Τζίνα Πολίτη – Η δοκιμασία της ανάγνωσης

Ευφρόσυνα αναγνωστικά παίγνια

Οι λέξεις! Θα ’πρεπε κανείς ν’ ακούει τις λέξεις και όχι τους ανθρώπους. Οι λέξεις ήταν ελεύθερες, ανήκαν σε όλους – εφόσον κανείς δεν έβλεπε το στόμα που τις πρόφερε. (Καίη Τσιτσέλη, The Hungry Man)

Η διχασμένη μεταξύ δυο «μητέρων – γλωσσών» Τσιτσέλη τυγχάνει εδώ ενός πλήρους σχεδιάσματος ανάγνωσης των διηγημάτων της, σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες μελέτες του τομιδίου. Χρησιμοποιώντας ως ερμηνευτικό μοντέλο την Φαινομενολογία του Πνεύματος (Χέγκελ) η Πολίτη εντοπίζει την νοστογεφσκική επίδραση στους αφηγηματικούς τρόπους αναπαράστασης της συντετριμμένης συνείδησης (που δημιουργείται από την επίγνωση του εαυτού ως διαιρεμένης φύσης σε συνεχή διαμάχη) και στην διαλεκτική σχέση αφέντη/δούλου που συνέχει όλο το έργο της. Στα μετά την μακρόχρονη σιωπή της «αντιδιηγήματα» η πάλη τους μετατίθεται στην ίδια την γραφή (που η μεταμοντέρνα στροφή προσωποποίησε ακυρώνοντας το πρόσωπο), μετωνυμία της οποίας αποτέλεσε η περίφημη «κυκλική» κάρτα που προκάλεσε σύγχυση στον συντάκτη της με την απουσία αρχής και τέλους και τον μαγνητισμό της προς ένα αβυσσαλέο κέντρο (στο αφήγημα Ευθυγράμμιση).

Στις «Ειδολογικές και ιδεολογικές παραμέτρους στο μυθιστόρημα Το 10 του Καραγάτση» η Πολίτη εκκινεί από την θέση πως τα λογοτεχνικά είδη είναι εξαρχής ιδεολογικά φορτισμένα και μπορούν να ιδωθούν ως κωδικοποιημένοι τρόποι ερμηνείας της πραγματικότητας και της Ιστορίας. Οι αισθητικές αντιθέσεις του 10 αντανακλούν ιδεολογικές και κοινωνικές αντιφάσεις της εποχής. Η πανοπτική ματιά του αφηγητή σαν κινούμενη κάμερα (αναπαραστατικός κώδικας του μοντερνισμού) διακόπτεται από την συστηματική χρήση εξιστορήσεων παρελθοντικών συμβάντων («αναλήψεων»), με αποτέλεσμα ο άνευ «κυρίαρχης πλοκής» εικοσιτετράωρος χρόνος του αφηγήματος να «τακτοποιείται» τελικά σε γραμμική χρονική ακολουθία, δημιουργώντας ένα δίπολο πρωτοπορίας/παράδοσης. Επιπρόσθετα, κτίσματα και όροφοι «αναλογούν» σε συγκεκριμένη ταξική – κοινωνική διαστρωμάτωση αλλά και διαφορετικά μυθιστορηματικά είδη: κωμικό – ηρωικό για το ισόγειο των εργατών (που εμφανίζονται ως ακίνδυνο λούμπεν – προλεταριάτο χωρίς ταξική συνείδηση, αλλά με έμφαση στον βιολογικό νόμο της γενετήσιας ορμής), αστικός ρεαλισμός και ρομαντικό μελόδραμα για τον όροφο των αστών και των μικροαστών αντίστοιχα, ενώ δεν λείπουν οι εγγεγραμμένοι στην αστική ιδεολογία μύθοι της κοινωνικής επιτυχίας και του φιλάνθρωπου καπιταλισμού.

Οι «Σκέψεις για την ποιητική της μετάβασης» (περιόδου όπου ο ιστορικός χρόνος μοιάζει διστακτικός μεταξύ «παλαιού» και «νέου») επικεντρώνονται στα περί Ιουλιανού καβαφικά ποιήματα και στον Ιουλιανό του Καζαντζάκη, όπου η απώλεια της όρασης ακυρώνει την ύπαρξη και το νόημα του κόσμου. Τα μάτια που ξεριζώνονται από το άγαλμα του Διονύσου και την εικόνα της Παναγίας χάνουν το φαντασιακό τους νόημα και μετατρέπονται σε αγοραίο αντικείμενο. Αμφισβητούνται έτσι οι αξιολογικοί όροι των δυο θρησκευτικών συστημάτων και κάθε μύθος αλλαγής ή προόδου. Το μεικτό είδος του κωμικού στοιχείου μέσα στην τραγωδία αποτελεί βασικό όρο της εν λόγω ποιητικής καθώς προβάλει την οπτική των απλών ανθρώπων που γνωρίζουν πως καμιά ουσιαστική «αλλαγή» δεν θα υπάρξει στην ζωή τους. Όμως η συλλογική λαϊκή φωνή γελοιοποιεί την εξουσία και είναι περισσότερο διαβρωτική απ’ οποιαδήποτε πυρά.

O James Joyce απορροφά ένα μεγάλο μέρος από την φιλοπαίγμονα διάθεση της μελετήτριας. «Το “κωμικώλον του πιπερωμένου” και η “προαντωνυμική κωμικηδεία”» αναφέρεται στην σχέση του με την ψυχανάλυση και στην αντανάκλαση του Finnegans Wake στην «παρα(ευ)φροσύνη» του. Αν η διασπορά του υποκειμένου επιφέρει καίριο πλήγμα στην αστική ιδεολογία της ατομικότητας, η παρωδία προκαλεί ανάλογη ζημιά σε κάθε αναπαράσταση. Η εμφάνιση του «γελωτοποιού» δημιουργεί ένα ζωηρό ετερογλωσσικό παιχνίδι που στρέφεται κατά των επίσημων γλωσσών πόσο μάλλον όταν ανακατασκευάζει τους εξουσιαστικούς λόγους διακωμωδώντας την φρασεολογία τους και αφαιρώντας την ισχύ τους. Ο ψυχαναλυτικός λόγος τελικά απορροφάται στο λογοτεχνικό είδος της απομυθοποιητικής παρωδίας. Σε άλλο κείμενο η αναζήτηση του μυστηριώδους Άντρα με το Μacintosh [αδιάβροχο] στα κειμενικά χνάρια της Οδύσσειας οδηγεί στην αποκάλυψη της παράλλαξης του περιπλανώμενου Λόγιου Τσιγγάνου και της συνένωσής του με τους Στήβεν Δαίδαλος και Λεοπόλδο Μπλουμ σε ομούσια τριάδα!

Ο τόμος των δεκατριών ερεθιστικών αναγνωστικών δοκιμών περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μια εφαρμοσμένη στην μεταπολεμική πεζογραφία γενεαλογία του ανδρικού και του γυναικείου λόγου (ιδίως στις δέλτους των Μ. Κρανάκη, Τ. Μιλλιέξ, Γ. Χειμωνά), ενώ «Ηη ρητορική της πόλης» παρακολουθεί την υποταγή του περί αυτής εγκωμιαστικού λόγου στην υποκειμενικότητα και την «ιδιοτροπία» του εσωτερικού βλέμματος αλλά και την οριστική μετάπλαση των σχετικών λέξεων σε εικόνες και στιγμιότυπα, με απρόσμενες ιδεολογικές σημάνσεις. Στις παιγνιωδέστερες σελίδες της η συγγραφέας αναλαμβάνει την ευθύνη ενός απολαυστικού προσωπικού και διακειμενικού λόγου: ένα επίμετρο περί Ντέιβιντ Λοτζ κι ένα Γράμμα της Αντιγόνης προς την Ισμήνη («αιώνες τώρα οι Αντίγονοι με σκηνοθετούν, με καρφώνουν πάνω στις σταυρωτές ερμηνείες τους») παρωδούν ακριβώς ανάλογες θεωρητικές μελέτες, κλείνοντας τον κύκλο ιδανικά.

Εκδ. Άγρα, 2010, σελ. 227.

 Στις φωτογραφίες: Καίη Τσιτσέλη, James Joyce (από τον Barry Maguire), Τζίνα Πολίτη και εικόνα από την παράσταση του Ιουλιανού στο Εθνικό Θεάτρο (1959, σκηνοθ. Κωστή Μιχαηλίδη): Νέλλη Αγγελίδου (Μαρίνα), Στέλιος Βόκοβιτς (Ιουλιανός) και Λυκούργος Καλλέργης (Γραφιάς).

José Ortega Y Gasset – Αισθητικό τρίπτυχο

Λόγος πάντα γόνιμος

Είναι λάθος να παρουσιάζεται το μυθιστόρημα – και αναφέρομαι κυρίως στο σύγχρονο – σαν ένα απέραντο σύμπαν από το οποίο μπορούν να εξάγονται ες αεί νέες φόρμες. Θα ήταν καλύτερα να το φανταστούμε σαν ένα ορυχείο τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων. Υπάρχει στο μυθιστόρημα ένας ορισμένος αριθμός πιθανών θεμάτων. Οι εργάτες των πρώτων χρόνων βρήκαν με ευκολία νέα κομμάτια, νέες μορφές, νέα θέματα. Οι σημερινοί συνειδητοποιούν, απεναντίας, ότι δεν απομένουν παρά μόνο μικρές και βαθιές λίθινες φλέβες…

… έγραφε ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ μόλις το 1925 περί το μυθιστόρημα στοχαζόμενος [Ιδέες για το μυθιστόρημα, τρίτο και τελευταίο μέρος του παρόντος τρίπτυχου]. Ο ίδιος βέβαια τόνιζε πως ποτέ δεν μπορούμε να πούμε με μαθηματική ακρίβεια ότι ένα είδος έχει πλήρως αναλωθεί, παρά μόνο εμπειρικά, με ικανοποιητική προσέγγιση. Όμως είναι σχεδόν αδύνατο, τόνιζε, να βρει κανείς νέα θέματα κι αυτός είναι ο πρώτος παράγοντας της τεράστιας αντικειμενικής δυσκολίας που προϋποθέτει η σύνθεση «ενός αποδεκτού μυθιστορήματος στο ύψος των μοντέρνων καιρών». Για κάποιο καιρό τα μυθιστορήματα μπόρεσαν να υπάρξουν μόνο χάρη στο νεωτερισμό των θεμάτων τους. Όσο εκείνα εξαντλούνταν, μεγάλωνε κι η απαίτηση για θέματα «πιο νέα», μέχρις ότου κορεσθεί η ικανότητα του αναγνώστη να εκπλήσσεται. Εν τούτοις το αναπόφευκτο φαινόμενο δεν έπρεπε να απογοητεύει τους συγγραφείς. Κάθε έργο τελειότερο από το προηγούμενο, υποστήριζε, ακυρώνει το τελευταίο και όλα τα υπόλοιπα της ίδιας κατηγορίας και «εκμηδενίζει λεγεώνες έργων που άλλοτε έχαιραν εκτίμησης».

Δεν ήταν όμως ο πρώτος. Ήδη το 1882 ο Στίβενσον σημείωνε πως οι βρετανοί αναγνώστες περιφρονούσαν ελαφρώς τις περιπέτειες και θεωρούσαν πως ήταν πολύ περίτεχνο να γραφτεί ένας μυθιστόρημα χωρίς πλοκή, ή έστω, με στοιχειώδη πλοκή. Σαράντα περίπου χρόνια μετά ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ επιχειρούσε να τεκμηριώσει την παρατήρηση του Στίβενσον, υποστηρίζοντας ότι το μυθιστόρημα δράσεως έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, ότι είναι πια πολύ δύσκολο να επινοήσει κανείς μια περιπέτεια ικανή να ερεθίσει την ανώτερη ευαισθησία μας και ότι τον 20ό αιώνα η σκυτάλη περνά στο «ψυχολογικό» μυθιστόρημα που εστιάζει στους χαρακτήρες. Ο μεγάλος Μπόρχες εξέφρασε την απόλυτη διαφωνία του: Όλοι μας μουρμουρίζουμε θλιμμένα ότι ο αιώνας μας δεν είναι ικανός να υφάνει ενδιαφέρουσες πλοκές· κανείς δεν τολμά να αναρωτηθεί μήπως, αν σε κάτι υπερέχει ο παρών αιώνας από τους προηγούμενους, αυτό δεν είναι άλλο απ’ τις πλοκές… Οι ενδιαφέρουσες ενστάσεις του Μπόρχες δημοσιεύτηκαν στον Πρόλογό του στο βιβλίο Η εφεύρεση του Μορέλ (1940) του καλού του φίλου και συνεργάτη Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες που περιλαμβάνεται εδώ ως παράρτημα.

Ο Ορτέγκα Υ Γκασσέτ (1833 – 1925) υπήρξε εμβληματικός στοχαστής του 20ού αιώνα, μαζί με τον Miguel de Unamuno ένας από τους δυο Ισπανούς με διακριτή θέση στην ιστορία της Φιλοσοφίας των νεωτέρων χρόνων, όπως τονίζει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής, παρουσιάζοντας και τις γενικότερες φιλοσοφικές του θέσεις αλλά και τις θεματικές του πολιτικού και κοινωνικού του έργου. Η χρησιμοποίηση μιας γλώσσας προσιτής αλλά και γοητευτικής και ειδών «φιλοσοφικώς» ανορθόδοξων, όπως η δημοσιογραφία, το δοκίμιο και η διάλεξη, πάντα με λογοτεχνικές αρετές, τον ανέδειξε σε λαμπρό στυλίστα της ισπανικής γλώσσας και του παρείχε πρόσβαση σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ο ισπανός στοχαστής τήρησε πλήρη συνέπεια έργων και λόγων αλλά και μια τίμια στάση απέναντι στη χώρα του. Εξέφρασε την αντίθεσή του στις δικτατορίες των Πρίμο ντε Ριβέρα και Φράνκο και εγκατέλειψε την Ισπανία για να ζήσει στο Μπουένος Άιρες και τη Λισαβόνα.

Το παρόν Τρίπτυχο εστιάζει, βέβαια, σε θέματα λογοτεχνίας και τέχνης, που τον απασχόλησαν σε μεγάλο βαθμό, κυρίως όσον αφορά την αισθητική, την θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας και της μετάφρασης, το θέατρο, τα εικαστικά αλλά και την τέχνη του ζην». Το πρώτο μέρος [Ο απανθρωπισμός της τέχνης] βυθοσκοπεί σε προβληματικές της νεωτερικής ή «μοντέρνας» καλλιτεχνικής δημιουργίας και της πρόσληψής της, μιας τέχνης που ιστορικά ανάγεται στους Debussy, Mallarme και στον Κυβισμό, όσον αφορά την μουσικη, την ποίηση και τα εικαστικά αντίστοιχα, αλλά που από κοινωνιολογικής σκοπιάς είναι εξ αρχής αντιδημοτική, αποκλείοντας τη μεγάλη πλειονότητα του κοινού να την απολαύσει και να την κατανοήσει, αφήνοντάς το με αίσθηση ταπείνωσης και εχθρότητας προς αυτήν.

Ο συγκεκριμένος «απανθρωπισμός» αφορά την αποποίηση κάθε προσωπικού τόνου αλλά και παρασιτικού λυρισμού ή στόμφου, της – ρομαντικής προέλευσης – «τοξίνωσης» της καρδιάς που είχε καταγγείλει ήδη ο Poe. Όσον αφορά τη λογοτεχνία, ο Ορτέγκα αναφέρει, μεταξύ άλλων, το παράδειγμα του Luigi Pirandello και του βιβλίου του Sei personaggi in cerca d’ autore [Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, 1921], όπου ο συγγραφέας καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή μας σε χαρακτήρες ως χαρακτήρες· δηλαδή ως ιδέες ή καθαρά σχήματα, αντί να πασχίζει, όπως στο ρεαλιστικό ή νατουραλιστικό θέατρο, να παρουσιάσει άτομα «ζωντανά» σε δράματα ανθρώπινα.

Το δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος αφορά Σκέψεις για τον Δον Κιχώτη και περιλαμβάνει εν σπέρματι όλα τα θέματα του ορτεγκιανού στοχασμού και τις απαρχές του προβληματισμού του σχετικά με το μυθιστόρημα ως «ενός ορυχείου τεράστιων αλλά περατών διαστάσεων». Εδώ προκρίνεται η «μυθιστορηματικότητα» έναντι του χαρακτήρα του Δον Κιχώτη και γενικότερα διατυπώνεται η προαναφερθείσα θέση του, πως όταν επέλθει η εξάντληση του θεματικού υλικού των μυθιστορημάτων, ο αναγνώστης θα εστιάζει όλο και περισσότερο στην ψυχολογία των χαρακτήρων και λιγότερο στις αντίστοιχες ιστορίες και πλοκές· θέση που προκάλεσε την αντίθεση του Μπόρχες και προκάλεσε μια συζήτηση – σταθμό στη σύγχρονη θεωρία του μυθιστορήματος. Τελικά στην ιστορία του σύγχρονου μυθιστορήματος, ο Proust και το Nouveau Roman επιβεβαιώνουν την ορτεγκιανή διάγνωση, ενώ η Δίκη του Κάφκα, το Στρίψιμο της βίδας του Henry James, το λατινοαμερικανικό book και οι Μυθοπλασίες του Μπόρχες δικαιώνουν τον τελευταίο.

Εκδ. Printa, 2011, σελ. 311, μτφ.: Αλίκη Βασώνη, Αγγελική Μαυρομάττη, Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη, (αναλυτική) εισαγωγή και επιμ. Βίκτωρ Ιβάνοβις. Σε παράρτημα το εξασέλιδο κείμενο του Μπόρχες σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. [José Ortega Y Gasset, Le deshumanización del Arte (1925), Meditaciones del Quijote (1914), Ideas sobre la novella (1925)]. Στην τελευταία φωτογραφία η πρώτη έκδοση του Μορέλ, με τον περίφημο Μπορχικό Πρόλογο – Αντίλογο.