι Γουόλτ Γουίτμαν και Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ». Στο Μανχάταν ο ποιητής (που όπως πάντα εδώ παραθέτει τους στίχους που γράφτηκαν στις οικείες περιστάσεις) βίωσε προοδευτικά την πορεία απεξάρτησης από τον μαθηματικό χρόνο, ενθυμούμενος τον Τζορτζ Στάινερ: Σκοτώνουμε τον χρόνο αντί, μέσα στα όριά του, να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και δανειζόμενος τα μάτια του Σελίν, του συγγραφέα που υπογράμμισε τον ερωτισμό του Μανχάταν όσο ελάχιστοι: Η Νέα Υόρκη είναι μια πόλη ορθή. …στους τόπους μας είναι ξάπλα οι πόλεις, πλαγιάζουν στο τοπίο, περιμένουν τον ταξιδιώτη, ενώ τούτη δω, η Αμερικάνα, δεν λίγωνε, όχι, στεκόταν ντούρα, εκεί…

Τι είναι όμως η Αμερική για τον ανήσυχο νέο που μεγαλώνει στην επαρχιακή Ελλάδα στα δεύτερα μισά του ’60 και τα πρώτα του ’70; Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης (Η μικρή μου Αμερική) σ’ ένα από τα πάντα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά του κείμενα θυμάται το συσσίτιο της αμερικανικής βοήθειας στο δημοτικό: Στα κουτιά με τη σκόνη γάλακτος αναγράφονται επιγραφές με μαύρα γράμματα, σαν στρατιωτικά προστάγματα που δεκαετίες μετά θα τα βλέπω σαν γουρχολικές λετριστικές απεικονίσεις. Οτιδήποτε εκμυστηρευτικό γράφεται στην αγγλική γλώσσα και η δική του Αμερική είναι φτιαγμένη από αγγλικές φράσεις, κακομεταφρασμένες προτάσεις, διαλυμένα βιβλία, δανεισμένα κείμενα, ρούχα ενός λήξαντος βεστιαρίου κι αργότερα με τα διαβάσματα, με τις θάλασσες του Μέλβιλ, τις σκοτεινές κόχες του Χόθορν, τις απέραντες γλωσσικές εκτάσεις του Φόκνερ, τα μεθυσμένα βήματα του Χέμινγουεϊ,  επιβεβαιώνοντας πως «η αληθινή επίδραση ενός άλλου πολιτισμού είναι απόλυτα προσωπική υπόθεση»

Η εικόνα των ΗΠΑ στη μυθοπλασία, στα δημοσιογραφικά και δοκιμιακά κείμενα απασχολεί τη Σώτη Τριανταφύλλου που διαπιστώνει την σθεναρή αντίσταση της Ευρώπης στις αμερικανικές σπουδές εξαιτίας μιας αμφιθυμίας δικαιολογημένης σε πολιτικό επίπεδο αλλά εντελώς ασυνάρτητης σε πολιτισμικό, με αποτέλεσμα τη βαθιά μας άγνοια για τις ΗΠΑ. Η συγγραφέας υποστηρίζει πως αντίθετα από ό,τι πιστεύει η ελληνική αριστερά (που δεν είναι καθόλου «επαναστατική» αλλά μια μικροαστική φασιστοειδής παράταξη) οι αμερικανικές σπουδές δεν είναι δάκτυλος του αμερικανικού Πενταγώνου και παρατηρεί τον αντιαμερικανισμό ως κυρίως αμερικανικό φαινόμενο που βασίστηκε στο μύθο και την πραγματικότητα της βαρβαρότητας και συνοδεύτηκε από τον στο μύθο και την σχετική πραγματικότητα της Γης της Επαγγελίας και του αυτοδημιούργητου πολίτη.

Η Αμερική είναι η αυθεντική έκδοση της νεωτερικότητας, εμείς [η Ευρώπη] είμαστε η μεταγλωττισμένη ή με υπότιτλους έκδοση. Η Αμερική εξορκίζει το ζήτημα της καταγωγής, δεν καλλιεργεί προέλευση ή μυθική αυθεντικότητα δεν έχει παρελθόν ούτε αυθεντική αλήθεια. Επειδή δεν έχει γνωρίσει τη συσσώρευση του χρόνου, ζει σε μια αέναη επικαιρότητα. Επειδή δεν έχει γνωρίσει την αργή και από αιώνα σε αιώνα συσσώρευση της αρχής της αλήθειας, ζει στην αέναη επικαιρότητα των σημείων…

έγραφε ο Jean Braudrillard [Αμερική] και βρισκόμαστε ήδη στην επικράτεια τεσσάρων συνομιλητών που επιλέγει ο Χρήστος Χρυσόπουλος για το κομμάτι του America is what ’u make of it. Η λόγια Αριστερά, ο πραγματισμός και οι προσλαμβάνουσες της αμερικανικής πολυμέρειας. Στους τομείς της ανθρώπινης διάνοιας και στο πολιτισμικό τοπίο η Αμερική δεν αποτελεί μια συμπαγή οντότητα αλλά ένα πληθυντικό φαινόμενο με πολυάριθμες διαφορετικές εκφάνσεις – μια Αμερική όχι ως κατηγορία αλλά μάλλον ως συνάρτηση. Ακολουθώντας τον λόγο του Cornell West διαπιστώνουμε πως ό,τι σήμερα προσλαμβάνουμε ως «αμερικανικό» δεν διαθέτει μια καταγωγική γενετική αφετηρία αλλά απλώς και μόνο προέρχεται από την Αμερική, πράγμα που οδηγεί στο ζήτημα επιλογής ποια Αμερική καταδικάζουμε και με ποια συνομιλούμε. Οι Richard Rotry και Laura (R.) Jackson συμπληρώνουν την τετράδα των συνομιλητών.

Η ενότητα των λογοτεχνών συμπληρώνεται με Ιδέες για διηγήματα από την Αμάντα Μιχαλοπούλου. Στους τομείς των μαζικών μέσων και της ποπ κουλτούρας εξετάζονται θέματα όπως οι αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα (Μελένια Αρούχ), η αμερικανική μουσική στην Ελλάδα, 1954-2000 (Νίκος Μποζίνης) και οι επιρροές του αμερικανικού φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο. Στην κατηγορία «Λογοτεχνία, Γλώσσα, Σκέψη» αφιερώνονται κείμενα για τους αμερικανισμούς στην ελληνική γλώσσα (Σοφία Ζευγώλη), τις θεατρικές διαδρομές από τις ΗΠΑ στην Ελλάδα, από το 1960 στο 2000 (Κωνσταντίνος Μπλατάνης), την αμερικανική εμπειρία του Α.Ρ. Ραγκαβή (Έρη Σταυροπούλου) και τον αμερικανικό πραγματισμό σε σχέση με την ελληνική φιλοσοφία.

Στο κεφάλαιο των Ιστορικών Επιρροών ερευνώνται οι αμερικανικές παρεμβάσεις στην εκπαίδευση των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821 (Σμάτη Γεμεντζή – Μαλαθούνη) και η επιρροή των ΗΠΑ στη μεταπολεμική Ελλάδα και γενικότερα οι αλληλεπιδράσεις πολιτικής και πολιτισμού (Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου). Τέλος οι Ευρυδίκη Αντουζλάτου – Ρετσίλα, Κωνσταντίνα Δριακοπούλου και Κωνσταντίνος Β. Πρώιμος ερευνούν τα του Χώρου της Τέχνης με αντίστοιχη θεματολογία την Αμερικανική κουλτούρα στην Ελλάδα, την πορεία του graffiti από την Νέα Υόρκη στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή και την αμφίσημη σχέση του Γιάννη Κουνέλη με τον βορειοαμερικανικό μινιμαλισμό.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, σελ. 600, με σύντομα βιογραφικά των συγγραφέων και 16σέλιδο με εικονογραφικό υλικό (γκράφιτι – έργα τέχνης) σε γυαλιστερό χαρτί.

Στις εικόνες: Alexis de Toqueville, Henry David Thoreau, Jean Braudrillard, Cornell West και στα ενδιάμεσα οι λογοτέχνες – οδηγοί μας στην δική τους Αμερική: J.D. Salinger, Charles Bukowski, W. Faukner, William Burroughs, Kurt Vonnegut Jr.

Δημοσίευση και σε mic.gr, σε συντομότερη μορφή.

Λίζυ Τσιριμώκου – Εσωτερική ταχύτητα. Δοκίμια για τη λογοτεχνία

Η αυτοκτονία αποτελεί αναντίλεκτα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες τόπους στην ευρεία περιοχή της λογοτεχνικής θανατογραφίας. Δεν υπάρχει λογοτεχνική παράδοση, μικρή ή μεγάλη, που να μη διαθέτει αυτοκτονολογικά κείμενα, ενώ η σύγχρονη συστηματική της προσέγγιση από ψυχαναλυτική, κοινωνιολογική και θεματολογική σκοπιά, αλλά και από την ιστορία των ιδεών, έχει διαμορφώσει ιδιαίτερη ερευνητική περιοχή, την αυτοκτονολογία [suicidology, suicidologie]. Η συγγραφέας – θεωρητικός της λογοτεχνίας βέβαια ενδιαφέρεται για την αυτοκτονία ως λογοτεχνικό μοτίβο, για την διάθλασή της αυτοκαταστροφικής χειρονομίας στα λογοτεχνικά κείμενα. Έτσι στο Φάσμα της αυτοχειρίας επιχειρείται ένα σύντομο διάγραμμα της νεοελληνικής λογοτεχνικής της «πορείας», από την θεωρητική συνηγορία της αυτοκτονίας από τον Κάλβο και το σημάδι της στις απαρχές του νεοελληνικού μυθιστορήματος με τον Λέανδρο το Π. Σούτσου μέχρι την τριανδρία του νεοελληνικού διηγήματος, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη και Μητσάκη. Το μελέτημα εστιάζει ακριβώς στα αντίστοιχα κείμενά τους, στις Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας, στον Αυτοκτόνο και τον Αυτόχειρα, αλλά και στην φυσική απόληξή τους, το ποιητικό αφήγημα του Ρώμου Φιλύρα, Ο θεατρίνος της ζωής.

Μεταξύ χαράς και πένθους εξετάζεται ένα κείμενο του Μιχαήλ Μητσάκη, μια από τις ελάχιστες επιτάφιες ελεγειακές σελίδες του κατεξοχήν εραστή της πολύβουης καθημερινής κίνησης, σε συνομιλία με Το νεκροταφείο των Αθηνών του Δημητρίου Βικέλα και Το παράπονο του νεκροθάπτου του Εμμανουήλ Ροΐδη. Υπό την συκήν λοιπόν γινόμαστε μάρτυρες μιας σπάνιας συνύπαρξης, σ’ έναν απόμερο ναΐσκο, σφηνωμένο στο βράχο του Λυκαβηττού, στις παρυφές της λαϊκής συνοικίας της Νεάπολης: στην ίδια επιτάφια στήλη γειτνιάζουν το ονοματεπώνυμο της νεκρής γραίας του μνήματος κι εκείνα των οκτώ ζωντανών κορασίδων που τα συμπλήρωσαν με μολυβδοκόνδυλο μαζί με την δέσμευση για την άκρα μέχρι τάφου φιλία τους. Ένα βήμα πιο κάτω, μας περιμένει η Νεκρομαντική τέχνη, εδώ η επιτάφια καβαφική ποίηση, ενώ λίγο πριν, το πιστόλι και το δηλητήριο ερευνά την αρσενική και «θηλυκή» αυτοχειρία, όπως αποτυπώνονται στον Βέρθερο του Γκαίτε και στην Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.

…μέναμε κολλητά σχεδόν στη Βαγγελίστρα, από την πίσω φυσικά μεριά. Ένας χωματένιος δρόμος χώριζε την κουζίνα μας από τα μνήματα. Όταν κουραζόμουνα από το παιχνίδι, πηδούσα τη μάντρα κι ώρες ολόκληρες στεκόμουν αμίλητος πλάι σε γυναίκες που έκλαιγαν δικούς τους, μπροστά σε μαύρα, άσπρα ή γκρίζα κάγκελα. Το χρώμα έδειχνε την ηλικία, που σπάνια ήταν γραμμένη στο σταυρό. Στη δική μας μεριά δεν υπήρχαν μνήματα χτισμένα, από πέτρα ή μάρμαρο γράφει ο Δημήτρης Μαρωνίτης κι ένα άλλο τριμερές σώμα κειμένων αφορά την πόλη και την διάθλασή της σε κείμενα, θέμα για το οποίο η γράφουσα διατηρεί μια «ευαισθησία»: Λογοτεχνία της πόλης/Πόλεις της λογοτεχνίας. Στα Παράθυρα στον μέσα χώρο τα γραπτά του Δ.Μ. [από την αντιστασιακή Συνέχεια του Κέδρου και αλλού] που εστιάζουν σε μια αλλοτινή Θεσσαλονίκη χωρίς ίχνος ρηχής νοσταλγίας και γλυκερής αισθηματολογίας ενεργοποιούν ξανά το ερώτημα τι είναι λογοτεχνία, δηλαδή τέχνη του λόγου, και τι όχι, ποια είναι τα όρια του στοχαστικού ή δοκιμιακού λόγου και ποια τα αντίστοιχα του δημιουργικού ή λογοτεχνημένου λόγου.

Ένας σύντομος Αναγνωστικός περίπατος στην πόλη ξεκινά με τις συμβουλές του μανιακού περιπατητή/flâneur και λάτρη των εφευρετικών διαδρομών της πόλης, Georges Perec και καταλήγει στον Ν.Γ. Πεντζίκη, γνήσιο απόγονο της ευφάνταστης ταξιθεσίας ενός Καισάριου Δαπόντε. Ακούγεται και γράφεται συχνά ότι η κάθε πόλη είναι ένα μυθιστόρημα, λογοτεχνικό γένος άλλωστε αδιανόητο χωρίς την ύπαρξη των πόλεων, που αντικατέστησαν το συλλογικό ακρόαμα (π.χ. το παραμύθι) με την πράξη της μοναχικής ανάγνωσης. Η εγγραφή της Αθήνας στο σώμα της ελληνικής αστικής λογοτεχνίας υπήρξε μονοπωλιακή, όπως ακριβώς και με το Παρίσι ή το Λονδίνο στις αντίστοιχες κουλτούρες, μέχρι τον 20ό αιώνα, οπότε και διακρίθηκε η ευκρινής οντότητα της Θεσσαλονίκης στην λογοτεχνική παραγωγή, της μόνης άλλωστε πόλης που συνέδεσε το όνομά της με διακριτό λογοτεχνικό ρεύμα, την περιλάλητη μεσοπολεμική «Σχολή Θεσσαλονίκης».

Στο επίκεντρο της θεματικής ενότητας «Μυθοπλασία και ιστορία» τίθεται ο Άρης Αλεξάνδρου, με τρία επιμέρους κείμενα: Δρόμοι σημείων αδιέξοδοι. Η καφκική ηχώ στο περιφερόμενο Κιβώτιο, Το τελευταίο τσιγάρο και Ο συνήθης ύποπτος. Το τελευταίο εξετάζει την πρόσληψη του έργου του από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο, που αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια στον πολλαπλώς αιρετικό και αποσυνάγωγο συναγωνιστή του, εστιάζοντας καταρχήν στο ποιητικό του τοπίο, άρα και αναδεικνύοντας την ποιητική του παραγωγή, που επισκιάστηκε από την κεραυνοβολία του Κιβωτίου· μια ποίηση που στοιχειοθετεί μια ιδιότυπη συνέχεια της καβαφικής και σεφερικής «ποιητικής πεζότητας»: μόνο πρόσεξε μην κλάψεις/ όπως βουρκώνουμε τα μάτια των ποιητών/που έχουν έτοιμο το δάκρυ.  Η «λευκή γραφή» του Κιβωτίου, ουδέτερη και αποστεγνωμένη, εξαντλεί μια και μοναδική ιδέα: την τραγική ενοχοποίηση του επιζώντος. Ο Ραυτόπουλος υποστήριξε την άποψη της διαθλασμένης αυτοβιογραφίας που προσπαθούσε να περισώσει ό,τι μπορούσε από μια ρημαγμένη προσωπική και συλλογική ζωή σε μια αφήγηση που ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει…

Μια άλλη τριάδα μελετημάτων αφορά Όψεις του Καρυωτακικού λυρισμού (δυο εκ των οποίων αγγίζουν και την λυρική μουσολογία και ποιητική αλχημεία του αυτόχειρα ποιητή και του Μπωντλαίρ) και ιδού ορισμένοι από τους υπόλοιπους τίτλους: Ιστορία λογοτεχνίας και ιστορική ποιητική, Πολυπολιτισμικές σπουδές και συγκριτική γραμματολογία στη στροφή του αιώνα, Δημόσιες βιβλιοσυστάσεις, Μικρά συγκριτολογικά, κ.ά. Αντί επιλόγου, ένα πυκνότατο κείμενο για το μέλλον της μνήμης: την αυτοβιογραφία και το απομνημόνευμα. Ακριβώς τη μνήμη μας έχει νωρίτερα ξεσηκώσει και το σύντομο μελέτημα Το παιχνίδι στη λογοτεχνία / η λογοτεχνία ως παιχνίδι. H παρούσα συστέγαση μικρών και μεγάλων μελετημάτων εικοσαετούς πανεπιστημιακής θητείας προσφέρει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ευρεία θεματολογία αλλά και μας ωθεί, ως οφείλει κάθε σχετικό σώμα μελετών, να αναζητήσουμε οι ίδιοι τα κείμενα και να τα διαβάσουμε με νέα ματιά.

Εκδ. Άγρα, 2000, σελ. 433, με ευρετήριο κύριων ονομάτων.

Στις φωτογραφίες: Μιχαήλ Μητσάκης, Ζωρζ Περέκ, Άρης Αλεξάνδρου και Καίτη Δρόσου, Κώστας Καρυωτάκης.